
Εδώ και κάποιες ημέρες, δεν υπάρχει άλλο θέμα συζήτησης σ’ αυτή τη χώρα, πλην του θανάτου του Μαζωνάκη. Κάτι περισσότερο από εθνικό πένθος. Κάτι περισσότερο από κλάματα, οδυρμούς και συγκίνηση. Κι όλα μαζί, σε πανελλαδική μετάδοση, να φαίνονται σε όλους τα δάκρυα! Λεωφορεία με πιστούς του αοιδού από όλη τη χώρα, τους έφεραν για να τον αποχαιρετίσουν. Αγρυπνία, λέει, ενώ κάποιοι πήδηξαν μέσα στον φρεσκοσκαμμένο τάφο για να πάρουν λίγο από το χώμα που θα τον σκεπάσει. Βγάζοντας και …σέλφι με το φέρετρο μπαγκράουντ, για να λένε μετά, ότι ήταν κι εκείνοι εκεί…

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Όχι στο ότι κάποιοι αγάπησαν πολύ έναν τραγουδιστή. Αλλά στο ότι αισθάνθηκαν την ανάγκη ν’ αποδείξουν δημοσίως πόσο πολύ τον αγάπησαν. Να φωτογραφηθούν με τον θάνατο, να καταγράψουν τη συγκίνησή τους, να τη μοιραστούν, να την πολλαπλασιάσουν και τελικά να τη μετατρέψουν σε δημόσιο θέαμα. Σαν να μην αρκεί πια να πονάς. Πρέπει να φαίνεται ότι πονάς.
Μιλάμε για μεγαλειώδη υπερβολή. Των ΜΜΕ και της κοινωνίας. Μιλάμε για πρωτοφανή ψύχωση, ντυμένη με λαϊκά ρούχα μα και κουστούμια. Με μακό γεμάτο λαδιές μα και …gucci φόρεμα. Ψύχωση ταυτισμένη με τη μεταπολιτευτική μαζική κουλτούρα του σκυλάδικου, της νύχτας και της middle-class κατάστασης που τα χωνεύει όλα.
Μια κοινωνία που έχει μάθει να καταναλώνει τα πάντα, δεν θα μπορούσε παρά να καταναλώσει και τον θάνατο. Καταναλώνουμε τραγούδια, πρόσωπα, σκάνδαλα, γάμους, χωρισμούς, εγκλήματα, τραγωδίες και τώρα καταναλώνουμε και το πένθος. Το κάνουμε τηλεοπτικό προϊόν, hashtag, ανάρτηση, ζωντανή σύνδεση και συλλογικό event. Ο νεκρός παύει να είναι νεκρός και γίνεται περιεχόμενο.
Δεν ξανάγινε αυτό. Έφυγαν ιερά τέρατα του Πολιτισμού μας, μα αυτή η υστερία με τον Μαζωνάκη ήταν/είναι ανεπανάληπτη. Έφυγαν άνθρωποι με τεράστιο ειδικό βάρος, μα ουδέποτε είδαμε αγρυπνίες και τόσο μαζικά φαινόμενα εξεζητημένου πένθους. Ούτε όταν έφυγε ο Χατζηδάκις, ούτε στην αναχώρηση του Μίκη, ούτε του Παπαθανασίου, του Λιδάκη, της Μαρινέλλας, του Βοσκόπουλου, του Πουλόπουλου, της Τζένης Βάνου, της Λίντα…. Ούτε καν του ομοτράπεζου καλλιτεχνικά με τον εκλιπόντα Μαζωνάκη, Βασίλη Καρρά.
Θα πει κάποιος, ότι όλοι αυτοί δεν ήταν 55 ετών, αλλά μεγαλύτεροι όταν έφυγαν. Ακριβώς αυτό λέω. Ήταν μεγαλύτερα καλλιτεχνικά μεγέθη, οι περισσότεροι ήταν Ολύμπιοι…. Κι εξίσου καλοί άνθρωποι. Κι είχαν προσφέρει απείρως περισσότερα στον ελληνικό πολιτισμό, από κάποια άσματα της λαϊκής πίστας που τραγούδησε ο Μαζωνάκης.
Κι ασφαλώς δεν είναι διαγωνισμός νεκρών. Δεν υπάρχει επιτροπή που να αποφασίζει ποιος δικαιούται περισσότερα δάκρυα και ποιος λιγότερα. Η αγάπη δεν μετριέται με πτυχία, δισκογραφίες, βραβεία ή «πολιτισμικό ειδικό βάρος». Ο καθένας δικαιούται να πενθήσει όπως θέλει. Όμως άλλο το πένθος κι άλλο η συλλογική παράσταση του πένθους. Άλλο η συγκίνηση κι άλλο η επίδειξη της συγκίνησης. Κι άλλο η μνήμη ενός καλλιτέχνη κι άλλο η μετατροπή του θανάτου του σε εθνικό τηλεοπτικό σίριαλ.
Ξέρετε κάτι; Δεν είναι ζητούμενο αυτών των σκέψεων να ελέγξει και να κρίνει ποιον θα αγαπήσει ο καθένας, ποιον θα κάνει Θεό, ποιον θα κλάψει. Το ζητούμενο είναι να καταλάβουμε και πάλι ότι είμαστε μια αστεία κοινωνία των υπερβολών και της ελάχιστης κρίσης. Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε, ότι κάποιοι γελάνε, κλαίνε και πενθούν για να το… ανεβάσουν στο διαδίκτυο και να δείξουν ότι είναι κάποιοι. Ο πόνος έχει καταστεί περιεχόμενο κι αυτό απαιτεί εικόνα και υπερβολές. Τα δε ΜΜΕ κι ειδικά τα τηλεοπτικά δίκτυα, απέδειξαν για άλλη μια φορά πόσο λαϊκισμό εκπέμπουν και πόση ανεπάρκεια κρύβουν στα σπλάχνα τους….
Γιατί, τι άλλο είναι αυτή η αδιάκοπη τηλεοπτική υπερβολή, παρά η υποτίμηση της ίδιας της νοημοσύνης του κοινού; Κάθε δάκρυ γίνεται πλάνο. Κάθε συγγενής γίνεται «πηγή συγκίνησης». Κάθε θαυμαστής γίνεται αυθεντία. Κάθε ουρά ανθρώπων γίνεται «λαοθάλασσα». Κάθε υπερβολή βαφτίζεται «συγκλονιστική εικόνα». Και κάθε εικόνα που μπορεί να προκαλέσει περισσότερη τηλεθέαση αποκτά αυτομάτως δημοσιογραφική αξία.
Τα ΜΜΕ δεν καταγράφουν απλώς την κοινωνική υπερβολή. Την κατασκευάζουν, την ενισχύουν και στη συνέχεια την επιστρέφουν στην κοινωνία ως δήθεν αυθόρμητη πραγματικότητα. Δυστυχώς, μπήκε σ’ αυτό το τρυπάκι κι η κρατική τηλεόραση!
Κι έτσι φτάσαμε στο σημείο να παρακολουθούμε το θάνατο, όπως θα παρακολουθούσαμε ένα παιγνίδι ποδοσφαίρου. Με ζωντανές συνδέσεις, «αποκλειστικά» πλάνα, δηλώσεις, αντιδράσεις, δάκρυα, παρασκήνιο, ειδικούς σχολιαστές και ατέλειωτες ώρες τηλεοπτικού χρόνου.
Αυτό, όμως, δεν είναι απλώς κιτς. Είναι βαθύτερη ένδειξη μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει το σημαντικό από το θεαματικό. Το μεγάλο από το δημοφιλές.
Ας μη ξεχνάμε, ότι αυτή η κοινωνία, έτρεχε να πιεί το νερό του Καματερού, προσκυνούσε τα θαύματα της …Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω, προσκυνά κόκαλα, ακολουθεί συστηματικά τσαρλατάνους, ενώ πριν από λίγα μόλις χρόνια, ψήφισε στο δημοψήφισμα, σε ποσοστό 62%, την καταστροφή της, ανεξαρτήτως της μετέπειτα γνωστής κωλοτούμπας…
Ας μη ξεχνάμε ότι αυτή η ίδια κοινωνία, συστηματικά μπερδεύει την αξία από την αναγνωρισιμότητα. Τη συγκίνηση από την υστερία. Έχουμε φτάσει να αξιολογούμε τα γεγονότα με βάση το πόσο εύκολα μετατρέπονται σε εικόνα και πόσο γρήγορα μπορούν να γίνουν viral. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο θλιβερό από όλα.
Όχι ότι πέθανε ένας δημοφιλής τραγουδιστής. Ούτε ότι χιλιάδες άνθρωποι τον αγάπησαν. Αλλά ότι μια ολόκληρη κοινωνία μοιάζει να έχει ξεχάσει πως υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζονται κάμερα.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι γιατί τόσος κόσμος πένθησε τόσο έντονα τον Μαζωνάκη. Αλλά, γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη να το πράξει μπροστά στις κάμερες, με τόση φασαρία.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παρακμή: όχι ότι μια κοινωνία κλαίει για έναν λαϊκό τραγουδιστή. Αλλά, ότι έχει τόσο φτωχύνει το αισθητήριό και το κριτήριό της, ώστε το μέτρο να της φαίνεται αδιαφορία, η σιωπή να της φαίνεται απουσία και η υπερβολή να της φαίνεται συναίσθημα.
Και τα ΜΜΕ; Εκείνα απλώς μας καθρεφτίζουν. Κι ύστερα κάνουν… break, αφού στρατιές αγραμμάτων αγνοούν τη λέξη διάλλειμα… Και μετά, ξαναδείχνουν τον συγκλονισμένο λαό, δακρυσμένο, «σοκαρισμένο», μονίμως έτοιμο να καταναλώσει το επόμενο θέαμα. Κι εμείς, αντί να κλείσουμε την τηλεόραση, καθόμαστε και παρακολουθούμε τις ανοησίες, χωρίς να μπορούμε να κατανοήσουμε πόσο ανοησίες είναι…











