
Πάντα δυσκολευόμουν να καταλάβω το γιατί, μα από παιδί, κάθε φορά που έβλεπα τη Μάρω Κοντού, έρχονταν αυθόρμητα στο μυαλό και στα χείλη, οι στίχοι του Νιόνιου…
«Θεία Μάρω, καλέ θεία Μάρω, αύριο,
φύλαξε και για μας λίγο χαλβά.
Θεία Μάρω, στην ποδιά σου αύριο,
θα γείρουμε σαν ορφανά παιδιά»…

Η ίδια μελωδία, οι ίδιοι στίχοι ξεπρόβαλλαν στο νου, όταν χθες το πρωί έγινε γνωστή η είδηση, ότι η Μάρω Κοντού δεν είναι πια εδώ. Έφυγε, ένα μήνα μετά τα γενέθλιά της, με 92 συμπληρωμένα χρόνια σε μια ζωή σαν παραμύθι.
Κι όμως, αυτό το κορίτσι, είχε την ατυχία να μη γνωρίσει ποτέ τον πατέρα της. Οι παλιοί Πειραιώτες έλεγαν ότι ήταν σπουδαίος άνθρωπος, έμπορος. Μα διέθετε τεράστιες ευαισθησίες πέριξ του πολιτισμού, αφού έγραφε ποιήματα, στίχους, σενάρια, ζωγράφιζε… Μέχρι που τον κτύπησε η φυματίωση. Έφυγε όταν η κόρη του ήταν μόλις δυο ετών.
Η μικρή Μάρω, γεννήθηκε στο Κουκάκι, σχεδόν μεσοτοιχία με τα σπίτια της Μούσχουρη και του Πλωρίτη. Κι ακολούθησε τους δρόμους με τις ευαισθησίες του πατέρα της.
Ξέρετε κάτι; Λένε, ότι οι σημαντικοί άνθρωποι -ανεξαρτήτως επαγγέλματος- δεν πεθαίνουν την ημέρα που γράφει το ληξιαρχείο. Έτσι κι οι ηθοποιοί, φεύγουν λίγο λίγο. Κάθε φορά που σβήνει μια κινηματογραφική αίθουσα. Κάθε φορά που κλείνει ένα παλιό συνοικιακό σινεμά. Κάθε φορά που ένα παιδί δεν θα μάθει ποιος ήταν ο Κωνσταντάρας, γιατί γελούσαμε με τον Ηλιόπουλο, γιατί είχαμε χτυποκάρδι βλέποντας τη Λαμπέτη ή γιατί ο Χορν δεν χρειαζόταν να υψώσει τη φωνή του για να γίνει πρωταγωνιστής.
Και όμως, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αντιστέκονται στον χρόνο, γιατί έγιναν οι ίδιοι χρόνος.
Η Μάρω Κοντού ανήκε σε εκείνη τη μικρή, δυσεύρετη συνομοταξία. Δεν ήταν μόνο μια πρωταγωνίστρια. Ήταν ένας τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε την Ελλάδα. Εκείνη την Ελλάδα που έβγαινε από τις πληγές της, αλλά είχε ακόμη τη δύναμη να γελάει. Που ντυνόταν τα καλά της για να πάει σινεμά. Που πίστευε ότι ο έρωτας μπορούσε να λυθεί μέσα σε ενενήντα λεπτά και να πέσουν οι τίτλοι τέλους με ένα χαμόγελο.
Η ομορφιά της δεν ήταν ποτέ επιθετική. Δεν σε αιχμαλώτιζε. Σε κέρδιζε. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που έμπαιναν σε ένα πλάνο και ο φακός ξεχνούσε τους υπόλοιπους. Όχι επειδή το απαιτούσε η παρουσία της, αλλά επειδή το επέβαλλε η χάρη της. Είχε κάτι από τις παλιές Αθηναίες. Εκείνες που περπατούσαν στην Πανεπιστημίου με γάντια και ταγέρ, αλλά δεν έχαναν ποτέ τη γειτονιά τους. Παρέμεναν άνθρωποι της διπλανής πόρτας, όσο κι αν τις θαύμαζε ο κόσμος.
Κοιτάζοντας σήμερα τις ταινίες της, ανακαλύπτεις κάτι που τότε ίσως περνούσε απαρατήρητο. Δεν υποδυόταν απλώς τους ρόλους της. Τους φώτιζε. Έδινε στις ηρωίδες της μια λεπτή ανθρωπιά, σαν να τους ψιθύριζε ότι, όσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή, δεν αξίζει να χάσεις την αξιοπρέπειά σου.
Κι αυτή η αξιοπρέπεια την ακολούθησε σε όλη της τη διαδρομή.
Δεν υπήρξε ποτέ η σταρ που κυνηγούσε τους προβολείς. Τους άφηνε να την ακολουθούν. Ούτε αναζήτησε τη δημοσιότητα για να συντηρήσει το μύθο της. Ίσως γιατί είχε καταλάβει νωρίς ότι ο πραγματικός μύθος δεν κατασκευάζεται στα πρωτοσέλιδα. Χτίζεται αθόρυβα. Με συνέπεια. Με δουλειά. Με ευγένεια. Με σεβασμό στον θεατή.
Κάποτε οι ηθοποιοί είχαν έναν παράξενο κώδικα. Ήταν μεν διασημότητες μα δεν είχαν ίχνος ξετσιπωσιάς. Ήταν κυρίες, κύριοι, ευπρεπείς, ταπεινοί. Έμπαιναν σ’ ένα καμαρίνι με την ίδια ευλάβεια που άλλοι μπαίνουν σε μια εκκλησία. Μου το έλεγε αυτό ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, την περίοδο που κάναμε μαζί τον μοναδικό δίσκο που τραγούδησε τραγούδια εκτός κινηματογράφου. Την αγαπούσε τη Κοντού, τη θαύμαζε, υποκλινόταν μπροστά της.
Η Μάρω Κοντού ανήκε σε εκείνη τη γενιά. Δεν θεώρησε ποτέ την τέχνη της εμπόρευμα. Τη θεωρούσε προνόμιο. Και τα προνόμια, όταν έχεις ανατροφή, τα υπηρετείς, δεν τα επιδεικνύεις.
Ίσως γι’ αυτό όσοι συνεργάστηκαν μαζί της μιλούσαν πρώτα για τον άνθρωπο και ύστερα για την ηθοποιό. Για το χαμόγελο που δεν ήταν τυπικό. Για την κουβέντα που δεν γινόταν από υποχρέωση. Για την αρχοντιά που δεν αγοραζόταν σε κανένα κοσμηματοπωλείο.
Η γενιά της Μάρως Κοντού είχε μια παράξενη πολυτέλεια. Δεν ήξερε ότι θα γινόταν αθάνατη. Έπαιζαν ταινίες για να γεμίσουν οι αίθουσες το Σαββατόβραδο, όχι για να τις βλέπουν εξήντα -εβδομήντα χρόνια μετά παιδιά και μεγάλοι. Δεν υπήρχαν αλγόριθμοι, δεν υπήρχαν likes, δεν υπήρχε η αγωνία της επικαιρότητας. Υπήρχε μόνο ένας σκηνοθέτης που φώναζε «πάμε άλλη μία» και η κρυφή ελπίδα ότι η ταινία θα αρέσει στον κόσμο. Τελικά, άρεσε σε γενιές ολόκληρες.
Στα χρόνια που δοκίμασε να περάσει στην πολιτική, δεν εγκατέλειψε ποτέ αυτή την αστική της ευγένεια. Δεν ύψωσε τείχη απέναντι σε όσους διαφωνούσαν μαζί της. Δεν μεταμορφώθηκε σε επαγγελματία της εξουσίας. Έμεινε ένας άνθρωπος του πολιτισμού που πίστευε πως η δημόσια ζωή μπορεί να υπηρετείται με την ίδια αξιοπρέπεια που υπηρετείται και η σκηνή.
Οι άνθρωποι που γνώρισαν τη Μάρω Κοντού λένε σχεδόν όλοι την ίδια λέξη: καλοσύνη.
Παράξενη λέξη η καλοσύνη. Δεν γράφεται σε βιογραφικά. Δεν αποτυπώνεται σε βραβεία. Δεν μετριέται σε εισιτήρια ή τηλεθεάσεις. Μόνο όταν λείψει κάποιος, αρχίζει να ακούγεται από παντού. Σαν μια αόρατη συμφωνία ανθρώπων που δεν συνεννοήθηκαν ποτέ μεταξύ τους, αλλά καταθέτουν την ίδια μαρτυρία.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της.
Όχι ότι έγινε μία από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες του ελληνικού κινηματογράφου. Αλλά ότι κατάφερε, σε μια εποχή που λάτρευε τα αστέρια, να παραμείνει άνθρωπος.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά η αληθινή αθανασία. Να σε θυμούνται όχι μόνο για τις ατάκες που είπες, ούτε για τα κοντινά πλάνα που σε ομόρφυναν, αλλά για την αίσθηση που άφησες στους άλλους. Για εκείνη τη σπάνια ζεστασιά που κάνει έναν άγνωστο να νιώθει πως έχασε έναν δικό του άνθρωπο.
Γι’ αυτό, από χθες, οι ασπρόμαυρες ταινίες μοιάζουν λίγο πιο γκρίζες.
Όχι γιατί άλλαξε το φιλμ. Αλλά γιατί λείπει πια εκείνο το χαμόγελο που τις φώτιζε.
Από χθες, όλο και προσπαθώ να θυμηθώ για ποιον λόγο κάθε φορά που έβλεπα τη Μάρω Κοντού, μου ερχόταν στο μυαλό εκείνο το τραγούδι του Σαββόπουλου, η θεία Μάρω. Νομίζω πως το κουβάρι του υποσυνείδητου ξετυλίγεται. Δεν ήταν οι στίχοι. Ήταν η λέξη «θεία». Γιατί η Μάρω Κοντού δεν έγινε ποτέ η σταρ της Ελλάδας. Έγινε η συγγένειά της. Κι όταν φεύγουν οι συγγενείς, δεν αδειάζει μόνο το σπίτι, αδειάζει κι η καρδιά.
Γειά σου, γειά σου θεία Μάρω…Καλό ταξίδι στο φως!











