
Η φωτιά στη νησίδα Κουμουνδούρου, απέναντι από την Καστέλα στον Πειραιά, δεν αποτελεί είδηση. Η είδηση είναι ότι το 2026 εξακολουθούν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας άνθρωποι που θεωρούν καλή ιδέα να πετούν κροτίδες, φωτοβολίδες και πυροτεχνήματα. Γενικά κι ειδικά μέσα στην αντιπυρική περίοδο! Κι αυτό σε μια χώρα που κάθε καλοκαίρι μετρά καμένα δάση, καμένα σπίτια και, κατά καιρούς, καμένους ανθρώπους.

Η νησίδα Κουμουνδούρου, ήταν απλώς η…ζημιά της ημέρας. Κι επειδή η φωτιά προκλήθηκε από βεγγαλικά που πέταξαν κάποιοι ανόητοι, δεν μιλάμε για ατύχημα. Μιλάμε για την πιο διαδεδομένη μορφή προσωπικής και κοινωνικής ανοησίας: εκείνη που βαφτίζεται «διασκέδαση» μέχρι να έρθει ο λογαριασμός.
Κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η χαρά μετριέται σε ντεσιμπέλ και εκρήξεις. Ότι μια γιορτή δεν είναι αρκετή αν δεν συνοδεύεται από θόρυβο, καπνό, έστω κι αν ελλοχεύει ο κίνδυνος να μη μείνει τίποτα όρθιο κι η φωτιά να κάψει τα πάντα… Κάποιοι θεωρούν ότι είναι δικαίωμά τους να κάνουν επίδειξη ανευθυνότητας! Κι ότι είναι σημαντικότερη η δική τους ανοησία από το δικαίωμα των υπολοίπων να ζήσουν χωρίς να τρέμουν κάθε φορά που βλέπουν μια σπίθα να πετάγεται στον αέρα, επειδή ο γαμπρός φίλησε τη νύφη ή κάποιος άλλος έστειλε τη μπάλα στο πλεκτό!
Και όταν συμβεί το κακό, αρχίζει το γνωστό ελληνικό θέατρο. «Δεν φταίω εγώ». «Δεν το περίμενα». «Μια στραβή στιγμή ήταν». «Έτυχε».
Όχι ρε ηλίθιε, δεν έτυχε. Όταν πετάς φωτιά πάνω από ξερά χόρτα, δεν είσαι άτυχος. Είσαι ανεύθυνος, ένα γελοίο υποκείμενο που δεν σέβεται το παραμικρό. Και όταν το κάνεις σε μια χώρα που έχει πληρώσει με αίμα, περιουσίες και εκατομμύρια καμένα στρέμματα δάσους την ανευθυνότητα, τότε η λέξη γίνεται ακόμη βαρύτερη.
Ξέρετε κάτι; Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που δεν μαθαίνει ποτέ. Βλέπει τις εικόνες των πυρκαγιών κάθε καλοκαίρι, ακούει για εκκενώσεις χωριών, για περιουσίες που χάθηκαν, για πυροσβέστες που δίνουν μάχες επί ημέρες, και παρ’ όλα αυτά καταλήγει στον ίδιο «ωχαδερφισμό»: «Έλα μωρέ, σε μένα θα τύχει;»
Αυτό δεν είναι απλώς έλλειψη κρίσης. Είναι κοινωνική αδιαφορία, είναι η πεποίθηση ότι οι κανόνες αφορούν τους άλλους. Ότι η ζημιά είναι πάντα υπόθεση κάποιου τρίτου. Του γείτονα, του κράτους, της Πυροσβεστικής, της κακής τύχης, ποτέ δική μας.
Η βραχονησίδα Κουμουνδούρου, ευτυχώς είναι ακατοίκητη. Δεν υπάρχουν σπίτια, ούτε άνθρωποι να τρέχουν πανικόβλητοι για να ξεφύγουν από τη φωτιά. Δεν υπήρξαν νεκροί… Μόνο καμένη βλάστηση.
Όμως, τι θα γίνει την επόμενη φορά που τα πυροτεχνήματα θα βάλουν φωτιά κάπου αλλού; Που η επόμενη σπίθα μπορεί να πέσει αλλού;
Τότε, θα βλέπουμε έκπληκτους ένα σωρό αρμόδιους κι αναρμόδιους, ηλίθιους και πανηλίθιους, ν’ αναζητούν ευθύνες, να καταγγέλλουν το κράτος, να απαιτούν μέτρα…
Ναι, ήταν κι είναι ακατοίκητη η βραχονησίδα Κουμουνδούρου, στον Πειραιά. Γλιτώσαμε από πολλά. Μα το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται σε εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που έχει ακατοίκητο εγκέφαλο και μηδενική φαιά ουσία. Που δεν έχει καμιά σχέση με την κοινή λογική, την αίσθηση ευθύνης και τον στοιχειώδη σεβασμό προς τους άλλους.
Μέγα πρόβλημα οι… ακατοίκητοι εγκέφαλοι ανθρώπων. Εκείνων των ανθρώπων που δεν κατοικούν σε σπηλιές αλλά κανονικά σε σπίτια, οδηγούν αυτοκίνητα, ψηφίζουν, γεννούν και μεγαλώνουν παιδιά, αλλά έχουν αφήσει άδειο το πιο σημαντικό οικόπεδο που διαθέτουν: το μυαλό τους.
Δυστυχώς, ζουν ανάμεσά μας. Και κρατούν αναμμένο φιτίλι.











