Αρχική Απόψεις Ένα ελικόπτερο φορτωμένο ξιπασιά! – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Ένα ελικόπτερο φορτωμένο ξιπασιά! – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Στους βράχους του Σαρακήνικου της Μήλου δεν προσγειώθηκαν απλώς τα πέδιλα ενός ελικοπτέρου. Προσγειώθηκε μια ολόκληρη νοοτροπία. Η γνωστή.

Νίκος Σακελλαρόπουλος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Αυτή που ξεκινάει από το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», περνάει από το «θα σε στείλω στον Έβρο» και καταλήγει, μερικές δεκαετίες αργότερα, στο «άσε, θα πάρω το ελικόπτερο».

Δεν είναι η ιστορία ενός πλούσιου που θέλησε να πάει με ελικόπτερο στο Σαρακήνικο. Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που, κάθε φορά που αποκτά λίγη παραπάνω οικονομική άνεση, ξεχνάει πολύ γρήγορα όσα έμαθε όταν δεν είχε.

Και μαζί με την άνεση επιστρέφει και η ξιπασιά. Επιστρέφει η επίδειξη.

Επιστρέφει η μαγκιά. Επιστρέφει το «άρρωστο εγώ». Κυρίως, επιστρέφει η παλιά και δοκιμασμένη ελληνική πεποίθηση ότι ο κανόνας είναι κάτι που αφορά τους άλλους.

Το ελικόπτερο είχε άδεια να προσγειωθεί στις Αλυκές. Δεν προσγειώθηκε στις Αλυκές. Πήγε στο Σαρακήνικο και προσγειώθηκε εκεί, σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα φυσικά τοπία της χώρας, μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους.

Γιατί; Επειδή μπορούσε; Επειδή έτσι βόλευε; Επειδή ήταν πιο ωραία;

Επειδή, κανένας δεν θα έλεγε τίποτα;

Και κάπου εδώ βρίσκεται όλη η ουσία. Το «κανένας δεν θα έλεγε τίποτα» είναι ίσως η πιο γνήσια εθνική μας ιδεολογία.

Έχει αλλάξει μόνο το μέσο.

Κάποτε ήταν ο τύπος που έμπαινε ανάποδα στο μονόδρομο και, όταν του κορνάριζαν, κατέβαζε το τζάμι και ρωτούσε «έχεις κανένα πρόβλημα;».

Ήταν εκείνος που διπλοπάρκαρε μπροστά στο νοσοκομείο γιατί «έχω μια δουλειά πέντε λεπτά».

Εκείνος που περνούσε μπροστά από την ουρά επειδή «ξέρω τον διευθυντή».

Εκείνος που έμπαινε στο δημόσιο με μέσο και θεωρούσε τον διορισμό οικογενειακό δικαίωμα.

Εκείνος που, όταν τον έγραφε η Τροχαία, τηλεφωνούσε κάπου.

Εκείνος που όταν του ζητούσαν να ακολουθήσει έναν κανόνα, επιστράτευε το υπέρτατο επιχείρημα του ελληνικού πολιτισμού: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Και αν δεν ήξερε ο άλλος, τόσο το χειρότερο για τον άλλον.

Μετά ήρθαν οι καλές εποχές. Οι πιστωτικές. Τα διακοποδάνεια. Τα χρηματιστηριακά όνειρα. Οι αυθαίρετες μεζονέτες. Τα Cayenne. Το όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ.  Η Ελλάδα απέκτησε ξαφνικά έναν εντυπωσιακό αριθμό ανθρώπων που είχαν ανακαλύψει την επιχειρηματικότητα ακριβώς τη στιγμή που ανακάλυπταν και τη δυνατότητα να χρεώνουν το μέλλον τους.

Καγιέν παντού και πανάκριβα αυτοκίνητα. Στην Κηφισίας. Στη Βουλιαγμένης, στα βόρεια Προάστια, στα κατά τον μακαρίτη Ευάγγελο Γιαννόπουλο… πολιτιστικά κέντρα! Στα χωριά, στις παραλίες, στα νησιώτικα καλντερίμια που κάνουν σαματά της κυρά Βαγγελιώς τα βραχιόλια… ντρουμ ντρουμ ντρουμ ντρουμ ντρουμ…

Ήταν μεγάλη η εποχή του «έχω». Έχω ακριβό αυτοκίνητο. Έχω εξοχικό. Έχω γνωστό. Έχω μέσο. Έχω λεφτά. Έχω άκρες. Έχω γκόμενα, έχω και τον κατάλληλο άνθρωπο. Και, κυρίως, έχω δικαίωμα.

Το τελευταίο, βεβαίως, ήταν το πιο ενδιαφέρον.

Διότι στην Ελλάδα η κατοχή κάποιου πράγματος έχει μια παράξενη τάση να μετατρέπεται αυτομάτως σε κατοχή δικαιωμάτων.

Έχω λεφτά, άρα έχω δικαίωμα να μην περιμένω. Έχω αυτοκίνητο, άρα έχω δικαίωμα να το παρκάρω όπου θέλω. Έχω εξοχικό, άρα έχω δικαίωμα να επεκτείνω όσο θέλω την αυλή. Έχω γνωστό, άρα έχω δικαίωμα να παρακάμψω τη διαδικασία. Έχω ελικόπτερο, άρα —γιατί όχι;— έχω δικαίωμα να προσγειωθώ εκεί που μου αρέσει.

Μετά ήρθε η κρίση. Και για λίγο, μπήκε χαλινάρι.

Όχι στη συνείδηση, στην κρίση και στην νοοτροπία.  Στην τσέπη.

Τα Cayenne έγιναν βάρος. Οι πιστωτικές κάρτες σώπασαν. Οι σαμπάνιες περιορίστηκαν. Τα μεγάλα λόγια μίκρυναν.

Και για ένα διάστημα φάνηκε ότι ίσως, λέμε ίσως, να καταλάβαμε κάτι. Ότι δεν είναι φυσιολογικό να ζεις διαρκώς με το…άγχος να αποδεικνύεις στους διπλανούς σου πόσο σπουδαίος είσαι. Ότι δεν είναι μαγκιά να παραβιάζεις τον κανόνα. Ότι δεν είναι επιτυχία να περνάς πάνω από τους άλλους. Ότι δεν είναι κοινωνική καταξίωση να κάνεις επίδειξη αυτού που έχεις. Ότι, τελικά, μπορείς να είσαι κάποιος, χωρίς να χρειάζεται να το φωνάζεις κάθε τρία λεπτά.

Αλλά η κρίση πέρασε.

Και μαζί με αυτήν φαίνεται πως αρχίζουμε να ξεχνάμε.

Τα αυτοκίνητα ξαναγυαλίστηκαν. Η επίδειξη ξαναβγήκε από την αποθήκη. Λιγότερη, αλλά ξαναβγήκε.

Η μαγκιά ξαναβρήκε τη φωνή της. Ο λαϊκισμός ξαναφόρεσε τα καλά του. Κι ο μέσος Νεοέλληνας ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τον παλιό του εαυτό.

Αυτόν που απαιτεί τα πάντα και θεωρεί υποχρέωση των άλλων να πληρώνουν.

Αυτόν που καταγγέλλει τη διαφθορά όταν δεν συμμετέχει και την αποκαλεί «εξυπηρέτηση» όταν τον αφορά. Αυτόν που φωνάζει για την ανομία, αρκεί να μην είναι η δική του ανομία. Αυτόν που απαιτεί τάξη όταν τον ενοχλεί ο άλλος και «κατανόηση» όταν παρανομεί ο ίδιος.

Αυτόν που θέλει κράτος δικαίου, αρκεί να μην αφορά το δίκαιο τον ίδιο!   Αυτόν που θέλει καθαρή παραλία, αλλά αφήνει πίσω του τα σκουπίδια του. Αυτόν που θέλει σεβασμό στους δημόσιους χώρους, αλλά θεωρεί τον δρόμο, το πεζοδρόμιο, την παραλία και το πάρκινγκ προέκταση της προσωπικής του ιδιοκτησίας. Αυτόν που εξοργίζεται με τον «άλλο» που κάνει ακριβώς ό,τι κάνει και ο ίδιος.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά κατεβαίνει ένα ελικόπτερο στο Σαρακήνικο.

Δεν είναι ξένο σώμα. Είναι το σύμπτωμα. «Δεν πάει να πηδηχτεί ο νόμος κι η τάξη; Εγώ εδώ γουστάρω»…

Ξέρετε κάτι; Φοβάμαι ότι ξαναμπήκαμε πάλι στην εποχή που όλοι θέλουμε περισσότερα δικαιώματα από τον διπλανό. Και δεν μας αρκεί να είμαστε πολίτες. Θέλουμε να είμαστε VIP πολίτες.

Το ελικόπτερο στο Σαρακήνικο είναι απλώς η πιο ακριβή και πιο θεαματική εκδοχή αυτής της αρρώστιας.

Οι περισσότεροι δεν έχουμε ελικόπτερο. Σκέφτομαι ότι αυτό είναι το μόνο που μας εμποδίζει να κάνουμε ακριβώς το ίδιο.

Δυστυχώς η ξιπασιά επανεμφανίζεται. Όχι επειδή είδαμε ένα ελικόπτερο να αποδεικνύει ότι η ανοησία δεν έχει αντίπαλο. Αλλά, επειδή βλέπουμε συνεχώς χιλιάδες «ελικόπτερα» δίπλα μας. Στους δρόμους, στα μαγαζιά, στον περίπατο, παντού. Απλώνεται από το Κολωνάκι μέχρι το τελευταίο χωριό, από το Cayenne μέχρι το παλιό αγροτικό, από το VIP τραπέζι μέχρι την πλαστική καρέκλα έξω από το σουβλατζίδικο.

Γιατί η ξιπασιά δεν είναι θέμα χρημάτων. Είναι θέμα χαρακτήρα. Κι αγωγής. Η επίδειξη και η επανεμφάνιση του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», επιστρέφουν. Κι είναι αυτή μια απελπισμένη, συμπλεγματική ερώτηση.

Γιατί ο άνθρωπος που ξέρει πραγματικά ποιος είναι δεν χρειάζεται να το ρωτάει στους άλλους.

Ούτε να το αποδεικνύει με το αυτοκίνητο. Ούτε με το ρολόι. Ούτε με το σκάφος. Ούτε με το ελικόπτερο.

Και κυρίως δεν χρειάζεται να προσγειώνεται επάνω στους άλλους για να νιώσει ότι βρίσκεται ψηλότερα.

Αυτό είναι το πιο αστείο και ταυτοχρόνως το πιο θλιβερό.

Ένα ελικόπτερο χρειάζεται μηχανές εκατοντάδων ίππων για να σηκωθεί μερικές δεκάδες μέτρα από το έδαφος. Αντιθέτως, η ανθρώπινη ξιπασιά, δεν χρειάζεται ούτε έναν ίππο.

Αρκεί ένα ξετσίπωτο «εγώ». Με ή χωρίς ελικόπτερο…

Προηγούμενο άρθροΚαρπουζογλυκό υπέροχη καρπουζένια δημιουργία – Απολαύστε την!!!
Επόμενο άρθροΑλ. Σδούκου για Aλ.Τσίπρα: Τον μάστορα που σε κορόιδεψε, δεν τον ξαναβάζεις στο σπίτι