
Η ελληνική Αριστερά, ακόμη και μεγάλες εκφάνσεις της Κεντροαριστεράς, είχαν κάποτε μία πολιτική θρησκεία. Και κάθε θρησκεία έχει το δικό της προπατορικό αμάρτημα. Για εκείνες, ήταν η «Αποστασία» του 1965.

Για δεκαετίες ολόκληρες μας υπενθύμιζαν ότι όποιος εγκαταλείπει το κόμμα με το οποίο εξελέγη, προδίδει τη λαϊκή εντολή. Ότι η έδρα ανήκει στους ψηφοφόρους που επέλεξαν ένα συγκεκριμένο κόμμα. Ότι ο βουλευτής που αποχωρεί είναι πολιτικά και ηθικά έκπτωτος.
Βαρύγδουπες κουβέντες. Με στόμφο, κομπασμό, μεγαλοστομία, μεγαληγορία. Μέχρι που η ζωή, η πραγματικότητα, αποφάσισε να τους κάνει μια μικρή φάρσα.
Σήμερα βουλευτές που εξελέγησαν με τον ΣΥΡΙΖΑ εγκαταλείπουν το κόμμα, κρατούν τις έδρες τους και ετοιμάζονται να ακολουθήσουν τον Αλέξη Τσίπρα στο επόμενο πολιτικό του εγχείρημα. Δεν επιστρέφουν την έδρα. Δεν ζητούν νέα λαϊκή εντολή. Δεν αισθάνονται ότι οφείλουν να ξαναρωτήσουν τους πολίτες αν εγκρίνουν τη νέα τους επιλογή.
Και ξαφνικά… Σιωπή!
Η λέξη «αποστάτης» εξαφανίστηκε σαν να την κατάπιε η γη. Δεν τη θυμάται κανείς. Δεν τη γράφει κανείς. Δεν τη φωνάζει κανείς στις τηλεοράσεις. Λες και κάποιος έκανε μαζική διαγραφή από τη συλλογική μνήμη.
Τώρα δεν έχουμε αποστασία. Έχουμε «πολιτική ανασύνθεση».
Δεν έχουμε εγκατάλειψη κόμματος. Δεν έχουμε αλλοίωση της λαϊκής εντολής. Έχουμε «ιστορικές διεργασίες»…
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πόσο εύκολα η πολιτική γλώσσα και η υποκρισία της Αριστεράς, μετατρέπει το ίδιο ακριβώς γεγονός από θανάσιμο αμάρτημα σε πράξη υψηλού πολιτικού πολιτισμού. Αρκεί που οι πρωταγωνιστές είναι…προοδευτικοί!
Αναρωτιέται κανείς τι θα έγραφαν σήμερα οι ίδιοι σχολιαστές, οι ίδιοι διανοούμενοι και οι ίδιοι επαγγελματίες τιμητές της Δημοκρατίας, αν οι συγκεκριμένοι βουλευτές εγκατέλειπαν τον ΣΥΡΙΖΑ για να στηρίξουν μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Δεν θα μιλούσαν για «δημοκρατική ωρίμανση», αλλά θα είχαν ήδη ανακαλύψει τη μεγαλύτερη θεσμική εκτροπή από το… 1965.
Εδώ βρίσκεται όλη η πολιτική υποκρισία συμπυκνωμένη σε μία εικόνα.
Οι αρχές δεν είναι αρχές. Είναι αξεσουάρ. Φοριούνται όταν εξυπηρετούν και πετιούνται όταν ενοχλούν.
Η περίφημη «Αποστασία», αποδεικνύεται τελικά πως δεν ήταν ποτέ μια σταθερή δημοκρατική αρχή εκείνων που την κατέστησαν πολιτικό τους σύνθημά. Ήταν ένα ρόπαλο με το οποίο κτυπούσαν τους απέναντι.
Σήμερα το ρόπαλο είναι κρυμμένο στην αποθήκη.
Όχι γιατί άλλαξε το γεγονός. Αλλά, επειδή άλλαξαν οι πρωταγωνιστές.
Και κάπως έτσι, εκείνοι που για εξήντα χρόνια μοίραζαν πιστοποιητικά δημοκρατικής νομιμοφροσύνης, βρίσκονται αντιμέτωποι με τον πιο αμείλικτο καθρέφτη: τον ίδιο τους τον εαυτό.
Θα πει κάποιος, ότι ο Τσίπρας παραιτήθηκε από βουλευτής κι έφτιαξε άλλο κόμμα. Ναι, αλλά οι δικοί του γίνονται ανεξάρτητοι βουλευτές με πρόθεση να τον ακολουθήσουν. Δεν παραδίδουν την έδρα στον ΣΥΡΙΖΑ (πλην ελάχιστων περιπτώσεων), αλλά ανεξαρτητοποιούνται. Υποκλέπτουν τη βούληση της κοινωνίας που τους ψήφισε, αποστατούν απέναντι στο κόμμα με το οποίο εξελέγησαν. Και περιμένουν νεύμα του…μεγάλου τιμονιέρη… απολαμβάνοντας την βουλευτική τους έδρα κι…αποζημίωση.
Αν το 1965 ήταν αποστάτες, τότε και σήμερα είναι αποστάτες.
Αν σήμερα δεν είναι αποστάτες, τότε κάποιος οφείλει να ζητήσει μια συγγνώμη για εξήντα χρόνια πολιτικής υποκρισίας.
Εκτός αν πιστεύουν ότι η ιστορία γράφεται αναλόγως με το ποιος κρατάει το μικρόφωνο, το στυλό ή το πληκτρολόγιο…
Αυτό δεν λέγεται πολιτική συνέπεια. Άλλωστε η Αριστερά δεν φημίζεται γι’ αυτή.
Λέγεται πολιτική υποκρισία, ίσως και γελοιότητα.











