
Συνεχίζοντας τα κυριακάτικα αφιερώματα σε σημαντικά πρόσωπα της δημοσιογραφίας, παίρνει σκυτάλη ο Νίκος Σίμος. Ένας εμβληματικός άνθρωπος που έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στον χώρο. Διευθυντής της «Καθημερινής», Διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ, Διευθυντής στο Κανάλι της Βουλής και τελικά… βαριά υπογραφή.

Η δημοσιογραφία ως λειτούργημα
Υπάρχουν δημοσιογράφοι που άσκησαν ένα επάγγελμα. Και υπάρχουν δημοσιογράφοι που υπηρέτησαν μια ολόκληρη εποχή της δημοσιογραφίας ως λειτούργημα. Ο Νίκος Σίμος ανήκει, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία.
Η πορεία του δεν είναι απλώς μια μακρά επαγγελματική διαδρομή μέσα από εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς και θέσεις ευθύνης. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα κομμάτι της ίδιας της νεότερης ιστορίας του ελληνικού Τύπου. Από το πρώτο του ρεπορτάζ στη «Βραδυνή», σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών, μέχρι τις διευθυντικές θέσεις που κατέλαβε αργότερα, ο Σίμος κινήθηκε σχεδόν πάντοτε εκεί όπου η δημοσιογραφία απαιτούσε μόρφωση, γνώση, κρίση, πολιτική αντίληψη και, κυρίως, ευθύνη.
Νομικός απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αφετηρία το Πειραματικό Σχολείο, δεν άργησε να εγκαταλείψει τον αρχικό σχεδιασμό για μια σταδιοδρομία στο Διπλωματικό Σώμα και να αφοσιωθεί στη δημοσιογραφία. Πέρασε από το οικονομικό και το πολιτικό ρεπορτάζ, δηλαδή από δύο χώρους στους οποίους η επιφανειακή γνώση δεν αρκεί και όπου η πραγματική αξία του δημοσιογράφου δοκιμάζεται καθημερινά.
Οι θέσεις ευθύνης
Ο Νίκος Σίμος είχε την μέγιστη τύχη να βρεθεί από τα μικράτα του σε μια κορυφαία εφημερίδα του τόπου μας. Στην «Καθημερινή» και μάλιστα μόλις άνοιξε μετά τη δικτατορία, από την εμβληματική Ελένη Βλάχου. Εκεί, ακολούθησε όλη τη διαδρομή. Από δημοσιογράφος του Πολιτικού και Οικονομικού ρεπορτάζ, στην Πολιτική αρθρογραφία, στη Διεύθυνση Σύνταξης της εφημερίδας και τελικά Διευθυντής και Γενικός Διευθυντής!
Δεν είναι μικρή υπόθεση να έχει περάσει κανείς από τέτοιες θέσεις. Ακόμη περισσότερο, όταν η δημοσιογραφία δεν αντιμετωπίζεται ως απλή παραγωγή κειμένων, αλλά ως άσκηση κρίσης: ποια είδηση θα προβληθεί, ποια θα ελεγχθεί περισσότερο, ποια άποψη θα φιλοξενηθεί, πού θα χαραχθεί η γραμμή ανάμεσα στην είδηση και το σχόλιο.
Η διευθυντική δημοσιογραφία απαιτεί διαφορετικές αρετές από εκείνες του καλού ρεπόρτερ. Απαιτεί αίσθηση του μέτρου, γνώση των ανθρώπων, αντίληψη των συσχετισμών και, πάνω απ’ όλα, την ικανότητα να αναλαμβάνεις την ευθύνη της τελικής επιλογής.
Ο Σίμος πέρασε από αυτή τη σχολή. Και δεν έμεινε εκεί.
Στην επαγγελματική του διαδρομή συναντά κανείς τον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», την «Εστία», την «Απογευματινή», τα «Παραπολιτικά», τον «Ελεύθερο Τύπο», του οποίου ανέλαβε τη διεύθυνση της κυριακάτικης έκδοσης και στη συνέχεια την εκδοτική ευθύνη. Ακολούθησε η ΕΡΤ, όπου διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος, αλλά και ο Τηλεοπτικός Σταθμός της Βουλής, τον οποίο διηύθυνε σε περισσότερες από μία περιόδους.
Η ΕΡΤ
Η ανάληψη της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου της ΕΡΤ το 2012 αποτελεί ακόμη ένα κεφάλαιο αυτής της διαδρομής. Η Βουλή είχε εγκρίνει τον διορισμό του, μαζί με τον Νίκο Τέλη ως πρόεδρο, με τον ίδιο να δεσμεύεται ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής για αντικειμενικότητα και σοβαρότητα στην ενημέρωση και για την αναβάθμιση της ποιότητας του προγράμματος.
Το 2019 επανήλθε στη διεύθυνση του Τηλεοπτικού και Ραδιοφωνικού Σταθμού της Βουλής, με την απόφαση διορισμού να επικαλείται τη μακρά προϋπηρεσία και τη διοικητική του εμπειρία στον χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Όμως, αν οι διευθυντικές θέσεις αποδεικνύουν την εμπιστοσύνη που του έδειξαν οργανισμοί και εκδοτικά συγκροτήματα, η αρθρογραφία είναι εκεί όπου ένας δημοσιογράφος τελικά κρίνεται από το αποτύπωμα της γραφής του.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Νίκου Σίμου.
Η γραφή του δεν στηρίζεται στην ευκολία του εντυπωσιασμού. Κρύβει γνώση του πολιτικού παρασκηνίου, εξοικείωση με τα πρόσωπα και τις διαδρομές τους και, κυρίως, μνήμη. Μνήμη δημοσιογραφική. Γιατί ο δημοσιογράφος που έχει ζήσει επί δεκαετίες την πολιτική ζωή δεν διαβάζει τα γεγονότα μόνο ως σημερινά συμβάντα, τα βλέπει μέσα στη συνέχεια τους.
«Τσίρκο η σημερινή τηλεόραση!»
Ο Νίκος Σίμος παρουσιάζεται έντονα προβληματισμένος αναφορικά με την τηλεόραση και την εξουσία της. Μου έλεγε σε μια συζήτησή μας προσφάτως, για ένα ρεπορτάζ του έγκυρου γαλλικού περιοδικού «Marianne», που είχε ως κύριο θέμα του (cover story) τα έργα και της ημέρες της TV, με τον πολύ εύγλωττο τίτλο «Τηλεόραση εναντίον Δημοκρατίας»:
«Σε πολλούς», ο τίτλος μπορεί να φανεί υπερβολικός, πολύ περισσότερο στους ανθρώπους της Τηλεόρασης. Όμως, το πρίσμα
μέσα από το οποίο επιχειρήθηκε η προσέγγιση του θέματος
δικαιολογούσε τον τίτλο. Διότι, η μέσω της τηλεόρασης και των
σχετικών ενημερωτικών εκπομπών, υποτιθέμενη ενημέρωση των
πολιτών, γίνεται πλέον κατά τρόπο, που, «μοιάζει περισσότερο με τσίρκο», παρά με συνεπή προσπάθεια να πληροφορηθούν οι πολίτες αυτά που είναι πράγματι χρήσιμα, για να παίξουν και αυτοί τον ρόλο τους σωστά, στο πλαίσιο λειτουργίας της Δημοκρατίας».
Κι έχει καντάρια δίκιου.
Η συγγραφική του παραγωγή
Αυτό εξηγεί και τη συγγραφική του παραγωγή.
Το πρώτο βιβλίο ήταν ένα σατιρικό για τον τρόπο διακυβέρνησης,
γενικώς, με τίτλο «Κύριε Πρόεδρε, στην διάθεσή σας».
Το δεύτερο είχε τίτλο «Το λάθος παλτό» και ήταν 10 διηγήματα
βασισμένα σε βιωματικά στοιχεία που ήθελαν να περιγράψουν τη ζωή
σε αντίστοιχες 10 πράξεις.
Το τρίτο βιβλίο με τίτλο «Το δάκτυλο στο μέλι, τότε και τώρα», ήταν μία συγκριτική προσαρμογή στο σήμερα του πονήματος του Θανάση
Κανελλόπουλου «Δημοσιονομικές παθογένειες στην αρχαία Ελλάδα».
Το τέταρτο βιβλίο είναι αστυνομικό που περιγράφει μία υπόθεση
τρομοκρατίας στη χώρα.
Το πέμπτο, είναι «100 και πλέον άγνωστες πολιτικές ιστορίες», ένα σώμα μικρών πολιτικών ιστοριών και περιστατικών που ο ίδιος έχει συγκρατήσει από τη μακρά παρουσία του στα δημοσιογραφικά και πολιτικά πράγματα. Η αξία ενός τέτοιου βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στην πληροφορία. Βρίσκεται στην ίδια τη δημοσιογραφική μνήμη που διασώζει. Κι αυτή η μνήμη έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία η πολιτική επικαιρότητα καταναλώνεται με ρυθμούς τόσο γρήγορους, ώστε το χθεσινό γεγονός να μοιάζει ήδη μακρινό.
Το έκτο βιβλίο, σχετικά πρόσφατο, αστυνομικό και αυτό, εμπνευσμένο από την ανεξιχνίαστη δολοφονία της εμβληματικής πόρνης των Αθηνών
Γαβριέλας, έχει τίτλο «Κάποιες πόρνες πάνε στον Παράδεισο».
Τέλος, πρέπει να αναφερθούν με περισσή σημασία, τα επτά (7) βιβλία του Νίκου Σίμου, με τους ηγέτες της Νέας Δημοκρατίας. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Ράλλη, ως τον Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Κι από τον Μιλτιάδη Έβερτ, ως τον Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά. Που ήταν ειδικές εκδόσεις της εφημερίδας «Παραπολιτικά».
Συγγραφέας της καθημερινότητας
Σε συνέντευξή του έχει περιγράψει, χαρακτηριστικά, τον δημοσιογράφο ως έναν άνθρωπο που με τα καθημερινά του κείμενα καταγράφει —σχεδόν συγγράφει— την ιστορία της καθημερινότητας. Αυτό είναι ίσως και το κλειδί για να κατανοήσει κανείς τη δική του διαδρομή.
Ο Νίκος Σίμος δεν υπήρξε απλώς παρατηρητής της πολιτικής ζωής. Για δεκαετίες βρέθηκε στο εσωτερικό των μηχανισμών που την κατέγραφαν, την ανέλυαν και την παρουσίαζαν στο κοινό. Και όταν ένας άνθρωπος έχει περάσει από το ρεπορτάζ στη διεύθυνση σύνταξης, από τη διεύθυνση εφημερίδων στην εκδοτική ευθύνη και από τον έντυπο Τύπο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αποκτά ένα σπάνιο πλεονέκτημα: βλέπει τη δημοσιογραφία από όλες τις πλευρές του γραφείου σύνταξης.
Αυτό το πλεονέκτημα αποτυπώνεται και στη σοβαρότητα της αρθρογραφίας του.
Ο Σίμος γράφει με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που γνωρίζει το αντικείμενο εκ των έσω. Δεν χρειάζεται να καταφύγει σε μεγάλες διακηρύξεις για να προσδώσει κύρος στο κείμενό του. Το κύρος προκύπτει από τη συσσωρευμένη εμπειρία: από τα πρόσωπα που έχει γνωρίσει, τα γεγονότα που έχει παρακολουθήσει, τις πολιτικές περιόδους που έχει διανύσει και τις δημοσιογραφικές αίθουσες στις οποίες έχει εργαστεί. Προκύπτει εδώ και πολλά χρόνια από την υπογραφή του.
Η Νομική Παιδεία
Υπάρχει, επιπλέον, κάτι που συχνά παραγνωρίζεται: η νομική του παιδεία. Ένας δημοσιογράφος που έχει σπουδάσει Νομική και έχει υπηρετήσει επί δεκαετίες το πολιτικό ρεπορτάζ διαθέτει ένα πρόσθετο εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας. Η κατανόηση θεσμών, διαδικασιών, αρμοδιοτήτων και πολιτικών συσχετισμών δεν είναι απλώς χρήσιμη· είναι θεμελιώδης για όποιον επιχειρεί να εξηγήσει την πολιτική ζωή με ακρίβεια.
Και ίσως γι’ αυτό ο Νίκος Σίμος δεν είναι μόνο δημοσιογράφος με παρελθόν. Είναι ένας από εκείνους τους δημοσιογράφους που κουβαλούν μαζί τους ένα μέρος της μνήμης του Τύπου.
Από τη «Βραδυνή» των νεανικών του χρόνων έως την «Καθημερινή», από το «Ένα» του Παύλου Μπακογιάννη έως τον «Ελεύθερο Τύπο», από την ΕΡΤ έως το Κανάλι της Βουλής, η διαδρομή του διατρέχει διαφορετικές εποχές, διαφορετικά μέσα και διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα.
Και υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτό: ο άνθρωπος που έζησε τόσο κοντά στην εξουσία και στους μηχανισμούς ενημέρωσης δεν χρειάστηκε ποτέ να καταφύγει στη φανταχτερή εικόνα του «μεγάλου δημοσιογράφου». Ούτε lifestyle, ούτε φανταχτερή ζωή, ούτε επιτηδευμένοι εντυπωσιασμοί. Πάντα θεωρούσε ότι η ίδια η διαδρομή του είναι αρκετή.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη δημοσιογραφική του αρετή: η διάρκεια.
Σε έναν χώρο όπου οι περισσότεροι άνθρωποι της ενημέρωσης κρίνονται από μια περίοδο, μια εκπομπή, μια εφημερίδα ή μια τηλεοπτική παρουσία, ο Νίκος Σίμος μπορεί να διαβαστεί ως μια ολόκληρη δημοσιογραφική διαδρομή. Και η διάρκεια, όταν συνοδεύεται από θέσεις ευθύνης, συγγραφική παραγωγή και συνεχή παρουσία στην πολιτική αρθρογραφία, δεν είναι απλώς αριθμός ετών.
Είναι τεκμήριο μιας ζωής αφιερωμένης στη δημοσιογραφία. Και για τον Νίκο Σίμο, η δημοσιογραφία δεν υπήρξε ποτέ απλώς επάγγελμα.
Υπήρξε τρόπος να παρακολουθεί, να ερμηνεύει και να διασώζει την ιστορία του τόπου του.
Κι αυτό αποτελεί μέγιστη παρακαταθήκη του. Ομού με τα ευγενή και βαθύτατα «πράσινα» οπαδικά του αισθήματα…















