
Η πρόσφατη παρουσίαση της εθνικής στρατηγικής για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό από την Υπουργό Παιδείας κ. Σοφία Ζαχαράκη συνιστά μια σημαντική θεσμική εξέλιξη σε ένα από τα βασικά αιτήματα της ελληνικής διασποράς για την εκμάθηση και τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στις επόμενες γενιές.

Η στρατηγική αυτή αποτελεί προϊόν διαλόγου, τεκμηριωμένων εισηγήσεων και συνεργασίας με τη διασπορά, η οποία εδώ και χρόνια αναδεικνύει την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη πολιτική για τη γλώσσα. Από το 2019, η δέσμευση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη θέσπιση του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων του εξωτερικού διαμόρφωσε σταδιακά ένα νέο πλαίσιο που αναγνωρίζει τη διασπορά ως ενεργό και αναπόσπαστο μέρος του εθνικού ιστού και ξεκίνησε το οδοιπορικό έως τη σημερινή παρουσίαση του στρατηγικού σχεδίου.
Στις 5 Ιουλίου του 2022, στο Στρασβούργο, παρουσιάσαμε συνοπτικά στον Πρωθυπουργό ένα υπόμνημα για την ελληνομάθεια με τους κεντρικούς άξονες, με βάση τη διεθνή εμπειρία και τον ενεργό ρόλο ενός κεντρικού φορέα σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα γλωσσικών δομών. Έτσι δόθηκε το πράσινο φως από τον ίδιο για μια νέα εθνική στρατηγική πολιτική για την ελληνική γλώσσα στο εξωτερικό.
Επόμενος σταθμός και πρόδρομος αυτής της νέας πολιτικής για την αναβάθμιση της ελληνομάθειας υπήρξε το Στρατηγικό Σχέδιο του ΥΠΕΞ 2024–2027 από τον τότε Υφυπουργό κ. Γεώργιο Κότσιρα, ο οποίος σε συνεργασία με φορείς της διασποράς και κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, εισηγήθηκε και την καταγραφή των προτάσεών μας στο κεφάλαιο για την διατήρηση των στοιχείων ελληνικότητας .
Η πρωτοβουλία της Προεδρίας της Κυβέρνησης από τον Ιανουάριο του 2026 και για τους τελευταίους έξι μήνες, με τη δημιουργία μιας άτυπης διυπουργικής επιτροπής μεταξύ Υπουργείου Παιδείας, Υπουργείου Εξωτερικών και Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας δημιούργησε ένα λειτουργικό πλαίσιο συντονισμού. Η εξαιρετική εισήγηση του έμπειρου καθηγητή κ. Δημήτρη Κουτσογιάννη στηνεπιτροπή αυτή καταδεικνύει τον κεντρικό ρόλο που θα πρέπει να αναλάβει το ΚΕΓ, αξιοποιώντας την εμπειρία τριών δεκαετιών, την επιστημονική και ερευνητική γνώση, τις ψηφιακές υποδομές και τη διεθνή παρουσία του σε 150 εξεταστικά κέντρα σε 5 ηπείρους.
Εξάλλου η αυξανόμενη συμμετοχή στις εξετάσεις ελληνομάθειας επιβεβαιώνει το διεθνές ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα και αναδεικνύει τη δυναμική της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιτυχία της υπό διαμόρφωση στρατηγικής συνδέεται με συγκεκριμένες επιχειρησιακές κατευθύνσεις:
– Ενίσχυση του ενιαίου συντονιστικού φορέα με σαφείς αρμοδιότητες.
– Συστηματική επιμόρφωση εκπαιδευτικών και συντονιστών, με έμφαση σε διαγλωσσικά και πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα και στη χρήση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων.
– Προσαρμογή των πολιτικών στις ιδιαιτερότητες των βασικών γεωγραφικών ζωνών της διασποράς (Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία).
– Σταθερή εστίαση στους τρεις άξονες: διδασκαλία, διάδοση, διατήρηση της γλώσσας.
Κεντρικής σημασίας παραμένει η ενίσχυση του συντονισμού και της θεσμικής συνέχειας. Η αποσαφήνιση ρόλων, η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και η τακτική αξιολόγηση των δράσεων μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των παρεμβάσεων.
Παρά την πρόοδο, εξακολουθούν να υφίστανται διαρθρωτικές προκλήσεις. Ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων, οι διοικητικές επικαλύψεις και οι διαφορετικοί ρυθμοί λειτουργίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών. Η υπέρβαση αυτών των δυσλειτουργιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μετάβαση από τον σχεδιασμό στην πράξη.
Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες δείχνουν ότι υπάρχει πλέον η βάση για μια πιο συγκροτημένη και μακροπρόθεσμη προσέγγιση. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η συνεπής και αποτελεσματική υλοποίησή της, με σαφείς προτεραιότητες και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Με σταθερό σχεδιασμό, επαρκείς πόρους και ουσιαστική συνεργασία με τη διασπορά, η νέα στρατηγική μπορεί να μετουσιωθεί σε απτά αποτελέσματα και να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση διεθνώς.
*Η Μαρία Διαμαντοπούλου είναι εκπαιδευτικός με ειδικότητα τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης ξένης γλώσσας. Διετέλεσε διευθύνουσα του Γραφείου Συμβούλου Εκπαίδευσης και υπεύθυνη του εξεταστικού κέντρου ελληνομάθειας στο Παρίσι. Ήταν υποψήφια στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας για τη Διασπορά.












