Αρχική Απόψεις Ο Γ. Βαρβιτσιώτης, διαβάζει την Ιστορία: Από τον Ράλλη και τον Ανδρέα...

Ο Γ. Βαρβιτσιώτης, διαβάζει την Ιστορία: Από τον Ράλλη και τον Ανδρέα στον Τσίπρα – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Η ελληνική πολιτεία αποχαιρέτησε χθες τον ευπατρίδη της πολιτικής Γιάννη Βαρβιτσιώτη, που στα 93 του χρόνια ξεκίνησε το ταξίδι του για το φως!  Έναν άνθρωπο που σημάδεψε με την παρουσία του τη δημόσια ζωή της πατρίδας μας. Έναν πολιτικό με αρχές, έναν πατριώτη, αλλά πάνω απ’ όλα έναν άνθρωπο που υπηρέτησε με συνέπεια, ήθος και αίσθημα ευθύνης την Ελλάδα.

Νίκος Σακελλαρόπουλος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης ανήκε σε εκείνη τη γενιά των πολιτικών που πίστευαν ότι η πολιτική δεν είναι προνόμιο, αλλά αποστολή. Σε όλη τη μακρά διαδρομή του στάθηκε σταθερός στις αξίες του, αντιμετώπισε τις δυσκολίες με ψυχραιμία και έθεσε πάντοτε πάνω από όλα το δημόσιο συμφέρον. Υπηρέτησε την πατρίδα από θέσεις μεγάλης ευθύνης, αφήνοντας πίσω του έργο που ξεπερνά τα όρια της εποχής του.

Όμως, κανένας άνθρωπος δεν αποτιμάται μόνο από τα αξιώματα που κατείχε ή τις αποφάσεις που έλαβε. Αποτιμάται από το αποτύπωμα που αφήνει στις καρδιές των ανθρώπων. Και ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης θα μείνει στη μνήμη όσων τον γνώρισαν ως ένας άνθρωπος ευγενής, προσιτός, με βαθιά καλλιέργεια, αξιοπρέπεια και σεβασμό προς όλους. Για τους φίλους του υπήρξε πιστός συνοδοιπόρος. Με τους πολιτικούς αντιπάλους του «έπαιζε» πάντα επάνω στο τραπέζι, με επιχειρήματα και χωρίς ίχνος εμπάθειας. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του: ότι μπορεί κανείς να διαφωνεί χωρίς να διχάζει, να αγωνίζεται χωρίς να χάνει την ανθρωπιά του.

αρνικ σα 3 1

Με δημόσιο λόγο στιβαρό, σοβαρό, με επιχειρήματα. Με εύστοχες παρεμβάσεις στη δημόσια ζωή. Με κύρος και μανιάτικη μπέσα.

Θεωρήθηκε θεματοφύλακας του «καραμανλισμού» στη ΝΔ, πρωτοστάτησε στην ανάδειξη του Κώστα Καραμανλή ως προέδρου της (21-3-1997), αλλά ουδέποτε κινήθηκε με λογικές και τακτικές αμφισβήτησης όταν στην ηγεσία βρέθηκαν … Μητσοτάκηδες! Κύριος και μέγας δημοκράτης.

Η γνωστοποίηση του θανάτου του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, μ’ οδήγησε να ξεφυλλίσω το έργο του με τίτλο «Όπως τα έζησα» (2017, εκδόσεις Πατάκη), το οποίο έμεινε ανολοκλήρωτο. Ακόμη κι αυτό το απλό ξεφύλλισμα, κάνει τον αναγνώστη να συνειδητοποιεί το μέγεθος του ήθους του Γιάννη Βαρβιτσιώτη και της πολιτικής του ευπρέπειας.

Δείγμα του ύφους, αλλά και του ήθους, που χαρακτήριζε δια βίου τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, είναι ένα μικρό απόσπασμα από τα πολιτικά απομνημονεύματά του. Συγκεκριμένα, δε, από τον Τόμο Β’ του έργου «Όπως τα έζησα» (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2017), το οποίο παρέμεινε ανολοκλήρωτο.

Γράφει αναφορικά με τη σύγκριση του Ανδρέα Παπανδρέου  του 1981 με τον Τσόρτσιλ του 1945 και τον Τσίπρα του 2015.

«Προσωπικά πιστεύω ότι δεν ήταν η στρατηγική του ήπιου κλίματος [σσ: που προέκρινε και υιοθέτησε ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας το 1981, Γεώργιος Ράλλης] ο καθοριστικός παράγων που επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα. Απλώς ο Ανδρέας Παπανδρέου, με ‘πυροτεχνήματα’ του τύπου ‘Αλλαγή’, ‘ΠΑΣΟΚ, κόμμα μη προνομιούχων’, ‘Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες’, ‘Για μια Ελλάδα νέα’ κ.α., που εκτόξευε κατά την τριετία προ των εκλογών του 1981, και τα οποία μπορούσε ο καθένας να ερμηνεύει κατά το δοκούν, είχε σαγηνεύσει το εκλογικό σώμα.
» Παράλληλα, η λιτή και αυστηρή διακυβέρνηση, την οποία είχε επιβάλει ο Κ. Καραμανλής, επί επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1974, προσανατολισμένος στη στρατηγική της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, είχε κουράσει τον λαό.

αρνικ σα 1 1
Στη μνήμη μου ήρθε η αποδοκιμασία του Συντηρητικού Κόμματος από τους Βρετανούς, το 1945: τότε, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο «πατέρας της νίκης» των Συμμάχων κατά του Άξονα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε χάσει την πρώτη μεταπολεμική εκλογική μάχη από το Εργατικό κόμμα και τον σοσιαλιστή Κλέμεντ Άττλη, περίπου δύο μήνες μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. Αυτός, που μπόρεσε να πείσει έναν λαό να τον ακολουθήσει στις δύσκολες ημέρες του πολέμου, υποσχόμενος μόνο δάκρυα και θυσίες, δεν μπόρεσε να τον επηρεάσει, για να τον εμπιστευθεί στις ημέρες της ειρήνης. Οι Άγγλοι είχαν γοητευθεί από την ιδέα της αλλαγής και των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που προέβαλαν οι Εργατικοί του Άττλη και του Ανάιριν Μπέβαν (Aneurin Bevan). Το ζήτημα γι’ αυτούς ήταν ψυχολογικό. Και η ψυχολογία επενεργεί πάντοτε στην πολιτική ως καταλύτης.

» Μέσα σε όλα αυτά, δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε και τα γεγονότα που συνέπεσαν εκείνη την περίοδο και τα οποία βρίσκονταν πολύ πέραν του ελέγχου του πρωθυπουργού Γ. Ράλλη: την τραγωδία της Θύρας 7 στο γήπεδο Καραϊσκάκη, τους μεγάλους εμπρησμούς των πολυκαταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας, και φυσικά τον ισχυρότατο σεισμό του 1981. Ήταν γεγονότα που δεν μπορούσε να προβλέψει κανείς, και που δυστυχώς ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εκμεταλλεύτηκε μικροπολιτικά στο έπακρον.

» Λέγεται ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, και μάλιστα, όπως σοφά έχει διατυπώσει ο Καρλ Μαρξ, «την πρώτη φορά σαν τραγωδία, και τη δεύτερη σαν φάρσα». Κάτι αντίστοιχο με τη σαρωτική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, και μάλιστα με ακόμα πιο εντυπωσιακό τρόπο, επαναλήφθηκε πρόσφατα [σσ: ο Βαρβιτσιώτης έγραφε το 2017 για το 2015] από τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, που, από το μόλις 4,59% των εκλογών του Οκτωβρίου 2009, εκτοξεύτηκε τον Ιανουάριο του 2015 στο 36,34%.

» Και τα δύο κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, είχαν ηγέτες που εκμεταλλευόμενοι την πειθώ και την πολιτική τους γοητεία παρουσίασαν το άσπρο μαύρο, χωρίς μάλιστα να διστάσουν να χρησιμοποιήσουν στοιχεία που ουδεμία σχέση είχαν με την πραγματικότητα, υποσχόμενοι στους πάντες τα πάντα.

» Ο Ανδρέας Παπανδρέου, όμως, είχε τουλάχιστον πλούσια μόρφωση και μεγάλη ευχέρεια στις ξένες γλώσσες. Από την άλλη ο πρωθυπουργός που σήμερα κυβερνά τη χώρα μας, [σσ: εννοεί τον Αλέξη Τσίπρα] χωρίς καν να διαθέτει τα ανάλογα προσόντα, προσπάθησε, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Καρλ Μαρξ, να μιμηθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου, και όχι μόνο ως προς τους ενδυματολογικούς «νεωτερισμούς».

αρνικ σα 2

» “Αλλάζουμε την Ευρώπη”, ευαγγελιζόταν προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, φέρνοντας στη μνήμη μια άλλη «αλλαγή», που υποτίθεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα οδηγούσε την Ελλάδα στην ευημερία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, με το ζιβάγκο, φώναζε προεκλογικά από τα μπαλκόνια «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και «’Έξω οι βάσεις του θανάτου», ενώ ο Αλέξης Τσίπρας, με πουκάμισο χωρίς γραβάτα, υποσχόταν κατάργηση των μνημονίων «με έναν νόμο σε ένα άρθρο», και ότι τελικά «εμείς θα παίζουμε τον ζουρνά και αυτοί θα χορεύουν».

» Το αν τελικά τήρησαν αυτές τους τις δεσμεύσεις, νομίζω ότι όλοι είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε. Το χειρότερο όμως είναι ότι η πολιτική αυτή του λαϊκισμού και της διγλωσσίας επαναλαμβάνεται σε μία εποχή εξαιρετικά δυσχερών οικονομικών και γεωπολιτικών συγκυριών, βυθίζοντας τη χώρα όλο και πιο βαθιά στην τραγωδία…

» Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, εκτιμώ ότι η ήττα μας το 1981 ήταν σχεδόν «νομοτελειακή», και θα είχε συμβεί οποιονδήποτε αρχηγό και αν είχαμε. Κι όμως, ορισμένα κομματικά στελέχη ισχυρίζονταν, με επιπολαιότητα, ότι ακόμη και η φράση του Γεωργίου Ράλλη, από το προεκλογικό μπαλκόνι της πλατείας Συντάγματος, με την οποία καυτηρίαζε τις αποδοκιμασίες των οπαδών μας κατά του Ανδρέα Παπανδρέου («Δεν θέλω ου»), είχε συμβάλει στην ήττα μας.
» Αντί να αισθανθούν υπερηφάνεια που ο αρχηγός της παράταξής μας δίδασκε πολιτικό ήθος, απέναντι σε έναν αδίστακτο δημαγωγό, του ασκούσαν απαράδεκτη κριτική...».

Ίσως αυτό να ήταν τελικά το μεγαλύτερο γνώρισμα του Γιάννη Βαρβιτσιώτη: δεν φοβόταν να διατυπώσει καθαρές κρίσεις, αλλά δεν τις διατύπωνε ποτέ με εμπάθεια. Έγραφε όπως πολιτεύτηκε, με επιχειρήματα, ιστορικές αναφορές και την πεποίθηση ότι η πολιτική οφείλει να υπηρετεί τη χώρα και όχι τις προσωπικές ή κομματικές σκοπιμότητες.

Στην εποχή της εύκολης καταγγελίας, των συνθημάτων και της τοξικότητας, η φωνή του ακούγεται σήμερα εξακολουθητικά επίκαιρη.

Όχι γιατί όλοι θα συμφωνήσουν με τις απόψεις του – ο ίδιος άλλωστε δεν θα το απαιτούσε ποτέ – αλλά γιατί υπενθυμίζει έναν τρόπο άσκησης της πολιτικής που στηριζόταν στον σεβασμό του αντιπάλου, στη γνώση της Ιστορίας και στην ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.

Με τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη κλείνει ακόμη ένα σημαντικό κεφάλαιο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Μένει, όμως, η μαρτυρία του, οι δημόσιες παρεμβάσεις του και οι σελίδες που πρόλαβε να γράψει. Σε αυτές θα επιστρέφουν όσοι αναζητούν όχι μόνο τι συνέβη στην πολιτική ζωή του τόπου, αλλά και πώς ένας πολιτικός πίστευε ότι πρέπει να ασκείται η πολιτική: με ήθος, μέτρο και αίσθηση της Ιστορίας.

Προηγούμενο άρθροΚολιός πλακί στον φούρνο με αμπελόφυλλα και λαχανικά – Όταν η γεύση ξεχωρίζει!
Επόμενο άρθροΜ. Χαρακόπουλος: Ως βουλευτής θα υπερασπίζομαι πάντα τον θεσμό της οικογένειας