
Στην άκρη της Ανατολικής Μεσογείου, εκεί όπου οι άνεμοι της ιστορίας συναντούν τις ανησυχίες κι εντάσεις του παρόντος, η Κύπρος στέκει σαν φυλάκιο και σαν ερώτημα μαζί. Δεν είναι μόνο νησί, είναι σύνορο, είναι μνήμη, είναι υπόσχεση ασφάλειας που ακόμη αναζητά την πλήρη της μορφή.

Μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής ρευστότητας, όπου οι φλόγες της Μέσης Ανατολής φωτίζουν ανησυχητικά τον ορίζοντα, η Λευκωσία δεν αρκείται πια σε σιωπηλές βεβαιότητες. Ενισχύει την άμυνά της, οργανώνει τις δυνάμεις της, προετοιμάζεται. Και, ταυτόχρονα, ψιθυρίζει –όλο και πιο καθαρά– μια λέξη που κάποτε έμοιαζε μακρινή: ΝΑΤΟ. Ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης, έχει ήδη αναφερθεί στην επιθυμία της Κύπρου να ξεκινήσει τις διαδικασίες ενταξιακής διαπραγμάτευσης µε το ΝΑΤΟ. Μάλιστα, ως ρεαλιστής πολιτικός, έχει αναφέρει (Παπαχελάς, Skai) ότι γνωρίζει τις δυσκολίες του εγχειρήματος, λόγω των θέσεων της Τουρκίας, αλλά θέλει να είναι έτοιμη η κυβέρνησή του, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Η επιθυμία για ένταξη της Κύπρου, δεν είναι απλώς μια διπλωματική κίνηση. Είναι μια υπαρξιακή επιλογή. Ένα άνοιγμα προς μια συλλογική ασφάλεια που υπερβαίνει τα όρια της εθνικής άμυνας. Όμως, όπως κάθε μεγάλη απόφαση στην περιοχή αυτή, συνοδεύεται από σκιές και αντιστάσεις.
Κι εδώ είναι που η Ελλάδα καλείται να βγει από τον ρόλο του κορυφαίου συμμάχου και να αναλάβει τον ρόλο του πρωτοπόρου. Να γίνει η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα σύρει τον χορό. Όχι με κραυγές, αλλά με σταθερό βήμα. Να ανοίξει τον δρόμο ώστε η κυπριακή φωνή να ακουστεί μέσα στη Συμμαχία, όχι ως αίτημα, αλλά ως φυσική εξέλιξη μιας κοινής στρατηγικής πραγματικότητας.
Γιατί, στην ουσία, το ερώτημα δεν είναι αν η Κύπρος χρειάζεται το ΝΑΤΟ. Είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται την Κύπρο στο ΝΑΤΟ. Κι ιδίως αν ο ελληνισμός (οπουδήποτε στην υφήλιο) είναι έτοιμος ν’ αναλάβει το βάρος αυτής της επιλογής.
Απέναντι σε αυτή την προοπτική, η Τουρκία προβάλλει ήδη ως ο αμετακίνητος αντίλογος. Το βέτο της δεν είναι απλώς διαδικαστικό εργαλείο, είναι πολιτικό μήνυμα. Δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, φοβάται την ενίσχυση της άμυνάς της, και αντιλαμβάνεται μια τέτοια εξέλιξη ως ανατροπή ισορροπιών που η ίδια επιδιώκει να ελέγχει.
Πώς μπορεί να αντιδράσει; Πιθανότατα με την ένταση που γνωρίζει καλά: διπλωματικές πιέσεις, ρητορικές εξάρσεις, ίσως και κινήσεις επί του πεδίου που θα επιχειρήσουν να υπενθυμίσουν την παρουσία της. Δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να συνδέσει το ζήτημα με ευρύτερα ανταλλάγματα μέσα στη Συμμαχία, μετατρέποντας την κυπριακή φιλοδοξία σε διαπραγματευτικό χαρτί.
Κι όμως, η ιστορία διδάσκει ότι ακόμη και τα πιο άκαμπτα «όχι» λυγίζουν όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται. Η Τουρκία είναι παρούσα σε πολλά μέτωπα, ισορροπεί σε πολλαπλές γραμμές έντασης. Ένα ρήγμα, μια μεταβολή συσχετισμών, μια ανάγκη επαναπροσδιορισμού – όλα αυτά μπορούν να μετατρέψουν το αδύνατο σε διαπραγματεύσιμο.
Στο εσωτερικό της Κύπρου, η συζήτηση δεν θα είναι εύκολη. Υπάρχουν οι κομμουνιστές του ΑΚΕΛ. Υπάρχουν μνήμες, επιφυλάξεις, ιδεολογικές αντιστάσεις. Η ιστορία του 1974 δεν έχει σβήσει, αντίθετα, συνεχίζει να τροφοδοτεί καχυποψίες. Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να θεωρείται αμελητέα, η έντονη διείσδυση της Ρωσίας στο νησί, που σαφώς επηρεάζει γεγονότα και καταστάσεις. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν θα είναι μόνο γεωπολιτική επιλογή, αλλά και κοινωνική δοκιμασία. Εξίσου μεγάλη όμως, με την ανασφάλεια που ανάγκασε αρχικά την Ελλάδα κι εν συνεχεία κάποιες άλλες χώρες της ΕΕ να στείλουν δυνάμεις να την προστατεύουν από τις βόμβες των μουλάδων.
Μέσα σ’ αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα λοιπόν, αναδύεται μια καθαρή εικόνα: η Κύπρος δεν θέλει να παραμείνει παρατηρητής των εξελίξεων που την αφορούν άμεσα. Θέλει να γίνει μέρος τους. Οι εξελίξεις στην Ουκρανία και η απόφαση της Σουηδίας και της Φιλανδίας να εγκαταλείψουν την ουδετερότητα και να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ είναι αρκούντως δεικτικές για το ποιες είναι οι επιλογές που πρέπει να κάνει ο ελληνισμός. Το δείχνει κι ο πόλεμος στο Ιράν.
Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η στιγμή η Ελλάδα να αναλάβει τον ρόλο που της αναλογεί. Όχι ως σκιά προστασίας, αλλά ως φως πρωτοβουλίας. Να σταθεί μπροστά και να πει ότι η ασφάλεια του ελληνισμού δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Ότι η Κύπρος δεν είναι εξαίρεση, αλλά συνέχεια.
Και αν ο δρόμος είναι δύσβατος, αν οι αντιδράσεις είναι έντονες, τότε ίσως αυτό να είναι το μέτρο της αναγκαιότητάς του. Μήπως το ίδιο δεν έγινε και με την είσοδο του νησιού στην ΕΕ, κάτι που όλοι θεωρούσαν όνειρο θερινής νυκτός;
Σ’ αυτή τη γωνιά της Μεσογείου, όλοι το ξέρουμε πια, τίποτα δεν χαρίζεται – όλα κατακτώνται, βήμα – βήμα, με επιμονή και με όραμα.











