
Ο Κώστας Καραμανλής κι ο Αντώνης Σαμαράς, είναι δυο πρώην πρωθυπουργοί που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο «έπαιξαν» ρόλο στη χρεοκοπία της χώρας.

Ο πρώτος με τα ψεύτικα στατιστικά στοιχεία, την αλόγιστη κι εξωφρενική διόγκωση των εξόδων, αλλά και την άσκηση της εξουσίας μέσω της πολιτικής ασημαντότητας του Προκόπη Παυλόπουλου. Ο δεύτερος, με την ετσιθελική και μη αναγκαία πτώση της κυβέρνησης Παπαδήμου (για να γίνει ο ίδιος πρωθυπουργός), την αντιμνημονιακή ρητορική του με τα «αστεία» Ζάππεια και την απώλεια του 25% του ΑΕΠ της χώρας, μεταξύ 2012 και 2015, που συγκυβέρνησε με το ΠαΣοΚ, του Ευάγγελου Βενιζέλου και τη ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη.
Καραμανλής και Σαμαράς είναι τα δυο πρόσωπα από τον χώρο της Δεξιάς (χωρίς Κέντρο) που συνδέθηκαν με τη χρεοκοπία. Ανεξαρτήτως αν αυτή είχε αφετηρία στη δεκαετία του ’80…
Καραμανλής και Σαμαράς, είναι οι δυο παρωχημένοι πολιτικοί, που δεν τους χωρά ούτε το παρόν, ούτε το μέλλον. Αποτελούν όμως, σημαντικούς παράγοντες του αστικού κόσμου της χώρας. Ο πρώτος με σχετικό τακτ και έντονες ματιές στην Ανατολή του κουμπάρου του Ερντογάν και του φίλου του Πούτιν. Ο δεύτερος, μπρουτάλ και ακραία εμπαθής, δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι η ζωή προχωρά χωρίς εκείνον.
Καραμανλής και Σαμαράς, είναι δυο πρόσωπα που τα χωρίζει άβυσσος, αναφορικά με την κοσμοθεωρία τους, τις πράξεις τους, ακόμη και τον τρόπο που εκφράζουν την αδήριτη ροπή τους προς τον λαϊκισμό. Δυο διαφορετικές όψεις της ίδιας πολιτικής νοσταλγίας, που επιμένει να κοιτά τον καθρέφτη της Ιστορίας αναζητώντας είδωλο και όχι αλήθεια.
Ο Κώστας Καραμανλής ακολούθησε, σχεδόν αναπόφευκτα, τη βαριά σκιά της οικογενειακής του παρακαταθήκης. Κληρονόμησε ένα πολιτικό όνομα που για δεκαετίες λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για την παραδοσιακή Κεντροδεξιά, χωρίς όμως να κατορθώσει να του προσδώσει νέο ιστορικό περιεχόμενο.
Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, εξέφρασε μια πιο σκληρή και ιδεολογικά φορτισμένη εκδοχή της Δεξιάς, μια πολιτική σχολή βαθιά εθνικιστική, συγκρουσιακή και συχνά καθηλωμένη σε εμφυλιοπολεμικά αντανακλαστικά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι επί ηγεσίας του η ΝΔ έφτασε σε ιστορικά χαμηλά.
Κανείς από τους δύο, ωστόσο, δεν κατάφερε να συνδέσει το όνομά του με μια πραγματική εθνική υπέρβαση. Δεν δημιούργησαν μια νέα εποχή για τη χώρα, ούτε άφησαν πίσω τους ένα μεταρρυθμιστικό αποτύπωμα που να αντέχει στον χρόνο. Αντιθέτως, έμειναν δέσμιοι της πεποίθησης ότι η πολιτική τούς χρωστά ακόμη μια δεύτερη πράξη. Ότι κάποια στιγμή η συγκυρία θα τους δικαιώσει, θα τους επαναφέρει, θα τους επιτρέψει να ξαναγράψουν το τέλος της διαδρομής τους.
Μόνο που η πολιτική δεν λειτουργεί με όρους προσωπικής αποκατάστασης. Η Ιστορία σπανίως επιστρέφει για να χαρίσει ρεβάνς σε ηγέτες που έκλεισαν τον κύκλο τους. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο αποδοχής για δύο ανθρώπους που έμαθαν να κινούνται επί δεκαετίες μέσα στους διαδρόμους της εξουσίας.
Η περίοδος Μητσοτάκη λειτουργεί γι’ αυτούς σχεδόν βασανιστικά. Όχι μόνο επειδή εκφράζει ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης, περισσότερο τεχνοκρατικό και λιγότερο ιδεολογικό, αλλά κυρίως επειδή αποδείχθηκε πολιτικά ανθεκτικό. Ένας πολιτικός που πολλοί στο εσωτερικό της παράταξης θεωρούσαν προσωρινό ή «ξένο σώμα», κατάφερε να κυριαρχήσει εκλογικά και να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε κόμμα εξουσίας με διάρκεια. Αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί περισσότερο τους πρώην: ότι η πολιτική προχώρησε χωρίς τη δική τους έγκριση.
Από ένα σημείο και μετά, οι παρεμβάσεις τους έπαψαν να μοιάζουν με πολιτικό προβληματισμό και άρχισαν να θυμίζουν προσπάθεια επιρροής της επόμενης ημέρας. Δείπνα, συζητήσεις, διαρροές, υπόγειες συνεννοήσεις και δημόσιες αιχμές, συνθέτουν μια διαρκή επιχείρηση φθοράς της σημερινής ηγεσίας. Όχι απαραίτητα με στόχο την προσωπική επιστροφή, αλλά με την ελπίδα ενός πολιτικού κενού που θα τους επιτρέψει να εμφανιστούν ξανά ως ρυθμιστές.
Ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει πιο πρόθυμος να συγκρουστεί ανοιχτά. Δεν αποκλείει τίποτα, προχωρά στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού που θα επιχειρήσει να τραβήξει ψήφους από τα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Ο Κώστας Καραμανλής, πιο σιωπηλός και πιο υπαινικτικός, επενδύει στη φθορά μέσω της απόστασης και της αποστασιοποίησης. Δύο διαφορετικές μέθοδοι, με κοινό όμως παρονομαστή: την αποδυνάμωση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τη στέρηση της πιθανής αυτοδυναμίας του στις προσεχείς εκλογές. Με ένα ποσοστό, που εν συνεχεία θα …προσφερθεί στον επόμενο αρχηγό, ως προίκα για να κυβερνήσει.
Μάλλον όμως, λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο. Δεν υπολογίζουν ότι η ΝΔ, χωρίς Μητσοτάκη, φτάνει στα χαμηλά που την οδήγησε ο Σαμαράς, όπως αποτυπώνουν οι έρευνες.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν μοιάζει να γεννιέται από κάποια μεγάλη ιδεολογική αγωνία για τη χώρα. Περισσότερο θυμίζει την αδυναμία δύο πρώην ηγετών να συμφιλιωθούν με την πολιτική τους δύση. Σαν παλιοί ένοικοι ενός μεγάρου εξουσίας που επιμένουν να περιφέρονται στους σκοτεινούς διαδρόμους του, αρνούμενοι να παραδώσουν οριστικά τα κλειδιά.
Κι έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε προσωπικό στοίχημα ματαιοδοξίας. 70 χρόνων ο ένας, 75 ο άλλος…
Σε μια τελευταία απόπειρα επιβεβαίωσης απέναντι στον χρόνο, στην πραγματικότητα, στην πατρίδα και τελικά απέναντι στους ίδιους τους εαυτούς τους.











