Αρχική Απόψεις Οι τρομοκράτες ξαναβγήκαν στους δρόμους… – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Οι τρομοκράτες ξαναβγήκαν στους δρόμους… – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Πάλι τα ίδια! Μιλάμε για την πολιτική τρομοκρατία, μιλάμε για την πολιτική αλητεία των κουκολοφόρων.

Νίκος Σακελλαρόπουλος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Λίγο μόλις καιρό μετά τη φρικτή δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη από … οραματιστές της… επανάστασης, είχαμε επιθέσεις και καταστροφές σε τρία γραφεία. Κατά …σύμπτωση της ΝΔ. Στα κεντρικά της στην Κυψέλη, στο πολιτικό γραφείο του Ανδρέα Λοβέρδου στη Δάφνη και στο γραφείο του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση στο Μαρούσι.

Οι αλήτες επανέκαμψαν. Τι κι αν συνελήφθησαν οι δράστες της Θεσσαλονίκης; Τι κι αν συλλαμβάνονται κάθε λίγο και λιγάκι διάφορα μπουμπούκια τσακωμένα με τη ζωή.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Δεν είναι οι μπογιές. Δεν είναι οι τζαμαρίες. Δεν είναι καν οι βαριοπούλες. Είναι η νοοτροπία που βρίσκεται από πίσω τους.

Η νοοτροπία εκείνων που έχουν αποφασίσει ότι η Δημοκρατία είναι ανεκτή μόνο όταν τους κάνει τα χατίρια. Όταν όμως η κάλπη, οι θεσμοί και η κοινωνία δεν τους δίνουν αυτό που θέλουν, τότε αναλαμβάνουν οι κουκούλες. Αυτή είναι η πραγματική ουσία της πολιτικής βίας.

Και καλό είναι να τελειώνουμε κάποτε με τις βολικές αυταπάτες. Η πολιτική τρομοκρατία στην Ελλάδα δεν φύτρωσε από το πουθενά. Για δεκαετίες, οργανώσεις της  Αριστεράς χρησιμοποίησαν τη δολοφονία, τις μολότοφ και την ένοπλη βία, ως δήθεν πολιτικό εργαλείο. Από την άλλη πλευρά, η ακροδεξιά και τα νεοναζιστικά απομεινάρια έγραψαν τη δική τους ματωμένη σελίδα με την ίδια ακριβώς περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή και τη δημοκρατική νομιμότητα. Άλλες σημαίες, ίδιο δηλητήριο.

Ο ένας επικαλείται την «επανάσταση». Ο άλλος το έθνος, τη φυλή ή τη δική του φαντασίωση περί τάξης. Και οι δύο καταλήγουν στο ίδιο σημείο: ο αντίπαλος δεν είναι πια άνθρωπος με δικαίωμα στη διαφωνία, είναι στόχος.

Όχι. Δεν είναι «παιδιά», είναι εγκληματίες.  Είναι ενήλικες που πρέπει να λογοδοτούν για τις πράξεις τους.

Και δεν έχει καμία σημασία αν κρατούν μπογιά, βαριοπούλα, γκαζάκι ή πιστόλι. Η κλίμακα της πράξης μπορεί να διαφέρει. Η δημοκρατική αρχή όμως είναι μία: κανείς δεν αποκτά πολιτικό δικαίωμα πάνω στον άλλον, για οιονδήποτε λόγο.

Είναι και κάτι άλλο, εξίσου απωθητικό.

Είναι τα «ναι μεν αλλά…», που αποτελούν επιτομή της υποκρισίας.

«Ναι, καταδικάζουμε τη βία, αλλά…».  «Ναι, ήταν απαράδεκτη η επίθεση, αλλά…»… «Ναι, είναι τραγικός ο θάνατος, αλλά μήπως ήταν προβοκάτσια;»…

Όχι ρε μαλάκες, δεν ήταν προβοκάτσια, ήταν δολοφονία!

Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με αστερίσκους. Δεν υπάρχει αστερίσκος δίπλα στη δολοφονία, δίπλα στην καταστροφή, δίπλα στις επιθέσεις που σκορπούν φόβο. Δεν υπάρχει υποσημείωση δίπλα στον εμπρησμό. Δεν υπάρχει «ναι μεν» δίπλα στην τρομοκρατία.

Και όποιος πραγματικά πιστεύει στη Δημοκρατία οφείλει να το εκφράζει καθαρά, ιδίως όταν το θύμα βρίσκεται στην απέναντι πολιτική πλευρά.

Εκεί φαίνεται ο δημοκράτης. Όχι όταν υπερασπίζεται τον δικό του, αλλά όταν υπερασπίζεται το δικαίωμα του άλλου να υπάρχει, να μιλάει, να πολιτεύεται, να εκλέγεται και να διαφωνεί χωρίς να φοβάται ότι κάποιος θα του σπάσει το γραφείο, θα του κάψει το σπίτι ή θα τον σημαδέψει επειδή δεν του αρέσει η πολιτική του.

Αυτό είναι το ελάχιστο. Κι αν ακόμη και αυτό το ελάχιστο χρειάζεται κάθε φορά να το συζητάμε και να το υπενθυμίζουμε, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους κουκουλοφόρους. Βρίσκεται και στην ανοχή απέναντί τους.

Γιατί η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από εκείνους που σπάνε τις τζαμαρίες. Απειλείται και από εκείνους που κοιτάζουν τις σπασμένες τζαμαρίες και ψάχνουν δικαιολογία.

Ξέρετε κάτι; Θα ήταν ευχής έργο να πάνε να καταθέσουν βουλευτές και πολιτικοί αρχηγοί της Αριστεράς στις δίκες των δολοφόνων της Βάγιας Νέστορα. Να δείξουν εμπράκτως την φραστική τους καταδίκη.

Το βέβαιο είναι ότι κάποια στιγμή πρέπει όλοι να αποφασίσουμε αν θέλουμε μια Δημοκρατία στην οποία κερδίζει η ψήφος ή μια πολιτική ζούγκλα στην οποία κερδίζει όποιος σκοτώνει ή κρατάει την πιο βαριά βαριοπούλα…

Προηγούμενο άρθροΤα θέματα της σημερινής συνεδρίασης του Υπουργικού Συμβουλίου
Επόμενο άρθροΘ. Κοντογεώργης: Οι ανάγκες που καταγράφονται σε κάθε τόπο πρέπει να μετατρέπονται σταδιακά σε λύσεις