
Συνεχίζοντας τα αφιερώματα του «Έμβολου» σε σημαντικά πρόσωπα της δημοσιογραφίας, παίρνει σκυτάλη ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Ο άνθρωπος που κράτησε όρθια τη μνήμη του ελληνικού Πολιτισμού και δη του τραγουδιού μας.

Καλησπέρα κύριε Έντισον
Αναφερόμενος στον Γιώργο Παπαστεφάνου, ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να βρω τον τρόπο να ξεκινήσω την κατάθεση των σκέψεών μου για εκείνον. Θα πω, αντί προλόγου, ότι ήμουν κι εγώ ένας από τα εκατομμύρια των Ελλήνων που φρόντιζαν να συντονίζονται με το Δεύτερο και, αργότερα, με το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας για ν’ ακούσουν τις εκπομπές του. Το «Καλησπέρα κύριε Έντισον» και, αργότερα, το «Μια φορά, θυμάμαι…», στο Τρίτο, κάθε Κυριακή στις 19:00, με επανάληψη στο Δεύτερο Πρόγραμμα κάθε Δευτέρα στις 18:00.
Μνήμες με νότες και στιχάκια
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου είναι από εκείνους τους ανθρώπους που μου απέδειξαν και μου έμαθαν ότι το ραδιόφωνο μπορεί να είναι ταυτοχρόνως μουσική, ιστορία, λογοτεχνία και πολιτισμός.
Σκέφτομαι πως υπάρχουν άνθρωποι που απλώς περνούν από τον πολιτισμό κι άλλοι που γίνονται σκέλη του σώματός του. Άνθρωποι που δεν αφήνουν πίσω τους μόνο έργο, αλλά κι έναν τρόπο να βλέπουμε, να ακούμε, να αισθανόμαστε.
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου ανήκει σε αυτή τη δεύτερη, σπάνια κατηγορία. Δεν υπήρξε απλώς μια φωνή της ραδιοφωνίας. Δεν υπήρξε απλώς ένας δημοσιογράφος που συνάντησε στο διάβα του σημαντικούς ανθρώπους. Δεν υπήρξε απλώς ένας παρουσιαστής που παρουσίασε τραγούδια και εποχές.
Υπήρξε ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο να διασώσει ό,τι κινδυνεύει περισσότερο να χαθεί: τη μνήμη.
Ο φύλακας της μνήμης
Ο πολιτισμός δεν χάνεται μόνο όταν καταστρέφονται τα έργα των ανθρώπων. Χάνεται κι όταν ξεχνούμε τις ιστορίες που τα γέννησαν. Όταν οι φωνές εκείνων που έφτιαξαν μια εποχή σβήνουν χωρίς να έχουν προλάβει να αφηγηθούν τη δική τους αλήθεια.
Ο Παπαστεφάνου στάθηκε απέναντι σ’ αυτή τη λήθη σαν ένας ήσυχος φύλακας. Μ’ ένα μικρόφωνο, ένα σημειωματάριο και, κυρίως, μια αληθινή διάθεση ακρόασης.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα για τη διαδρομή του να βρίσκεται σε εκείνη την παιδική του ανάμνηση: όταν τον ρωτούσαν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, δεν έδινε τις συνηθισμένες απαντήσεις. Δεν ονειρευόταν ένα επάγγελμα εξουσίας ή κύρους. Έλεγε πως ήθελε να γίνει εκφωνητής.
Σαν να γνώριζε από νωρίς ότι η ζωή του θα περνούσε μέσα από τη φωνή. Μια φωνή που δεν θα ζητούσε να κυριαρχήσει, αλλά θα δημιουργούσε χώρο για τους άλλους.
Η δύναμη της οικειότητας
Αυτή υπήρξε ίσως η μεγάλη του αρετή. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου δεν χρησιμοποίησε ποτέ το μικρόφωνο για να μεγαλώσει τον εαυτό του. Το χρησιμοποίησε για να φέρει κοντά μας ανθρώπους, τραγούδια και εποχές.
Η φωνή του είχε μια σπάνια ποιότητα: την οικειότητα. Δεν μιλούσε στον ακροατή από απόσταση. Του μιλούσε σαν να καθόταν απέναντί του. Σαν να υπήρχε ανάμεσά τους ένα τραπέζι μ’ ένα φλιτζάνι καφέ και να ξεκινούσε μια συζήτηση αργή και ουσιαστική.
Αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό του ραδιοφώνου του: η αίσθηση της παρουσίας. Σε μια εποχή όπου το ραδιόφωνο δεν ήταν απλώς μέσο ενημέρωσης ή ψυχαγωγίας, αλλά καθημερινή συντροφιά, η φωνή του έγινε κομμάτι της ζωής πολλών ανθρώπων.
Το ραδιόφωνο ως αφήγηση
Οι εκπομπές του δεν ήταν απλές μουσικές επιλογές. Ήταν αφηγήσεις.
Το «Καλησπέρα κύριε Έντισον», υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία αυτής της διαδρομής. Εκεί ο Παπαστεφάνου δεν παρουσίαζε απλώς τραγούδια. Άνοιγε παράθυρα σε χρόνους και πρόσωπα. Ένα τραγούδι δεν ερχόταν ποτέ μόνο του. Ερχόταν μαζί με τον δημιουργό του. Με την εποχή του. Με την ιστορία του. Με την ανθρώπινη στιγμή που το γέννησε. Κι έτσι, η μουσική γινόταν αφήγηση και η αφήγηση μνήμη.
Ο δημοσιογράφος πίσω από το τραγούδι
Αυτή ήταν και η βαθιά δημοσιογραφική του ματιά. Γιατί ο Γιώργος Παπαστεφάνου υπήρξε πρώτα απ’ όλα δημοσιογράφος, με την ουσιαστική έννοια της λέξης. Όχι εκείνος που απλώς μεταφέρει πληροφορίες, αλλά εκείνος που αναζητά το νόημα πίσω από αυτές.
Η δημοσιογραφία του δεν είχε βιασύνη, ούτε άγχος. Δεν κυνηγούσε τον εντυπωσιασμό. Δεν αναζητούσε την εύκολη φράση που θα ακουστεί για λίγο και μετά θα ξεχαστεί. Αναζητούσε την ανθρώπινη μαρτυρία.
Ήξερε ότι ένας καλλιτέχνης δεν είναι μόνο το έργο του. Είναι και η διαδρομή μέχρι να φτάσει σ’ αυτό.
Ήξερε ότι πίσω από ένα τραγούδι υπάρχει μια ιστορία. Και ότι πολλές φορές η ιστορία αυτή είναι εξίσου σημαντική με το ίδιο το τραγούδι.
Γι’ αυτό και οι συναντήσεις του με τους ανθρώπους του ελληνικού τραγουδιού έχουν σήμερα τη σημασία πολιτισμικού αρχείου. Δεν έψαχνε έτοιμες απαντήσεις. Έψαχνε στιγμές αλήθειας. Έδινε στον συνομιλητή του χρόνο. Κι ο χρόνος είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει ένας δημοσιογράφος.
Οι λέξεις που μένουν
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου γνώριζε πως το ελληνικό τραγούδι δεν γράφεται μόνο με νότες. Γράφεται με ανθρώπους. Με πρόσωπα που κουβαλούν μια εποχή. Με δημιουργούς που βάζουν μέσα στις λέξεις και στις μελωδίες τους κομμάτια από την ψυχή και τη ζωή τους.
Γι’ αυτό και στάθηκε με ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στους στιχουργούς. Καταλάβαινε πως σχεδόν πάντα όλοι θυμούνται ποιος έγραψε τη μουσική ή ποιος ερμήνευσε ένα τραγούδι, αλλά πολύ λιγότερο εκείνον που κατέθεσε τη δύναμη των λέξεων. Ένιωθε ότι οι λέξεις αποτελούν την πρώτη ύλη της μνήμης.
Ένας στίχος μπορεί να γίνει καταφύγιο μιας ολόκληρης γενιάς. Μπορεί να κρατήσει μέσα του έναν έρωτα, έναν αποχωρισμό, μια απώλεια, μια ελπίδα. Μπορεί να πει κάτι που χιλιάδες άνθρωποι ένιωσαν, αλλά δεν μπόρεσαν ποτέ να εκφράσουν. Αυτή τη δύναμη αναζητούσε ο Παπαστεφάνου.
Δεν τον ενδιέφερε μόνο το τραγούδι που αγαπήθηκε. Τον ενδιέφερε η διαδρομή του μέχρι να αγαπηθεί. Ποιος το έγραψε. Γιατί το έγραψε. Τι κουβαλούσε μέσα του. Κι ίσως γι’ αυτό αξίζει να σταθούμε σε μια λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου σημαντική πλευρά της προσωπικής του διαδρομής.
Μια αγάπη για το καλοκαίρι
Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο να καταγράφει και να φωτίζει το ελληνικό τραγούδι, υπήρξε για ένα διάστημα και ο ίδιος δημιουργός. Έγραψε στίχους για περίπου πενήντα τραγούδια. Δεν επιδίωξε, όμως, να χτίσει μια ξεχωριστή καριέρα ως στιχουργός. Οι στίχοι του γεννήθηκαν περισσότερο από την αγάπη του για το τραγούδι και από τη συνάντησή του με σημαντικούς συνθέτες και ερμηνευτές.
Η αρχή έγινε το 1964, όταν ακόμη σπούδαζε στη Νομική και εργαζόταν παράλληλα στο ραδιόφωνο. Βρισκόταν σε ένα μάθημα που τον κούραζε και, για να μην τον πάρει ο ύπνος, άρχισε να γράφει στίχους πάνω στο φοιτητικό θρανίο. Έτσι γεννήθηκε το εμβληματικό «Μια αγάπη για το καλοκαίρι». Κι όταν «ζωγράφισε» νότες ο Σπανός κι έβαλε το ηχόχρωμα και την απλότητα της η Χωματά, ολοκληρώθηκε ένα τραγούδι ύμνος! Το τραγούδι σύμβολο του Νέου Κύματος.
Και δεν ήταν το μόνο.
Τα τραγούδια του
Στους στίχους του Γιώργου Παπαστεφάνου συναντά κανείς εκείνη τη γνώριμη ποιότητα του Νέου Κύματος: την απλότητα, την καθαρότητα, την τρυφερότητα, τη δύναμη της εικόνας.
Ανάμεσα στα τραγούδια που έχει υπογράψει, βρίσκονται τα «Μια φορά θυμάμαι», «Ένα πρωινό (Άναμπελ)», «Ανάμνηση», «Σου ’δωσα την αγάπη μου», «Κι αν σ’ αγαπώ δε σ’ ορίζω», «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη», «Μικρό ταξίδι στον γιαλό», «Στου Προφήτη Ηλία τα σοκάκια», «Μπρος στο μπαλκόνι σου» και «Summer Dream», ανάμεσα σε άλλα.
Οι στίχοι του συναντήθηκαν με μουσικές σημαντικών δημιουργών, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Γεράσιμος Λαβράνος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Δήμος Μούτσης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Βαγγέλης Πιτσιλαδής.
Η «Ανάμνηση», σε μουσική του Βαγγέλη Πιτσιλαδή, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η εικόνα της αμμουδιάς, του καλοκαιριού και της αγάπης μετατρέπεται σε μια μικρή κινηματογραφική σκηνή, από εκείνες που μένουν στη μνήμη ακόμη κι όταν έχουν περάσει δεκαετίες.
Ίσως γι’ αυτό οι στίχοι του άντεξαν στον χρόνο. Δεν προσπάθησαν να εντυπωσιάσουν. Προσπάθησαν να συγκινήσουν.
Η συνάντηση με τον Γιάννη Σπανό
Η σχέση του με τον Γιάννη Σπανό υπήρξε καθοριστική. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο Παρίσι, όπου ο Σπανός εργαζόταν ως μουσικός. Ο Παπαστεφάνου βρέθηκε εκεί και η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε στενή φιλία. Όταν ο Παπαστεφάνου επέστρεψε στην Ελλάδα, έπαιζε στις ραδιοφωνικές του εκπομπές τους δίσκους που είχε ηχογραφήσει ο Σπανός στο Παρίσι. Ήταν ένας τρόπος να συστήσει στο ελληνικό κοινό έναν δημιουργό που πίστευε βαθιά ότι άξιζε να γνωρίσει.
Η σχέση αυτή δεν περιορίστηκε στη φιλία. Συνδέθηκε με τη γέννηση μιας ολόκληρης εποχής στο ελληνικό τραγούδι. Ο Παπαστεφάνου μίλησε στον Αλέκο Πατσιφά για τον Σπανό, την ίδια ώρα που συνέβαλε και στη γνωριμία του με την Καίτη Χωματά. Η Λύρα, το Νέο Κύμα, οι νέες φωνές και οι νέοι δημιουργοί άρχισαν να αποκτούν χώρο. Κι εκείνος βρισκόταν κάπου στο κέντρο αυτής της ιστορίας, χωρίς ποτέ να διεκδικήσει για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ένας στιχουργός χωρίς την αγωνία της καριέρας
Η στιχουργική του διαδρομή, ωστόσο, δεν κράτησε για πάντα.
Οι πολλές επαγγελματικές του δραστηριότητες —το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, οι παραγωγές, οι εκπομπές και η διαρκής αναζήτηση υλικού— δεν του άφηναν πλέον τον χρόνο που απαιτεί η δημιουργία ενός στίχου. Και ο ίδιος γνώριζε κάτι πολύ σημαντικό: ότι ο καλός στίχος χρειάζεται χρόνο.
Έτσι, αφού έγραψε ακόμη τραγούδια για ερμηνευτές όπως η Τζιλιόλα Τσινκουέτι, ο Τόνι Πινέλι, ο Τέρης Χρυσός και η Γιοβάννα, σταδιακά απομακρύνθηκε από τη στιχουργική. Ίσως, τελικά, να ήταν και αυτό ένα ακόμη χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του. Δεν θέλησε να γράφει στίχους επειδή έπρεπε. Έγραψε όταν είχε κάτι να πει. Κι όταν δεν είχε τον χρόνο ή την εσωτερική διαθεσιμότητα να το κάνει, σταμάτησε.
Ο άνθρωπος που έδινε χώρο στους άλλους
Μ’ αυτή την ευαισθησία προσέγγισε και τους δημιουργούς. Μ’ αυτή την ευαισθησία μίλησε για τους στιχουργούς, για ανθρώπους όπως ο φίλος του ο Κωτούλας και για όλους εκείνους που υπηρέτησαν το ελληνικό τραγούδι από τη θέση του δημιουργού και όχι απαραίτητα του προβεβλημένου προσώπου.
Ο ίδιος πίστευε στην ουσία και όχι στην επιφάνεια. Ίσως γι’ αυτό υπήρξε τόσο κοντά και στον Γιάννη Σπανό. Η σχέση τους δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική συνύπαρξη. Ήταν μια συνάντηση δύο ανθρώπων που μοιράζονταν την ίδια αισθητική αντίληψη: την πίστη στη δύναμη του απλού, του καθαρού, του διακριτικού.
Ο Γιάννης Σπανός υπήρξε κι εκείνος ένας δημιουργός που δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει για να ακουστεί. Οι μελωδίες του είχαν μια εσωτερική ευγένεια. Είχαν εκείνη τη σπάνια ποιότητα που κάνει ένα έργο να μοιάζει οικείο από την πρώτη στιγμή. Ο Παπαστεφάνου αναγνώριζε αυτή την ποιότητα. Ήξερε πως ορισμένοι δημιουργοί δεν αφήνουν πίσω τους μόνο τραγούδια. Αφήνουν έναν τρόπο να αισθανόμαστε. Και ίσως αυτή η συγγένεια να εξηγεί γιατί ο ίδιος υπήρξε τόσο σημαντικός για το ελληνικό τραγούδι: επειδή δεν στάθηκε ποτέ απέναντί του σαν παρατηρητής. Στάθηκε σαν άνθρωπος που συμμετείχε στη μνήμη του.
Το μεγάλο του έργο ήταν η διάσωση
Αν έπρεπε να συμπυκνώσει κανείς ολόκληρη τη διαδρομή του Γιώργου Παπαστεφάνου σε μία λέξη, ίσως αυτή να ήταν η διάσωση.
Η διάσωση φωνών. Η διάσωση αφηγήσεων. Η διάσωση τραγουδιών.
Η διάσωση μιας ολόκληρης πολιτιστικής εποχής. Σ’ έναν κόσμο όπου όλα γίνονται γρήγορα και χάνονται γρήγορα, ο Παπαστεφάνου υπηρέτησε την αντίθετη αξία: την υπομονή. Την προσοχή. Τη λεπτομέρεια.
Ήξερε ότι ο πολιτισμός χρειάζεται ανθρώπους που δεν βιάζονται να μιλήσουν, αλλά βιάζονται να προλάβουν τη λήθη.
Αυτός ήταν ο ρόλος του. Να κρατήσει αναμμένο το φως.
Η ευγένεια ως τρόπος ύπαρξης
Θα λέω πάντα, ότι η πιο αληθινή, η πιο βαθιά πλευρά της προσωπικότητάς του, είναι η ευγένεια.
Όχι η ευγένεια ως κοινωνικό πρότυπο. Όχι ως καλός τρόπος συμπεριφοράς. Αλλά ως τρόπος ύπαρξης.
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου είχε εκείνη τη σπάνια ποιότητα των ανθρώπων που δεν χρειάζονται να μειώσουν κανέναν για να ξεχωρίσουν.
Δεν αναζητούσε τον θόρυβο. Δεν κυνηγούσε την προβολή. Προτιμούσε να φωτίζει τους άλλους.
Κι αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη μορφή προσφοράς. Να έχεις γνώση και να μην την κάνεις επίδειξη. Να έχεις παρουσία και να μην επισκιάζεις. Να είσαι στο κέντρο μιας ιστορίας, αλλά να αφήνεις τους άλλους να πρωταγωνιστούν.
Με την ευγένεια του φωτός
Γι’ αυτό και ο τίτλος του σημερινού πονήματος -«Με την ευγένεια του φωτός»- δεν αποτελεί απλώς μια διεκπεραίωση.
Αποτελεί έναν τρόπο να περιγράψει κανείς τη στάση του.
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου είναι λοιπόν ένα φως! Ένα φως επάνω στα τραγούδια. Ένα φως επάνω στους δημιουργούς. Ένα φως επάνω στις ιστορίες που θα μπορούσαν να χαθούν. Ένα φως που μας έμαθε ν’ ακούμε τραγούδια, λέξεις, νότες… Ένα φως που έμαθε τις ψυχές μας να πάλλονται…















