
Ο Αλέξης Τσίπρας αλλιώς περίμενε το rebranding του. Ίσως του τα είχαν πει αλλιώς οι καλοπληρωμένοι συμβουλάτορές του, ίσως άλλα του υπόσχονταν οι δυο επιχειρηματικοί όμιλοι που τον έχουν πάρει από το χέρι με τα ΜΜΕ τους και τον προβάλλουν παντοιοτρόπως.

Μα δεν έχει φτάσει καν το ποσοστό που έλαβε ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές. Η δε βελόνα των μετρήσεων είναι κολλημένη, αν όχι πτωτική. Βλέπετε, εκτός άλλων, ήταν απογοητευτική κι η εμφάνιση-εικόνα του στη ΔΕΘ.
Ο Τσίπρας, εσχάτως έχει «χωθεί» για τα καλά στο πεδίο της ιλαρότητας!
Τι άλλο μπορεί να σκεφτεί κάποιος που τον ακούει να λέει ότι αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη, αν υπάρξει αλλαγή, μόνο αυτός μπορεί να τη φέρει;
Τρελαίνει κόσμο ο Τσίπρας.
Θεωρεί ότι μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη, όταν όπου έχουν βρεθεί αντίπαλοι χάνει πανηγυρικά και συστηματικά.
Θεωρεί ότι μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη, όταν βρίσκεται δημοσκοπικά από 10 έως 12-13 μονάδες πίσω κι όταν έχει χαώδη διαφορά από εκείνον στην πρωθυπουργική καταλληλότητα!
Θεωρεί ότι θα γυρίσει ως πρωθυπουργός, αλλά αγνοεί ότι ουδείς αποτυχημένος επέστρεψε. Οι περιπτώσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου, Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου είναι διαφορετικές, αφού την επιστροφή τους επέβαλλαν απρόβλεπτα και καταλυτικά γεγονότα που λειτούργησαν ως θρυαλλίδα.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα του rebranding. Γιατί rebranding χωρίς αλλαγή περιεχομένου είναι απλώς καινούργια συσκευασία στο ίδιο προϊόν.
Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να εμφανιστεί ως ο άνθρωπος της επόμενης ημέρας. Μόνο που δυσκολεύεται να εξηγήσει γιατί η επόμενη ημέρα θα πρέπει να μοιάζει τόσο πολύ με την προηγούμενη.
Θέλει να εμφανίζεται ως ώριμος, συναινετικός, θεσμικός και απαλλαγμένος από τις παλιές εντάσεις. Πολύ ωραία. Μόνο που η πολιτική δεν είναι φωτογράφιση για νέο βιογραφικό. Δεν αρκεί να αλλάξεις φόντο, πουκάμισο και λεξιλόγιο. Κάποια στιγμή θα εμφανιστεί και το παλιό αρχείο.
Και το αρχείο λέει πολλά.
Λέει ότι ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα μιλά για πολιτική χωρίς τοξικότητα υπήρξε πρωταγωνιστής μιας περιόδου όπου ο δημόσιος λόγος είχε μετατραπεί σε μόνιμη πολεμική επιχείρηση. Λέει ότι ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα ζητά υπευθυνότητα είχε επενδύσει πολιτικά στον θυμό και στον διχασμό. Και λέει, κυρίως, ότι η πολιτική μνήμη μπορεί να είναι κοντή, αλλά δεν είναι ανύπαρκτη.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Τσίπρας μοιάζει να επιστρέφει όχι απλώς ως πρώην πρωθυπουργός, αλλά ως περίπου …αναπόφευκτος πρωθυπουργός.
Εδώ πλέον το rebranding αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις.
Δεν λέει απλώς «θα διεκδικήσω». Λέει, περίπου, «αν υπάρξει αλλαγή, εγώ είμαι αυτός που μπορεί να την πραγματοποιήσει». Δηλαδή, πριν ακόμη αποφασίσουν οι πολίτες, έχει αποφασίσει ο ίδιος ποιος θα είναι ο αποδέκτης της απόφασής τους.
Και κάπου εκεί έρχεται η περίφημη φράση: «ή εμείς ή κανείς».
Μάλιστα. Από το «ή εμείς ή αυτοί» περάσαμε στο «ή εμείς ή κανείς». Από τον παλιό διχασμό, δηλαδή, στην πολιτική αποκλειστικότητα. Δεν αρκεί να ζητά την ψήφο. Εμφανίζεται περίπου ως ο μοναδικός διαθέσιμος μηχανισμός για να κινηθεί η ιστορία.
Το «ή εμείς ή κανείς», αποτελεί την επιτομή της αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς, της οίησης και του λαϊκισμού. Αποτελεί διχασμό, απαξίωση, προσβολή για όλους.
Αυτό δεν είναι ακριβώς ταπεινότητα επιστροφής. Είναι η αυτοκαταστροφική πεποίθηση ενός ανθρώπου, που θεωρεί ότι η πολιτική πραγματικότητα έχει ήδη επικυρώσει την επιστροφή του και απλώς περιμένει τους ψηφοφόρους να ενημερωθούν.
Μόνο που οι ψηφοφόροι έχουν μια ενοχλητική συνήθεια: ψηφίζουν οι ίδιοι. Κι έχουν και νου και μνήμη. Πολύ περισσότερο όταν ο Τσίπρας
έχει ήδη δοκιμαστεί στην εξουσία και έχει ήδη δοκιμαστεί και στην αντιπολίτευση.
Αυτό είναι το παράδοξο της υπόθεσης Τσίπρα: θέλει να επιστρέψει ως κάτι καινούργιο, επικαλούμενος την παλιά του πολιτική διαδρομή ως απόδειξη καταλληλότητας. Θέλει να αξιοποιήσει την εμπειρία του, αλλά να μην του χρεωθεί το κόστος της. Θέλει να εμφανίζεται ως έμπειρος, χωρίς να θυμούνται όλοι τι ακριβώς έζησαν μαζί του.
Δεν γίνεται αυτό! Απλά δεν γίνεται. Ειδικά αν κάθε εμφάνιση έχει ως υπότιτλο τη φράση «πολιτικά ανερμάτιστος κι αμόρφωτος»…
Η πολιτική επιστροφή δεν είναι delete στο παρελθόν. Και κυρίως δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.
Αν ο Τσίπρας θέλει πραγματικά να πείσει ότι άλλαξε, υπάρχει ένας απλός τρόπος: να αφήσει τους άλλους να το πουν. Να μην αυτοανακηρύσσεται μοναδική λύση. Να μην αντιμετωπίζει την πολιτική ως προδιαγεγραμμένη επιστροφή. Να μην ζητά από τους ψηφοφόρους να τον θεωρήσουν αναγκαίο πριν ακόμη αποφασίσουν αν τον θεωρούν επιθυμητό.
Σκέφτομαι ότι κορυφαίο ζήτημα-πρόβλημα του rebranding δεν είναι ότι δεν το κατάλαβαν οι πολίτες.
Μπορεί να είναι, ότι το πίστεψε υπερβολικά ο ίδιος.











