
Χωρίς αμφιβολία, τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023 λειτούργησαν ως ιστορικός καταλύτης, ανατρέποντας βίαια τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η άνευ προηγουμένου επίθεση της Χαμάς και η επακόλουθη παρατεταμένη στρατιωτική αντίδραση του Ισραήλ στη Γάζα επανασχεδίασαν πλήρως το τοπίο της ασφάλειας στα σύνορα της χώρας και πυροδότησαν μια αλυσιδωτή αντίδραση περιφερειακών εντάσεων, επαναπροσδιορίζοντας 180 μοίρες τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητες στην ευρύτερη γειτονιά μας.

Πριν από την 7η Οκτωβρίου, οι διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία βρίσκονταν σε τροχιά προσεκτικής, αλλά σταθερής εξομάλυνσης, με κοινό παρονομαστή τα ενεργειακά σχέδια και την αποκατάσταση των διπλωματικών αποστολών υψηλού επιπέδου. Ωστόσο, η κρίση της Γάζας διέλυσε αυτό το εύθραυστο οικοδόμημα.
Η τουρκική ηγεσία, υιοθετώντας μια σκληρή ρητορική υπέρ της Χαμάς και καταδικάζοντας απερίφραστα τις ισραηλινές επιχειρήσεις, οδήγησε τις διμερείς σχέσεις σε ναδίρ. Η Άγκυρα προχώρησε σε πλήρη διακοπή των εμπορικών δεσμών, απαγόρευσε τον ελλιμενισμό ισραηλινών πλοίων και έκλεισε τον εναέριο χώρο της. Παράλληλα, η διπλωματική παρουσία υποβαθμίστηκε δραματικά, με αμοιβαίες ανακλήσεις πρέσβεων και εντάσεις που επεκτάθηκαν σε μέτωπα όπως η Συρία και η ευρύτερη περιοχή. Η άλλοτε υποσχόμενη συνεργασία έδωσε τη θέση της σε μια βαθιά καχυποψία, με κορυφαίους Ισραηλινούς πολιτικούς να βλέπουν πλέον στην Άγκυρα μια στρατηγική απειλή πρώτου μεγέθους.
Στον αντίποδα της τουρκικής απομάκρυνσης, ο τριμερής άξονας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ σφυρηλατήθηκε με ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα και ουσία. Αντιμετωπίζοντας ένα εχθρικό περιβάλλον και πολλαπλές ασύμμετρες απειλές, το Ισραήλ στράφηκε αποφασιστικά προς τους σταθερούς και προβλέψιμους Ευρωπαίους εταίρους του στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αμυντική συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών μετουσιώθηκε σε πράξη μέσα από κοινά επιχειρησιακά σχέδια, πολυεθνικές ασκήσεις (όπως η σειρά ασκήσεων «Μέδουσα») και προηγμένες συμφωνίες στρατιωτικής τεχνολογίας. Η Ελλάδα και η Κύπρος προχώρησαν σε κρίσιμες αμυντικές προμήθειες και συμφωνίες ύψους δισεκατομμυρίων για την ενίσχυση της αντιαεροπορικής και αντιαρματικής τους θωράκισης (όπως η ανάπτυξη πολυεπίπεδων αμυντικών συστημάτων), ενσωματώνοντας τεχνογνωσία αιχμής από την ισραηλινή πολεμική βιομηχανία. Η στενή αυτή σύμπραξη καθιστά τον άξονα πυλώνα σταθερότητας και ένα είδος «μικρού ΝΑΤΟ» της Μεσογείου, ικανό να διασφαλίζει τα ενεργειακά και γεωπολιτικά συμφέροντα των τριών χωρών απέναντι σε κάθε εξωτερικό αναθεωρητισμό.
Την εικόνα αυτής της ριζικής αναδιάταξης συμπληρώνει η καταλυτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες πέρασαν από τη διπλωματική στήριξη στην άμεση στρατιωτική συμπόρευση με το Ισραήλ, ιδιαίτερα απέναντι στον υπ’ αριθμόν ένα στρατηγικό αντίπαλο: το Ιράν.
Η συνεχιζόμενη περιφερειακή αποσταθεροποίηση από το «Άξονα της Αντίστασης» του Ιράν οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου κοινή στρατιωτική δράση. Η στενή αμερικανο-ισραηλινή συμμαχία εκδηλώθηκε με συντονισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και καίρια πλήγματα κατά των πυρηνικών και στρατιωτικών δομών του Ιράν, σημαδεύοντας μια ιστορική καμπή στη σύγχρονη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ, παρέχοντας την απόλυτη στρατηγική και υλικοτεχνική ομπρέλα, απέδειξαν ότι η ασφάλεια του Ισραήλ παραμένει ακρογωνιαίος λίθος της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή, εξουδετερώνοντας κρίσιμους κινδύνους που απειλούσαν τη σταθερότητα ολόκληρης της Δύσης.
* Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος είναι διεθνολόγος











