
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Τσίπρας είναι ένας εκ των κορυφαίων δημαγωγών που εμφανίστηκαν στον πολιτικό βίο αυτής της χώρας.

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, μα αυτός τουλάχιστον διέθετε καντάρια μόρφωσης, πολιτικών παραστάσεων και ευφυία. Εφάμιλλο με τον Τσίπρα, πρέπει να πάμε ενάμιση αιώνα πίσω, για να συναντήσουμε τον Θεόδωρο Δηληγιάννη. Είχε κι εκείνος αντίπαλο έναν εξαιρετικό πολιτικό, μεταρρυθμιστή και αίτιο πολλών καλών για τη χώρα, τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον οποίο υπονόμευε συστηματικά με τις δημαγωγικές, ανεφάρμοστες και λαϊκίστικες θέσεις του. Διχάζοντας τους Έλληνες… Κι έφερε τελικά την καταστροφή του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου. Το 1897.
Ο Τσίπρας, από τότε που εμφανίστηκε κάνει ακριβώς το ίδιο. Χαμηλής μόρφωσης και παραστάσεων, διχάζει την ελληνική κοινωνία (ή εμείς ή αυτοί), μοιράζει φρούδες ελπίδες και θέτει εκβιαστικά διλήμματα, ενώ συχνά πυκνά μεταφέρει την κοινωνία στην εποχή του εμφυλίου.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: στον πολιτικό βολονταρισμό. Στην πεποίθηση ότι η πολιτική πραγματικότητα μπορεί να υποταχθεί στη δύναμη της προσωπικής βούλησης, αρκεί αυτή να διατυπωθεί με αρκετή αυτοπεποίθηση, αρκετή ένταση και το κατάλληλο επικοινωνιακό περίβλημα.
Ο Τσίπρας φαίνεται να επιστρέφει στην ενεργό πολιτική με μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την πολυπλοκότητα του πολιτικού συστήματος σαν ζήτημα ηγετικής επιλογής. Το 2026 δεν μιλά πλέον ως ο νεαρός αρχηγός που διεκδικούσε την ανατροπή του παλιού συστήματος. Μιλά ως πρώην πρωθυπουργός που θεωρεί ότι διαθέτει την πολιτική διαδρομή και την προσωπική νομιμοποίηση για να συγκροτήσει εκ νέου τον χώρο της αντιπολίτευσης. Έχει δηλώσει, μάλιστα, ότι στόχος του είναι η πρωτιά στις επόμενες εκλογές και ο σχηματισμός κυβέρνησης.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στη φιλοδοξία. Βρίσκεται στη λογική που τη συνοδεύει.
Γιατί άλλο είναι να διεκδικείς έναν ρόλο στο πολιτικό σκηνικό και άλλο να θεωρείς ότι το σκηνικό οφείλει να αναδιαταχθεί γύρω από εσένα.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Η πρώτη αντίληψη είναι ανταγωνιστική, όπως οφείλει να είναι η δημοκρατική πολιτική. Καταθέτεις πρόγραμμα, διεκδικείς ψήφο, συγκρίνεσαι με αντιπάλους και αποδέχεσαι ότι η κοινωνία έχει το δικαίωμα να επιλέξει διαφορετικά.
Η δεύτερη είναι προσωποκεντρική. Μετατρέπει την πολιτική αντιπαράθεση σε ζήτημα ηγεμονίας: ποιος θα εκφράσει τον χώρο, ποιος θα τον οργανώσει, ποιος θα γίνει ο αναπόφευκτος πόλος γύρω από τον οποίο θα περιστραφούν όλοι οι υπόλοιποι.
Το «εμείς ή κανείς» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Στον Ανδρουλάκη απευθυνόταν κι ας μην το ερμήνευσαν πολλοί έτσι.
Οι τρεις αυτές λέξεις είναι ο τρόπος του Τσίπρα να μετατοπίσει τη γύμνια του και τη συζήτηση, από το «τι προτείνουμε;» στο «ποιος δικαιούται να ηγηθεί»!
Αθεράπευτα βολονταριστής, ημιμαθής και εξαίρετος τακτικιστής. Όπως όλοι οι δημαγωγοί, όπως όλοι οι επιφανείς λαϊκιστές.
Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι η ίδια η πρόσφατη πορεία του προσφέρει αντιφατικά δεδομένα. Από τη μία, επιχειρεί να εμφανιστεί ως φορέας μιας νέας πολιτικής αρχής, μιας νέας «μεταπολίτευσης» και ενός νέου ταξιδιού. Από την άλλη, κουβαλά αναπόφευκτα ολόκληρο το φορτίο της προηγούμενης κυβερνητικής του περιόδου. Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Ο πολιτικός που θέλει να εμφανιστεί ως φορέας του καινούργιου είναι ταυτόχρονα φορέας μιας πολύ συγκεκριμένης πολιτικής μνήμης. Και η μνήμη αυτή δεν διαγράφεται με ένα νέο κόμμα, ένα καινούργιο σύνθημα και κάποια πρόσωπα που σιγά σιγά αποδεικνύονται ικανά να προσφέρουν μόνο φαιδρότητα….
Δεν αρκεί να αλλάξεις το πολιτικό όχημα για να αλλάξεις και την πολιτική διαδρομή.
Αυτό είναι το σημείο όπου ο βολονταρισμός προσκρούει στην πραγματικότητα. Η πολιτική δεν είναι μόνο πρόθεση. Είναι συσχετισμοί, θεσμοί, κοινωνικές αντιθέσεις, οικονομικοί περιορισμοί, διεθνείς συνθήκες και, πάνω απ’ όλα, εκλογείς. Στις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, ηττάται συνεχώς εδώ και χρόνια από τον βασικό του αντίπαλο.
Επιπλέον, η δημοκρατία διαθέτει μια ενοχλητική ιδιότητα: δεν αναγνωρίζει πολιτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Κανένας χώρος δεν ανήκει σε έναν αρχηγό, καμία παράταξη δεν αποτελεί κληρονομική περιουσία και καμία κοινωνική πλειοψηφία δεν θεωρείται εξ ορισμού διαθέσιμη.Κι αυτό το χαρακτηριστικό δεν συμβαδίζει με τον βολονταρισμό του Τσίπρα.
Όμως, αυτό θα είναι, τελικά, το πραγματικό τεστ της νέας προσπάθειας του Τσίπρα. Όχι αν μπορεί να ξαναγεμίσει μια αίθουσα. Όχι αν μπορεί να παράγει ένα εύστοχο σύνθημα. Ούτε αν μπορεί να ξαναβρεί το παλιό πολιτικό του ακροατήριο.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει ότι η επιστροφή του αποτελεί πολιτική πρόταση για το μέλλον και όχι πολιτική επιστροφή στο παρελθόν.
Διότι το «εμείς» στην πολιτική έχει αξία μόνο όταν χωράει μέσα του και εκείνους που δεν το ψήφισαν ακόμη.
Αλλιώς μετατρέπεται πολύ εύκολα σε «εγώ».
Και τότε το «εμείς ή κανείς» δεν μπορεί να αποτελεί πρόσκληση στους πολλούς. Γίνεται απλώς η πιο συμπυκνωμένη διατύπωση μιας αντίληψης για την πολιτική στην οποία η ηγεσία προηγείται της κοινωνίας και η προσωπική βούληση προηγείται των πολιτικών συσχετισμών.
Εκεί ακριβώς αρχίζει ο αθεράπευτος βολονταρισμός.











