
Περί Σπύρου Περεσιάδη ο λόγος σήμερα.
Κι είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι θ’ αναρωτιόσαστε… ποιος είναι αυτός; Ναι, είναι άγνωστος στο ευρύ κοινό, μα πασίγνωστος αν πούμε ότι είναι ο συγγραφέας της Γκόλφως. Του εμβληματικού έργου που έχει γυρίσει παντοιοτρόπως την Ελλάδα κι όλη την Οικουμένη.

Σκέφτομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που τους θυμάται η Ιστορία. Μα υπάρχουν κι άνθρωποι που τους θυμάται ο τόπος. Ο Σπύρος Περεσιάδης ανήκει και στις δυο κατηγορίες, κυρίως όμως στη δεύτερη.
Ίσως γιατί ο τόπος δεν ξεχνά ποτέ εκείνον που κάποτε πήρε τη σιωπή του, τα βουνά του, τις φωνές των ανθρώπων του, τους καημούς, τα πανηγύρια, τους έρωτες και τις συμφορές τους και τα έκανε λόγο. Τα έκανε θέατρο. Τα έκανε τραγούδι. Τα έκανε μνήμη.
Και τώρα, ύστερα από εκατόν οκτώ χρόνια από τον θάνατό του, το Μεσορρούγι, το μικρό χωριό της Αιγιάλειας, στα ψηλά της Ακράτας, όπου γεννήθηκε ο Σπυρίδων Περεσιάδης, ετοιμάζεται να τον υποδεχθεί ξανά. Όχι όπως υποδέχεται κανείς έναν νεκρό, αλλά όπως υποδέχεται έναν άνθρωπο που, κατά έναν παράξενο τρόπο, δεν έφυγε ποτέ.
Χθες, στην πλατεία του γενέθλιου τόπου του, αποκαλύφτηκε το μνημείο που αφιερώνεται στον δημιουργό της θρυλικής «Γκόλφως»!
Και είναι σαν να κλείνει ένας κύκλος.
Από το Μεσορρούγι ξεκίνησε ο άνθρωπος. Στην Ακράτα γεννήθηκε το θέατρο. Και από εκεί ξεκίνησε η Γκόλφω για να διασχίσει την Ελλάδα και να γίνει, τελικά, κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα θεατρικό έργο, έγινε μνήμη.
Ο τυφλός δάσκαλος
Ο Σπύρος Περεσιάδης γεννήθηκε το 1854 στο Μεσορρούγι. Έζησε στην Ακράτα, εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος και δάσκαλος, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και πρωτοστάτησε στην πνευματική και θεατρική ζωή της περιοχής. Το 1891 εξέδωσε την «Αστραπή», ενώ λίγο αργότερα θα έγραφε το έργο που έμελλε να του χαρίσει την αθανασία: τη «Γκόλφω».
Μόνο που η ζωή του Περεσιάδη δεν υπήρξε εύκολη. Από δύο ατυχήματα έχασε σταδιακά την όρασή του. Το δεύτερο συνέβη κατά τη διάρκεια ερασιτεχνικής θεατρικής παράστασης στην Ακράτα. Ένα θραύσμα από την εκπυρσοκρότηση όπλου που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες μιας σκηνής τραυμάτισε το μάτι του. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τόσο πολύ το θέατρο βρέθηκε τελικά βυθισμένος στο σκοτάδι. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, συνέχισε να γράφει. Τα περισσότερα από τα δεκατέσσερα δράματά του είναι γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο και λαϊκή γλώσσα. Σαν να είχε μέσα του ένα άλλο φως. Ένα φως που δεν χρειαζόταν μάτια για να το δει.
Γκόλφω
Κι ύστερα ήρθε η Γκόλφω. Γραμμένη το 1893, η «Γκόλφω» παρουσιάστηκε από ερασιτέχνες στην Ακράτα και την επόμενη χρονιά πήρε τον δρόμο για την Αθήνα, όπου παρουσιάστηκε στις 10 Αυγούστου 1894 στο θέατρο «Παράδεισος». Από εκεί και πέρα, όπως σημειώνει το Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου, «έκανε φτερά».
Και πράγματι. Η Γκόλφω δεν έμεινε στο χαρτί. Πέρασε από στόμα σε στόμα. Από χωριό σε χωριό. Από θίασο σε θίασο. Από τα μπουλούκια στις μεγάλες σκηνές. Από την Ελλάδα στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του ελληνικού λαϊκού θεάτρου.
Η βοσκοπούλα που αγαπά, περιμένει, υποφέρει, προδίδεται, συντρίβεται και τελικά γίνεται τραγική ηρωίδα δεν ήταν πια μόνο η Γκόλφω του Περεσιάδη. Ήταν η Γκόλφω της Ελλάδας.
Κι ίσως αυτό είναι το μυστικό της αντοχής της. Γιατί, πίσω από τον έρωτα της Γκόλφως και του Τάσου υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που σε όλους μας θυμίζει κάτι: το βουνό, το κοπάδι, το κονάκι, η τιμή, η φτώχεια, το προξενιό, η ζήλια, η εγκατάλειψη, η πίστη, η μοίρα.
Μια Ελλάδα που δεν υπήρξε ποτέ τόσο αθώα όσο τη θυμόμαστε ή τη φανταζόμαστε, αλλά που υπήρξε βαθιά ανθρώπινη.
Μια Ελλάδα της πέτρας και του ξύλου. Της καμπάνας και του κλαρίνου. Του χωριού και του πανηγυριού μα και του έρωτα που ραγίζει ψυχή και νου.
Μια Ελλάδα που έφυγε. Και που η «Γκόλφω» κράτησε όρθια μέσα στον χρόνο.
Ταξίδι στο φως με οσμές φτώχιας
Ο Περεσιάδης δεν έζησε τη δόξα που σήμερα του αποδίδουμε. «Έφυγε» για να συνεχίσει τη ζωή του στο φως, το 1918, πάμπτωχος μέσα στην πανδημία της ισπανικής γρίπης που έπληξε τη χώρα. Δεν υπήρχαν χρήματα ούτε καν για την κηδεία του κι αυτή έγινε τελικά δημοσία δαπάνη.
Τι παράξενη μοίρα, ε; Να έχεις δημιουργήσει μια από τις πιο δημοφιλείς ηρωίδες του ελληνικού θεάτρου και να φεύγεις από τη ζωή πένητας. Να έχεις χαρίσει στην Ελλάδα έναν μύθο και να μην έχεις ο ίδιος την άνεση ούτε καν μιας ζωής με σχετική άνεση. Να γράφεις για τον έρωτα, για την πίστη, για την τιμή, για τη μοίρα — κι η δική σου μοίρα να είναι τόσο σκληρή.
Ίσως όμως γι’ αυτό ακριβώς ο Περεσιάδης παραμένει τόσο συγκινητικός. Δεν ήταν ένας συγγραφέας από μακριά. Ήταν ένας από τους ανθρώπους εκείνου του κόσμου. Ένας άνθρωπος του τόπου. Κι ο τόπος τον αναγνωρίζει. Τόσο η Ακράτα, όσο κι η χώρα.
Επιστροφή
Ο Περεσιάδης λοιπόν, επέστρεψε εκεί όπου άρχισαν όλα. Στην πλατεία του χωριού του, κάτω από τον ίδιο μεγάλο ουρανό του Χελμού, ανάμεσα σε ανθρώπους που ίσως δεν γνωρίζουν πια όλα τα λόγια της «Γκόλφως», αλλά αναγνωρίζουν μέσα τους τον κόσμο της.
Ο Περεσιάδης έφυγε πριν από έναν αιώνα και πλέον. Η Ελλάδα που περιέγραψε έχει αλλάξει. Τα χωριά άδειασαν. Οι δρόμοι έγιναν πιο γρήγοροι. Τα σπίτια άλλαξαν. Οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν αλλιώς. Οι έρωτες άλλαξαν γλώσσα. Τα πανηγύρια άλλαξαν ήχους.
Κι όμως, κάπου βαθιά, η Γκόλφω εξακολουθεί να περπατά στα μονοπάτια του Χελμού. Με το μαντίλι της. Με τον καημό της. Με την αθωότητά της. Με εκείνη την παλιά, σχεδόν αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Γι’ αυτό η «Γκόλφω» δεν είναι απλώς ένα έργο που γράφτηκε το 1893.
Είναι ένα κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης. Είναι η Ελλάδα που θυμάται τον εαυτό της. Κι ο Σπύρος Περεσιάδης δεν είναι μόνο ο συγγραφέας της.
Είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που, χωρίς να το γνωρίζουν, έγιναν οι τελευταίοι φύλακες ενός κόσμου που έφευγε. Κι ύστερα η ζωή τού ανταπέδωσε, με έναν τρόπο σχεδόν ποιητικό, αυτό που εκείνος της είχε χαρίσει: Του έδωσε μια θέση στην αιωνιότητα.
Όχι στα μεγάλα σαλόνια. Όχι στις χρυσές αίθουσες. Αλλά εκεί όπου γεννήθηκε. Στα ψηλά της Ακράτας, στον θρυλικό Χελμό, στο Μεσορρούγι του.
Εκεί όπου ο Χελμός κατεβαίνει προς την Αιγιάλεια κι ο αέρας περνά ακόμη από τις πλαγιές σαν παλιό τραγούδι. Εκεί, σε μια πλατεία, θα σταθεί πια ο Περεσιάδης. Κι ίσως, όταν οι άνθρωποι θα περνούν μπροστά από το μνημείο του, κάποιος ηλικιωμένος να θυμηθεί μια παράσταση που είδε παιδί. Κάποιος άλλος να σιγοτραγουδήσει έναν στίχο. Ένα παιδί να ρωτήσει ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος.
Και τότε θα αρχίσει πάλι η ιστορία. «Ήταν ένας συγγραφέας», θα του πουν. «Έγραψε τη Γκόλφω». Κι η Γκόλφω, σαν όλες τις αλήθειες, θα ανοίξει τα μάτια της, θ’ αναπνεύσει και θα ζήσει πάλι.
Βλέπετε, οι άνθρωποι πεθαίνουν, τα χωριά αλλάζουν, οι εποχές, τα χρόνια, οι αιώνες περνούν, αλλά όσο υπάρχει κάποιος να αφηγείται έναν μεγάλο έρωτα, έναν μεγάλο καημό, μια προδοσία, μια αδικία, ένα τραγούδι και μια Ελλάδα που χάθηκε μέσα στον χρόνο, η Γκόλφω θα εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στις ψυχές μας.
Και μαζί της, στο Μεσορρούγι, θα θυμόμαστε τον σπουδαίο Σπύρο Περεσιάδη που έγινε κι αυτός αθάνατος χθες, στα χώματα του μεγαλοπρεπούς, ανεμοδαρμένου κι αρχέγονου, Χελμού…














