
Συζητούσα με φίλο, από εκείνους που θεωρούν τη ΝΔ δεύτερο σπίτι τους. «Σκέφτομαι να δεχθώ την πρόταση Σαμαρά και να συμπορευτώ μαζί του», μου είπε… Δεν προχώρησα περισσότερο τη συζήτηση, αφού ήταν ηλίου φαεινότερο ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του. Του ευχήθηκα μόνο καλή τύχη, αφού είναι βέβαιο ότι με την ενέργειά του αυτή θα διακυβεύσει μια συνεπή πορεία δεκαετιών στην πολιτική και στη ΝΔ.

Εν συνεχεία πήρα τηλέφωνο βουλευτή της επαρχίας, ο οποίος ακόμη κι αν η ΝΔ εκλεγεί αυτοδύναμη, έχει ελάχιστες πιθανότητες να επανεκλεγεί. «Ο Σαμαράς είναι μονόδρομος», μου είπε. Κι όταν του τόνισα ότι δεν είναι πολύ δεοντολογικό να το λέει αυτό, βουλευτής ων της ΝΔ, το γύρισε στο πρωτάθλημα που κατέκτησε ο Ολυμπιακός στο μπάσκετ…
Είναι αυτοί οι άνθρωποι ο κανόνας στο κυοφορούμενο εγχείρημα Σαμαρά; Δεν το νομίζω, αλλά κι ουδείς γνωρίζει. Ίσως είναι, ίσως δεν είναι. Το βέβαιο είναι ότι η ρήση Αβέρωφ με τη θεωρία της στάνης («όποιος βγει απ’ το μαντρί, τον τρώει ο λύκος») έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένως.
Από την άλλη πλευρά, η αγάπη για την πατρίδα αποτελεί γεγονός που ο καθείς αξιολογεί με το δικό του τρόπο. Ούτε μπορεί να μονοπωλήσει κάποιος αυτή την αγάπη. Πλην ίσως του Σαμαρά!
Ο Αντώνης Σαμαράς μοιάζει εδώ και χρόνια ν’ αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως τον τελευταίο φρουρό μιας αλήθειας που οι υπόλοιποι αδυνατούν να κατανοήσουν. Κάθε πολιτική εξέλιξη, κάθε εθνικό ζήτημα, κάθε εσωκομματική διαφωνία καταλήγει να περνά μέσα από το ίδιο φίλτρο: εκείνος είχε δίκιο, οι άλλοι έκαναν λάθος. Πρόκειται για μια πολιτική αντίληψη που δεν αφήνει χώρο ούτε στην αυτοκριτική ούτε στην πραγματικότητα. Επιπλέον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτή η πολιτική αντίληψη ΔΕΝ θα υπήρχε καν, αν ο Μητσοτάκης έδινε στον Σαμαρά όσα απαιτούσε και την … προσοχή που απαιτούσε.
Το παράδοξο είναι ότι η εικόνα του αδικημένου προφήτη συντηρείται παρά το γεγονός ότι η πολιτική του διαδρομή έχει συνδεθεί με μερικές από τις πιο διχαστικές περιόδους της μεταπολίτευσης. Αντί να χτίζει συναινέσεις, συχνά επένδυσε στη σύγκρουση. Αντί να αναζητά γέφυρες, προτιμούσε χαρακώματα. Και αντί να συμβάλλει στην ψύχραιμη αντιμετώπιση σύνθετων ζητημάτων, επέλεγε συχνά την υπερβολή και τη δραματοποίηση.
Η πολιτική όμως, δεν είναι άσκηση προσωπικής δικαίωσης. Ούτε είναι μια ατελείωτη μάχη με φανταστικούς αντιπάλους και εσωτερικούς εχθρούς. Μια χώρα που αντιμετωπίζει γεωπολιτικές προκλήσεις, οικονομικές πιέσεις και κοινωνικές ανισότητες δεν έχει ανάγκη από διαρκείς κήρυκες καταστροφής. Έχει ανάγκη από σοβαρότητα, νηφαλιότητα και διάθεση συνεννόησης.
Όταν λοιπόν ένας πολιτικός βρίσκεται επί δεκαετίες στο προσκήνιο, κάποια στιγμή οφείλει να αναρωτηθεί αν εξακολουθεί να προσφέρει ή αν απλώς ανακυκλώνει τον ίδιο πολιτικό εαυτό. Η εμπειρία είναι πολύτιμη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Αν μετατρέπεται σε εμμονή, τότε γίνεται βαρίδι και όχι πλεονέκτημα.
Ο Σαμαράς εμφανίζεται συχνά σαν να δίνει έναν αδιάκοπο αγώνα απέναντι σε όλους: αντιπάλους, συμμάχους, διαδόχους, ακόμη και στην ίδια την εποχή. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική παρουσία που περισσότερο θυμίζει διαρκή εκστρατεία προσωπικής επιβεβαίωσης παρά ουσιαστική συμβολή στον δημόσιο διάλογο.
Ο Σαμαράς βασανίζεται από τον εγωισμό, τις εμμονές του, από την ιδέα ότι μια νέα γενιά μπορεί να προχωρήσει χωρίς την ανάγκη των δικών του υποδείξεων. Ίσως νομίζει ότι θα καθοδηγεί τον τόπο όπως θέλει εκείνος. Ίσως νομίζει, ότι θα κυβερνά τη χώρα κι από τον άλλο κόσμο…
Όμως η πολιτική δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο ούτε ισόβιο αξίωμα. Κι η αγάπη για την πατρίδα δεν αποδεικνύεται με συνεχείς δημόσιες παραστάσεις αυτοανακήρυξης σε εθνικό καθοδηγητή. Αντιθέτως, κάποιες φορές αποδεικνύεται με σιωπή. Με αυτοσυγκράτηση. Με την επίγνωση ότι ο ιστορικός κύκλος ενός πολιτικού έχει κλείσει. Κι είναι βέβαιο, ότι τελικά, η μεγαλύτερη προσφορά ενός πολιτικού δεν είναι η παραμονή του στη σκηνή με κάθε κόστος, αλλά η στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι ο ρόλος του ολοκληρώθηκε και ότι η χώρα δεν περιστρέφεται γύρω από τη δική του πολιτική διαδρομή. Η αποχώρηση δεν είναι ήττα. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πράξη ευθύνης.
Υπό αυτή την έννοια, η πιο χρήσιμη παρέμβαση ενός πολιτικού -στην προκειμένη περίπτωση του Σαμαρά- είναι να κατανοήσει ότι η εποχή του πέρασε κι ότι πρέπει να κατέβει από τη σκηνή… Αλλιώς, μάλλον θα του το υπενθυμίσει ο κόσμος…











