
Υπάρχουν καλλιτέχνες που αφήνουν πίσω τους τραγούδια. Και υπάρχουν εκείνοι που αφήνουν έναν τρόπο να αισθάνεσαι το τραγούδι. Η Μαίρη Λίντα ανήκε στη δεύτερη, σπάνια κατηγορία.

Η φωνή της δεν ήταν απλώς όμορφη. Ήταν καθαρή, περήφανη, γεμάτη φως και αλήθεια. Είχε την ιδιότητα να στέκεται πάνω από τη μουσική χωρίς ποτέ να την επισκιάζει. Να γίνεται ένα με το μπουζούκι, με τον στίχο, με το βλέμμα του ανθρώπου που άκουγε. Δεν τραγουδούσε για να εντυπωσιάσει. Τραγουδούσε για να πει μια ιστορία, για να μοιραστεί έναν καημό, μια χαρά, μια ελπίδα.
Δίπλα στον Μανώλη Χιώτη, δεν υπήρξε απλώς η ιδανική ερμηνεύτρια των τραγουδιών του. Υπήρξε η γυναίκα που έδωσε φωνή στη μουσική επανάσταση που εκείνος οραματιζόταν. Όταν ο Χιώτης άνοιγε νέους δρόμους στο μπουζούκι, όταν άλλαζε τον ήχο του λαϊκού τραγουδιού και το έφερνε πιο κοντά στη σύγχρονη Ελλάδα, η Μαίρη Λίντα ήταν εκεί για να αποδείξει πως και η γυναικεία φωνή μπορούσε να ξεφύγει από τα στερεότυπα της εποχής.
Δεν στάθηκε ποτέ στη σκιά του. Περπάτησε δίπλα του. Με την ίδια τόλμη, την ίδια αισθητική, την ίδια πίστη ότι το λαϊκό τραγούδι μπορεί να είναι και αυθεντικό και εκλεπτυσμένο. Μαζί δημιούργησαν έναν ήχο που δεν περιορίστηκε στη δεκαετία του. Έγινε σημείο αναφοράς. Έγινε σχολή.
Η Μαίρη Λίντα άνοιξε δρόμους χωρίς να διακηρύξει ποτέ ότι το κάνει. Έδειξε, ότι μια γυναίκα -λαϊκή τραγουδίστρια- μπορούσε να είναι δυναμική χωρίς υπερβολές, κομψή χωρίς επιτήδευση, λαμπερή χωρίς να χάνει την ανθρώπινη ζεστασιά της. Πριν από εκείνη, οι επιλογές ήταν λίγες. Μετά από εκείνη, μια ολόκληρη γενιά ερμηνευτριών βρήκε περισσότερο χώρο να αναπνεύσει.
Κι όμως, όσοι τη γνώρισαν από κοντά δεν μιλούσαν πρώτα για τη μεγάλη φωνή της. Μιλούσαν για τον άνθρωπο.
Για τη γυναίκα που δεν έκλεινε ποτέ την πόρτα σε έναν νέο τραγουδιστή. Που είχε πάντα μια συμβουλή, έναν καλό λόγο, μια αγκαλιά για εκείνον που έκανε τα πρώτα του βήματα. Δεν αντιμετώπιζε τους νεότερους ως ανταγωνιστές. Τους έβλεπε σαν τη συνέχεια του τραγουδιού που τόσο αγάπησε.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έχουν περιγράψει τη γενναιοδωρία της. Έλεγε πως το ταλέντο έχει αξία μόνο όταν το μοιράζεσαι και πως η μεγαλύτερη δικαίωση ενός καλλιτέχνη είναι να βλέπει τους επόμενους να προχωρούν πιο μακριά. Σε έναν χώρο όπου ο εγωισμός πολλές φορές περισσεύει, εκείνη διάλεξε την αρχοντιά.
Ίσως γι’ αυτό, ακόμη και όταν τα φώτα της πίστας έσβησαν, η αγάπη του κόσμου δεν έσβησε ποτέ. Η Μαίρη Λίντα δεν έγινε θρύλος μόνο για τις επιτυχίες της. Έγινε γιατί παρέμεινε μέχρι το τέλος μια Κυρία. Με αξιοπρέπεια, ευγένεια και μια σπάνια αίσθηση μέτρου, κουβαλούσε μέσα της μια ολόκληρη εποχή χωρίς να την εξιδανικεύει. Τη θυμόταν με αγάπη, αλλά συνέχιζε να πιστεύει στους ανθρώπους και στο μέλλον του ελληνικού τραγουδιού.
Πρέπει να πούμε κι αυτό: Μπορεί η Μαίρη Λίντα να ταυτίστηκε στο έπακρο με τον Χιώτη, αλλά προσωπικά δεν ξέρω κάποιον ή κάποια που να ερμήνευσε καλύτερα τον «Επιτάφιο» των Θεοδωράκη – Ρίτσου. Εκείνη έδωσε πιο κοσμοπολίτικη χροιά στο έργο, το έφερε πιο κοντά σ’ ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Απέδωσε το θρήνο της μάνας, όπως δεν μπόρεσε ο Μπιθικώτσης, που προσέγγισε μεν τον σπαραγμό με τη σπουδαία δωρικότητά του, αλλά ήταν διαφορετική η απόδοση του θρήνου. Τα ίδια κι η Μούσχουρη, που η φωνή της είχε άλλη αφετηρία κι άλλον προορισμό κι όχι τον «Επιτάφιο».
Σήμερα λοιπόν, το λαϊκό τραγούδι είναι φτωχότερο.
Όχι μόνο γιατί σίγησε μια μεγάλη φωνή. Αλλά γιατί έφυγε ένας άνθρωπος που απέδειξε ότι η καλλιτεχνική αξία δεν μετριέται μόνο με τις πωλήσεις, τις επιτυχίες ή τα χειροκροτήματα. Μετριέται με το αποτύπωμα που αφήνεις στις ψυχές των ανθρώπων και στον τρόπο που οι επόμενοι συνεχίζουν να τραγουδούν.
Η Μαίρη Λίντα αφήνει πίσω της μια παρακαταθήκη που δεν χωρά σε δισκογραφίες και βραβεία. Ζει σε κάθε πενιά που κουβαλά τη λεπτότητα του Χιώτη, σε κάθε γυναικεία λαϊκή φωνή που τολμά να είναι ευαίσθητη και δυνατή μαζί, σε κάθε νέο καλλιτέχνη που βρήκε κάποτε απέναντί του ένα χαμόγελο αντί για μια κλειστή πόρτα.
Γιατί, οι μεγάλοι άνθρωποι δεν φεύγουν όταν σταματά η καρδιά τους.
Φεύγουν μόνο όταν πάψει να ακούγεται η ηχώ της καλοσύνης τους.
Κι η ηχώ της Μαίρης Λίντα θα συνεχίσει να ταξιδεύει για πολλά ακόμη χρόνια, στις νύχτες όπου το λαϊκό τραγούδι θα ψάχνει πάντα εκείνη τη μία φωνή που κατάφερε να ενώσει τη δεξιοτεχνία με την ψυχή.












