
Στην Ελλάδα, όλα γύρω μας είναι απροστάτευτα. Όχι μόνο από το Κράτος και τους ταγούς του, αλλά κυρίως από εμάς. Το μόνο που προστατεύουμε -κι αυτό όχι πάντα- είναι το πορτοφόλι μας.

Πώς λοιπόν, μπορεί να μένει αλώβητος ο δημόσιος χώρος; Το βλέπουμε καθημερινά γύρω μας. Αφίσες στις κολώνες, γκράφιτι παντού, σκουπίδια, σπασμένα πεζοδρόμια, αταξία… Όλα στο δημόσιο χώρο μοιάζουν με λάφυρα από επιδρομή βαρβάρων που μόλις κατέβηκαν από τα βουνά και βρήκαν πολιτισμό αφύλακτο.
Και κάπως έτσι, δεν άντεξαν καν ένα μήνα τα γυαλιά του Καβάφη.
Το γλυπτό στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου δεν ήταν ένα ακόμα αδιάφορο μπρούτζινο κατασκεύασμα που οι περιστέρες χρησιμοποιούν ως τουαλέτα και οι δήμαρχοι ως φόντο εγκαινίων. Είχε κάτι σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: ο κόσμος το αγάπησε. Όχι επειδή το διέταξε κάποια επιτροπή αισθητικής ή επειδή το πρότεινε κάποιος πολιτιστικός influencer. Το αγάπησε γιατί ο Καβάφης έμοιαζε ανθρώπινος. Καθόταν εκεί σαν παλιός Αθηναίος που βλέπει την πόλη να περνά μπροστά του και σκέφτεται «πού μπλέξαμε πάλι…».
Τουρίστες φωτογραφίζονταν δίπλα του. Παιδιά κάθονταν στο παγκάκι. Ζευγάρια σταματούσαν για λίγο. Αθηναίοι —ναι, υπάρχουν ακόμη— κοντοστέκονταν χωρίς να κοιτούν το κινητό τους κάθε τέσσερα δευτερόλεπτα. Για λίγες εβδομάδες, ένα έργο τέχνης κατάφερε το αδιανόητο: να κάνει αυτή την πόλη να μοιάζει ευρωπαϊκή.
Μέχρι που εμφανίστηκε ο γνωστός ελληνικός πολιτισμός της καφρίλας.
Γιατί εδώ δεν αρκεί να μη σου αρέσει κάτι. Πρέπει να το σπάσεις. Να το μουτζουρώσεις. Να το λερώσεις. Να αφήσεις το ίχνος σου σαν αγριεμένος πίθηκος που ανακάλυψε σπρέι και λοστό. Υπάρχει μια ολόκληρη σχολή κοινωνικής συμπεριφοράς στη χώρα που θεωρεί πως η καταστροφή είναι μορφή έκφρασης. Κάτι σαν performance ηλιθιότητας.
Κι ύστερα απορούμε γιατί οι πόλεις μας μοιάζουν συχνά με σκηνικό μετά από αποτυχημένη εξέγερση σε λατινοαμερικάνικη δημοκρατία του ’70.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι έσπασαν τα γυαλιά του Καβάφη. Το εντυπωσιακό είναι ότι συνέβη κάτω από την Ακρόπολη. Στο πιο τουριστικό σημείο της χώρας. Εκεί όπου υποτίθεται ότι υπάρχει φύλαξη, κάμερες, αστυνομία, περαστικοί, φώτα, κίνηση, ζωή. Κι όμως, ο ανεγκέφαλος πέρασε, έκανε τη δουλειά του και εξαφανίστηκε, σαν τον Τσίπρα μετά το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης… Κι είναι απορίας άξιο, που η καφρίλα δεν έχει βάψει την Ακρόπολη, μέχρι τώρα… Μα μη βάζω ιδέες…
Μη μηδιάτε. Μ’ αυτά που βλέπουμε καθημερινά, μοιάζει σχεδόν θέμα χρόνου να εμφανιστεί κάποιος «αντισυστημικός καλλιτέχνης» που θα θεωρήσει εξαιρετική ιδέα να γράψει … «Θύρα 7» στον Παρθενώνα, για να εκφράσει την υπαρξιακή του αγωνία.
Ξέρετε κάτι; Έχουμε μπερδέψει την ελευθερία με την ασυδοσία και τη δημόσια παρουσία με το δικαίωμα καταστροφής. Ο χουλιγκανισμός δεν περιορίζεται πια στα γήπεδα. Είναι νοοτροπία. Είναι ο τύπος που σπάει στάσεις λεωφορείων επειδή έχασε η ομάδα του. Είναι εκείνος που μουτζουρώνει μνημεία επειδή θεωρεί ότι «κάτι πρέπει να πει». Είναι ο άλλος που ξηλώνει παγκάκια, διαλύει φανάρια και καίει κάδους για να νιώσει για λίγο επαναστάτης, πριν γυρίσει σπίτι να τον ταΐσει η μάνα του.
Κι όλα αυτά μέσα σε μια κοινωνία που έχει μάθει να δικαιολογεί τους πάντες. «Παιδιά είναι». «Ε, μια ζημιά έκαναν». «Μην το μεγαλοποιούμε». Βεβαίως. Κάπως έτσι φτάσαμε να θεωρείται φυσιολογικό ότι σε αυτή τη χώρα κάθε τι καινούργιο έχει ημερομηνία λήξης μέχρι να περάσει ο πρώτος βάνδαλος.
Το τραγικό είναι ότι ο Καβάφης θα καταλάβαινε απολύτως το σκηνικό. Εκείνος έγραψε για ανθρώπους μικρούς, φθαρμένους, γεμάτους αυταπάτες μεγαλείου. Μόνο που ούτε ο ίδιος θα φανταζόταν ότι έναν αιώνα μετά θα του έσπαγαν τα γυαλιά κάτω από τον Ιερό Βράχο επειδή κάποιος αποφάσισε να αφήσει το αποτύπωμα της βλακείας του επάνω στην πόλη.
Και τελικά αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι τα γυαλιά. Ούτε καν το άγαλμα. Είναι η μόνιμη αίσθηση ότι τίποτα κοινό δεν μας αφορά. Ότι η πόλη είναι ξένη. Ότι το δημόσιο ανήκει σε κάποιο αόρατο κράτος και όχι σε εμάς. Οπότε, αφού δεν το νιώθουμε δικό μας, ας το διαλύσουμε.
Ύστερα βέβαια ταξιδεύουμε στο εξωτερικό και θαυμάζουμε τις καθαρές πόλεις, τα προσεγμένα μνημεία και την τάξη. Εκεί μεταμορφωνόμαστε ξαφνικά σε υποδειγματικούς Ευρωπαίους. Δεν γράφουμε ούτε σε τοίχο δημόσιας τουαλέτας. Εδώ όμως επιστρέφουμε στον γνώριμο εθνικό μας ρόλο: του βαλκάνιου καταστροφέα που θεωρεί μαγκιά να σπάει ό,τι δεν μπορεί να δημιουργήσει.
Τα γυαλιά του Καβάφη φτιάχτηκαν γρήγορα. Το τέρας ή τα τέρατα που τα έσπασαν, παραμένουν δίπλα μας…











