Αρχική Απόψεις Οι πίτσες, οι φάρσες & η απίθανη δικαίωση του Β. Λεβέντη...

Οι πίτσες, οι φάρσες & η απίθανη δικαίωση του Β. Λεβέντη – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Αν γεννήθηκες τη δεκαετία του ’80 ή του ’90, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να έχεις πέσει πάνω στον Βασίλη Λεβέντη όχι επειδή έψαχνες πολιτική ανάλυση, αλλά επειδή κάποιος σου είπε: «Άνοιξε το Κανάλι 67, γίνεται της που**νας με τον Λεβέντη».

Νίκος Σακελλαρόπουλος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Και πράγματι γινόταν. Πριν από τα social media, πριν από τα livestreams και πριν το ίντερνετ μετατρέψει τον καθένα σε σχολιαστή, υπήρχε ένας άνθρωπος που έκανε διαδραστική τηλεόραση χωρίς να το ξέρει. Ή μάλλον, χωρίς να το επιδιώκει.

Ο Λεβέντης ήθελε να κάνει πολιτική. Το κοινό είχε αποφασίσει να κάνει… ψυχαγωγία. Η διαφορά ήταν τεράστια.

Εκείνος προσπαθούσε να εξηγήσει τις πεποιθήσεις του με τη μοναδική αφέλεια που τον διέκρινε κι απέναντί του υπήρχαν εκείνοι -κι ήταν πολλοί- που είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να τον βγάλουν από τα ρούχα του.

Άλλοι άλλαζαν τη φωνή τους. Άλλοι τον διέκοπταν επίτηδες. Άλλοι τον έβαζαν να απαντά σε ανύπαρκτες καταγγελίες. Κι όταν όλα αυτά δεν έφταναν, έμπαινε στη μέση και ο ντελιβεράς.

Β. Λεβέντης

Οι πίτσες που έφταναν στο στούντιο χωρίς να τις έχει παραγγείλει κανείς έγιναν σχεδόν κομμάτι της εκπομπής. Ο άνθρωπος προσπαθούσε να προειδοποιήσει ότι η χώρα καταρρέει και την ίδια στιγμή χτυπούσε το κουδούνι για τέσσερις οικογενειακές special και δύο αναψυκτικά. Κι ο ντελιβεράς ζητούσε τα λεφτά του…

Μια φορά τον είχε καλέσει στην εκπομπή «ΠΡΟΦΙΛ» που έκανε τότε, ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, στον ΑΝΤ1. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης προχώρησε σε μια απρέπεια, φέρνοντας στο studio πίτσες! Τότε ο Λεβέντης τον αντιμετώπισε με τρόπο που κανένας περίμενε: «Τόσο σοβαροί είστε εδώ; Αντί να μάθει ο κόσμος για το ένα και το άλλο να ασχολείστε με τις πίτσες;»…

Δεν ήταν όμως μόνο οι πίτσες.

Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις εμφανίζονταν περισσότεροι περίεργοι παρά ψηφοφόροι. Άλλοι άναβαν βεγγαλικά, άλλοι φώναζαν συνθήματα άσχετα με την ομιλία, άλλοι πήγαιναν απλώς για να δουν τι θα γίνει. Σχεδόν πάντα… κάτι γινόταν.

Κάποτε, όταν ήταν υποψήφιος δήμαρχος Πειραιά και μιλούσε, ξέσπασε νερατζοπόλεμος μεταξύ οπαδών του Εθνικού και του Ολυμπιακού! «Βασίλη, Βασίλη γάμ*σε τους γαύρους και κάνε τους ρεζίλι», φώναζαν οι μεν… «Είσαι και Λεβέντης, είσαι σακαράκας, τον παίζεις και πολύ γι’  αυτό είσαι και μ***κας»… συμπλήρωναν οι άλλοι… Και φτου κι απ’ την αρχή, με τις νερατζιές ν’ αποψιλώνονται στο πι και φι….

Μια άλλη φορά στη Θεσσαλονίκη, μιλούσε μπροστά στον Λευκό Πύργο και το πλήθος ήταν αποκλειστικά από εφήβους. Βεγγαλικά, πυροτεχνήματα, ιαχές, συνθήματα… «Βασίλη αν δεν εκλεγείς να …πας να… γαμ**θείς»… Κι ύστερα… «ΠΑΟΚΑΡΑ, γερά ρε ομαδάρα»…ενώ άρχισαν οι αυγομαχίες. Εκείνος απτόητος: «Μας πολεμούν τα χούφταλα, ο Παπανδρέου κι ο Μητσοτάκης, απομονώστε τους προβοκάτορές τους»…

Κάθε φορά που δεν εξελέγετο, τα ίδια και τα ίδια. «Ζώα, είστε ζώα», φώναζε στους τηλεθεατές του. Και δώστου οι πίτσες να γίνονται βουνά στο studio της οδού Χαλκοκονδύλη 9… Ενώ, όταν πήγαν κάποτε να του κλείσουν το «Κανάλι 67» που εξέπεμπε παράνομα, υπήρξε μια από τις πιο κλασσικές βραδιές της ελληνικής τηλεόρασης. Όπου ο Λεβέντης από τον τηλεοπτικό αέρα, καταριόταν τους Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και παρακαλούσε Τον Θεό, να τους ρίξει καρκίνο! Χαμός! Υπάρχουν όλα αυτά στο διαδίκτυο…

Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι υπήρχε μια παράξενη αντίφαση.

Ο Λεβέντης δεν άλλαζε ποτέ το τροπάρι του.  Το παράδοξο ήταν ότι, όσο περισσότερο τον σατίριζαν, τόσο περισσότερο επέμενε. Δεν εγκατέλειψε. Δεν εξαφανίστηκε. Δεν άλλαξε ρόλο. Απλώς συνέχιζε να σπαταλά την οικογενειακή του περιουσία.

Για πολλά χρόνια ο Βασίλης Λεβέντης ήταν το πιο εύκολο ανέκδοτο της ελληνικής πολιτικής. Μιμήσεις, σατιρικές εκπομπές, ατάκες, βίντεο που κυκλοφορούσαν από κασέτα σε κασέτα και αργότερα από κινητό σε κινητό. Αν τότε υπήρχε YouTube, πιθανότατα θα ήταν ο πρώτος Έλληνας με εκατομμύρια προβολές.

αρνσα

Ύστερα ήρθε η κρίση. Και ξαφνικά σταμάτησαν τα γέλια. Όχι γιατί ο Λεβέντης έγινε διαφορετικός. Η Ελλάδα έγινε διαφορετική. Κι ένας άνθρωπος που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν περίπου ως γραφική φιγούρα βρέθηκε, το 2015, στα έδρανα της Βουλής. Είπαν ότι ήταν ψήφος διαφυγής μέσα στην απελπισία της χρεοκοπίας. Όμως, ότι και να ήταν, αποτέλεσε από τις πιο απρόβλεπτες πολιτικές ανατροπές της Μεταπολίτευσης. Και ίσως εκεί γράφτηκε το πιο αναπάντεχο κεφάλαιο της ιστορίας του.

Πολλοί περίμεναν ότι ο τηλεοπτικός Λεβέντης θα μεταφερθεί αυτούσιος στο Κοινοβούλιο. Κάποιοι φοβόντουσαν ότι στα γραφεία του στη Βουλή, θα καταφθάνουν καθημερινά εκατοντάδες πίτσες…

Δεν συνέβη. Ο άνθρωπος που στην τηλεόραση φώναζε, αγανακτούσε και ξεσπούσε, στη Βουλή επέλεξε έναν αισθητά πιο θεσμικό δρόμο. Δεν ήταν ο βουλευτής των εντυπώσεων. Δεν αναζήτησε τον καβγά για να κερδίσει τα δελτία ειδήσεων. Δεν επένδυσε στη φασαρία.

Σε μια περίοδο που η χώρα περνούσε ίσως τη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική δοκιμασία της μεταπολίτευσης, στάθηκε με μεγαλύτερη σοβαρότητα απ’ όση πολλοί του αναγνώριζαν.

Κι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας του.

Ο άνθρωπος που για χρόνια έγινε αποδέκτης ατελείωτου τρολαρίσματος, τηλεφωνικών φαρσών, παραγγελιών πίτσας και χλευασμού, αποδείχθηκε, όταν απέκτησε θεσμικό ρόλο, πολύ πιο σοβαρός από την εικόνα που είχε κατασκευάσει η τηλεοπτική εποχή γύρω του.

Ο Βασίλης Λεβέντης θα μείνει ασφαλώς στη συλλογική μνήμη ως η πιο cult πολιτική φιγούρα της ελληνικής τηλεόρασης.

Ίσως όμως αξίζει να τον θυμόμαστε και για κάτι ακόμη.

Ότι, όταν επιτέλους έφτασε εκεί που ονειρευόταν μια ολόκληρη ζωή, αντιμετώπισε τη Βουλή όχι σαν τηλεοπτικό πλατό, αλλά ως θεσμό. Κι αυτό, είτε συμφωνούσε κανείς μαζί του είτε όχι, ήταν κάτι που ελάχιστοι περίμεναν.

Προηγούμενο άρθροΠρωτοσέλιδοι βασικοί τίτλοι εφημερίδων της Κυριακής 5 Ιουλίου 2026
Επόμενο άρθροΝαι, είμαι με τον Εμπαπέ! – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος