
Η Μαλβίνα Κάραλη έχει την τιμητική της σήμερα, στα πλαίσια των κυριακάτικων αναφορών του Emvolos.gr, σε σημαντικούς δημοσιογράφους που έγιναν συνώνυμα της επιτυχίας και ταυτίστηκαν με μεγάλα τηλεοπτικά κοινά ή πολυάριθμους αναγνώστες εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων.

Η Μαλβίνα έχει φύγει από το 2002 κι ακόμη είναι εδώ, δίπλα μου, δίπλα μας, με την ίδια λάμψη που είχε πάντα το άστρο της. Θείο πλάσμα, διαβολικό πλάσμα, τρυφερό πλάσμα, αγαπησιάρικο μα και ηφαίστειο!
Έξυπνη, οξυδερκής, εύστροφη. Αγάπησε στο μέγιστο βαθμό, που έλεγε κι ο Αντώνης Βαρδής. Κι αγαπήθηκε σαν τον ήλιο του Μάη, που τραγουδούσε ο Καλογιάννης…
Μαύρο κοντό μαλλί, γαλανά μάτια που σημαδεύουν στο δόξα πατρί την ψυχή. Και πάντα κόκκινο κραγιόν.
Χορτασμένη απ’ όλα. Χρήματα, έρωτα, αγάπη, καταξίωση, μπινελίκια…Γέλια, πίκρες… «Εγώ τον έρωτα τον αντιλαμβάνομαι σαν την πιο φοβερή χειραψία προς τη ζωή», έλεγε. Και συμπλήρωνε: «Όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. Και όταν γίνομαι έξυπνη, τα καταστρέφω όλα»…
Ενίοτε, στους διαδρόμους του «Seven X» που συνυπήρχαμε όταν παρουσίαζε την εκπομπή «Mea Culpa», την πείραζα. Κυρίως για τον μεγάλο της έρωτα, τον Διονύση Χαριτόπουλο: «πάλι τον παλιόγαυρο σκέφτεσαι;»… Τα διαπεραστικά της μάτια με κάρφωναν: «Δεν τσιμπάω αγόρι μου, δεν μασάω… τριάντα χιλιάδες γαύροι νάναι στο Φάληρο, άδειο θα είναι…Πάει ο έρωτας και γεμίζει, είναι να μη τον σκέφτομαι;»…
Η Μαλβίνα Κάραλη δεν υπήρξε απλώς μια δημοσιογράφος ή μια τηλεοπτική παρουσία. Υπήρξε μια σπάνια προσωπικότητα, από εκείνες που δεν χωρούν εύκολα σε χαρακτηρισμούς και τίτλους.
Η μεγαλύτερη δύναμή της δεν ήταν η πένα της ούτε η τηλεοπτική της ευφυΐα, ήταν ο τρόπος που στεκόταν απέναντι στη ζωή. Δεν προσπαθούσε να γίνει αρεστή. Προσπαθούσε να είναι αληθινή. Και αυτή η αλήθεια, όσο αιχμηρή κι αν ήταν, είχε πάντα μέσα της μια βαθιά ανθρωπιά.
Η αμεσότητά της ήταν σχεδόν αποστομωτική. Δεν έκρυβε τις σκέψεις της πίσω από ευγένειες, συμβάσεις ή κοινωνικά φίλτρα. Μιλούσε όπως ένιωθε, με την ίδια φυσικότητα που άλλοι αναπνέουν. Αυτή η ειλικρίνεια δεν είχε τίποτα το επιτηδευμένο, δεν ήταν πρόκληση για την πρόκληση. Ήταν στάση ζωής. Πίστευε ότι η υποκρισία είναι πολύ μεγαλύτερη προσβολή από μια σκληρή αλήθεια.
Το χιούμορ της ήταν μοναδικό. Κοφτερό σαν ξυράφι, αλλά ποτέ άδειο. Δεν βασιζόταν σε εύκολα αστεία ή σε εξυπνακισμούς. Ήταν χιούμορ που γεννιόταν από την παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης. Μπορούσε μέσα σε μία μόνο πρόταση να σατιρίσει μια ολόκληρη κοινωνική νοοτροπία. Ένα λογοπαίγνιο, μια ειρωνεία, μια φαινομενικά ανάλαφρη ατάκα έκρυβαν συχνά βαθιά κοινωνική κριτική. Το γέλιο που προκαλούσε δεν ήταν επιφανειακό, σε έκανε να γελάς και ταυτόχρονα να νιώθεις λίγο άβολα, γιατί αναγνώριζες μέσα του τον εαυτό σου.
Το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα της υπήρξε ίσως το πιο αναγνωρίσιμο γνώρισμά της. Δεν διαπραγματευόταν εύκολα τις απόψεις της για χάρη της αποδοχής. Δεν προσαρμοζόταν στις επιταγές της εποχής ούτε στις απαιτήσεις της δημοφιλίας. Προτιμούσε να χάνει ευκαιρίες, παρά να προδώσει αυτό που πίστευε. Αυτό δεν την έκανε αλάνθαστη, την έκανε όμως αυθεντική. Είχε, μάλιστα, το θάρρος ν’ αναλαμβάνει το κόστος των λόγων της, κάτι σπάνιο στον δημόσιο λόγο, που συχνά επιλέγεται η ασφάλεια της ουδετερότητας.
Ήταν βαθιά ελεύθερο πνεύμα. Η ελευθερία για εκείνη δεν ήταν σύνθημα αλλά καθημερινή πράξη. Δεν δεχόταν να της υποδεικνύουν τι να πει, πώς να γράψει ή τι να σκεφτεί. Δεν ανεχόταν τις ιδεολογικές στολές, ούτε τους δογματισμούς. Αντιμετώπιζε κάθε θέμα με προσωπικό βλέμμα, ακόμη κι όταν αυτό την έφερνε απέναντι στο ρεύμα.
Πολλές φορές πάλευε με τις εμμονές της . Το έλεγε η ίδια: «Έχω έμμονες ιδέες. Αβλαβή τσιμπούρια στη σκέψη μου»…
Διέθετε σπάνια παρατηρητικότητα. Έβλεπε τις λεπτομέρειες που οι περισσότεροι προσπερνούσαν. Ένα βλέμμα, μια σιωπή, μια καθημερινή συνήθεια μπορούσαν να γίνουν αφορμή για μια ολόκληρη αφήγηση. Είχε την ικανότητα να ανακαλύπτει το εξαιρετικό μέσα στο απολύτως συνηθισμένο και να μετατρέπει μια ασήμαντη στιγμή σε λογοτεχνική εικόνα.
Η γλώσσα της ήταν … ζωντανός οργανισμός. Λες κι η παροιμία «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» …ειπώθηκε και διαδόθηκε για εκείνη… Δεν εγκλωβιζόταν σε κανόνες καθωσπρεπισμού, ούτε επιδίωκε έναν ψυχρό λογοτεχνικό καθωσπρεπισμό. Έγραφε όπως μιλούσε και μιλούσε όπως σκεφτόταν. Οι λέξεις της είχαν ρυθμό, μουσικότητα και μια σχεδόν θεατρική οικονομία. Μπορούσε να γίνει ποιητική χωρίς να χάνει την απλότητά της και καυστική χωρίς να γίνεται χυδαία
Πίσω από την ειρωνεία της υπήρχε μια βαθιά ευαισθησία.
Ξέρετε κάτι; Οι περισσότεροι θυμόμαστε την αιχμηρή γλώσσα της. Ξεχνάμε έτσι, ότι το δηλητήριό της στρεφόταν κυρίως απέναντι στην ανοησία, την αλαζονεία και την υποκρισία, όχι απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία. Για τους αδύναμους, τους ερωτευμένους, τους πληγωμένους και τους μοναχικούς είχε πάντα μια απροσδόκητη τρυφερότητα. Γνώριζε καλά, ότι η ζωή είναι πολύ πιο εύθραυστη απ’ όσο δείχνει.
Ήταν βαθιά αντισυμβατική. Δεν το έκανε από οιαδήποτε ανάγκη να ξεχωρίσει, αλλά γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει διαφορετικά. Δεν τη γοήτευε η εικόνα της επιτυχίας. Τη γοήτευε η αλήθεια της προσωπικής έκφρασης. Προτιμούσε έναν αυθεντικό άνθρωπο με «ουλές» κι ατέλειες από έναν τέλειο άνθρωπο χωρίς ψυχή, όπως εκείνη την εννοούσε. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός Σημίτης υπέφερε τα πάνδεινα από τον λόγο της.
Είχε, επίσης, το χάρισμα της αυτοειρωνείας. Δεν τοποθετούσε ποτέ τον εαυτό της σε βάθρο. Γελούσε με τις εμμονές της, με τις αδυναμίες της, με τις αποτυχίες της. Κορόιδευε τον εαυτό της. Κι αυτή η ικανότητα που είχε, ήταν και το πέπλο που την προστάτευε από τη σοβαροφάνεια. Όταν έβλεπε σοβαροφανή άνθρωπο, έπαιρναν μπροστά οι μηχανές της σάτιράς της.
Η σχέση της με τον έρωτα και τη ζωή χαρακτηριζόταν από πάθος. Δεν αντιμετώπιζε τίποτε χλιαρά. Αγαπούσε ολοκληρωτικά, θύμωνε ολοκληρωτικά, έβριζε ολοκληρωτικά, δημιουργούσε ολοκληρωτικά. «Ή είμαι ερωτευμένη και δυστυχώ με τρόπο αστείο, ή είμαι λογική και πλήττω θανάσιμα», έλεγε.
Αυτή η ένταση έκανε τον λόγο της να πάλλεται από ζωή. Δεν έγραφε σαν παρατηρητής, έγραφε σαν άνθρωπος που βρισκόταν μέσα στη φωτιά των εμπειριών του.
Το θάρρος της ήταν ίσως η μεγαλύτερη αρετή της. Όχι μόνο το θάρρος να αντιπαρατεθεί με πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά και το πιο δύσκολο, αυτό που χρειαζόταν όταν κοιτούσε κατάματα τον εαυτό της. Δεν δίσταζε να παραδεχτεί τις αντιφάσεις της, να αναθεωρήσει, να εκτεθεί. Αυτή η εσωτερική εντιμότητα είναι που κάνει τον λόγο της να αντέχει στον χρόνο.
Τόσα χρόνια μετά τη φυγή της, εξακολουθώ και πιστεύω βαθιά, ότι είναι ο πιο ευφυής άνθρωπος που γνώρισα. Καρατσεκαρισμένο, που έλεγε κι η ίδια…. Κι απέδειξε ότι η ευφυΐα δεν χρειάζεται να είναι ψυχρή, ότι η ευαισθησία δεν είναι αδυναμία και ότι η αλήθεια μπορεί να ειπωθεί με χαμόγελο, με σαρκασμό ή με μια φράση που μοιάζει ανάλαφρη, αλλά μένει για χρόνια στη μνήμη.
Δεν άφησε πίσω της απλώς κείμενα και τηλεοπτικές στιγμές. Άφησε έναν τρόπο να κοιτάζει κανείς τον κόσμο: χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία, με αστείρευτη περιέργεια, με ανελέητη ειλικρίνεια και, πάνω απ’ όλα, με βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο, ακόμη κι όταν εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε για να μην την αξίζει.
Ναι, η Μαλβίνα ήταν μια ψυχή στην οποία δεν χωρούσαν φίλτρα. Ασυμβίβαστη εξ επιλογής. Αυθεντική ως επανάσταση. Μια αλήθεια που δεν φορούσε μετάξι! Λατρεία!













