
Οι οδυρμοί με αναφιλητά που ακούγονταν από τον 3ο όροφο της οδού Αιόλου 94, όπου θα εγκατασταθούν τα γραφεία του κόμματος Καρρυστιανού στην Αθήνα, ακούγονταν όλο και πιο γοεροί. Σχεδόν σπαρακτικοί! Οι περίοικοι αναστατώθηκαν, λέγεται ότι η Αστυνομία ετοιμάστηκε να επέμβει, ομού μετά της Πυροσβεστικής. Ώσπου, η τηλεόραση ανακοίνωσε ότι έφυγαν από το κόμμα Καρυστινού ο Κοκοτσάκης κι ο πτέραρχος Παπανικολάου κι όλα εξηγήθηκαν….

Για την ιστορία, ο Κοκοτσάκης ήταν εκείνος ο πραγματογνώμονας που με ακρίβεια χάρακα και μοιρογνωμονίου, μας έλεγε στην τηλεόραση σε ποιο βαγόνι και σε ποιο σημείο του βρισκόταν το… ξυλόλιο, στο μοιραίο τρένο! Κι ο πτέραρχος σε κάθε δημόσια εμφάνισή του έδειχνε την αγωνία του να βρει κάπου ρόλο…
Και τώρα; Τώρα τι; Θα αμφισβητηθεί η αυτοδυναμία που στοχεύει η Καρυστιανού; Θα βγουν κι άλλα άπλυτα στη φόρα, πλην εκείνων που καταγγέλλουν οι δυο; Θα μας πούνε και για την απαστράπτουσα Mercedes , με την οποία η μάνα των Τεμπών περιοδεύει ως αστέρας… επιπέδου Taylor Swif; Θα δούμε…
Επί της ουσίας τώρα και πέρα από χρονογραφικά πεδία, η Καρρυστιανού έχασε πριν καν ξεκινήσει δυο στηρίγματά της. Μάλιστα, ο Κοκοτσάκης ήταν εκείνος που στήριξε τα πάντα… Ήταν ο ….καθηγητής του ξυλολίου…. Ήταν τότε που χιλιάδες κόσμου έτρεχαν εδώ κι εκεί και σε συντονισμό επιφανών τηλεπαρουσιαστών φώναζαν, δείχνοντας την κυβέρνηση, «εσείς με τη μαφία, εμείς με τη Μαρία»!!!
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Όχι για όσους αποχώρησαν. Αυτοί βρήκαν την έξοδο κι έφυγαν. Τα δύσκολα αρχίζουν για όσους για χρόνια έχτιζαν ένα ολόκληρο πολιτικό οικοδόμημα, ένα αφήγημα επάνω στην απόλυτη βεβαιότητα ότι κατείχαν την μοναδική αλήθεια. Διότι όταν είσαι βέβαιος για τα πάντα, δεν δικαιούσαι να δηλώνεις έκπληκτος για τίποτα.
Για χρόνια η χώρα άκουγε για αποκαλύψεις που θα συγκλόνιζαν το πανελλήνιο. Για στοιχεία που θα κατέρριπταν τα πάντα. Για θεωρίες που παρουσιάζονταν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Όποιος διαφωνούσε ήταν ύποπτος. Όποιος αμφέβαλλε ήταν συνένοχος. Όποιος ζητούσε αποδείξεις γινόταν στόχος.
Και ξαφνικά γίναμε μάρτυρες ιστοριών πολιτικού ψεκασμού, με πρωταγωνίστριες γερόντισσες στην έρημο και γέροντες εδώ κι εκεί, με χλιδάτες και κοστοβόρες εκδηλώσεις, διενέξεις και πρόσωπα αμφιλεγόμενα. Κι ύστερα οι πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου αρχίζουν να αποχωρούν ο ένας μετά τον άλλον. Να καταγγέλλουν παρασκηνιακές λειτουργίες. Να μιλούν για κλειστούς κύκλους, για αποκλεισμούς, για επιλογές που δεν τους εκφράζουν.
Περίεργο πράγμα η πραγματικότητα. Έχει την κακή συνήθεια να εμφανίζεται την πιο ακατάλληλη στιγμή.
Το πιο εντυπωσιακό όμως δεν είναι η φυλλορροή. Είναι η σιωπή. Η εκκωφαντική σιωπή όσων μέχρι χθες μιλούσαν με απόλυτους όρους. Όσων μοίραζαν πιστοποιητικά ηθικής ανωτερότητας. Όσων είχαν χωρίσει την κοινωνία σε καλούς και κακούς, σε φωτισμένους και σκοτεινούς, σε υπερασπιστές της αλήθειας και εκπροσώπους της «μαφίας».
Τελικά ήταν πολύ εύκολο να μοιράζεις ρόλους όταν βρισκόσουν απέναντι από τους άλλους. Δυσκολότερο αποδεικνύεται να εξηγήσεις τι συμβαίνει όταν οι πρωταγωνιστές του ίδιου έργου αρχίζουν να αλληλοαμφισβητούνται.
Και κάπου εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα. Όλοι εκείνοι που για μήνες απαιτούσαν απαντήσεις από τους πάντες, θα δώσουν οι ίδιοι κάποιες απαντήσεις; Όχι για λόγους εκδίκησης. Ούτε για λόγους συμψηφισμού. Αλλά γιατί έτσι λειτουργεί η δημόσια ζωή. Όποιος ζητά λογαριασμό από τους άλλους, οφείλει να δίνει λογαριασμό και ο ίδιος.
Η τραγωδία των Τεμπών άξιζε δικαιοσύνη. Άξιζε αλήθεια. Άξιζε σοβαρότητα. Αυτό που δεν άξιζε ήταν να μετατραπεί σε πολιτικό χρηματιστήριο οργής, όπου ο καθένας επένδυε ό,τι τον βόλευε και εισέπραττε δημοσιότητα, επιρροή ή πολιτική υπεραξία.
Σήμερα οι μάσκες δεν πέφτουν όλες μαζί. Πέφτουν μία-μία. Και ίσως γι’ αυτό ο θόρυβος είναι τόσο μεγάλος στο οικοδόμημα της οργής. Το αφήγημα, άρχισε να τρώει τα παιδιά του…











