Το Ευρωβαρόμετρο και το δημόσιο συμφορά – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Δεν χρειάζεται να διαθέσουμε πολύ φαιά ουσία για ν’ αντιληφθούμε για ποιον λόγο το δημόσιο αποτελεί φετίχ των νεοελλήνων.

Σακελλαρόπουλος Γ. Νίκος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Μονιμότητα, ραχάτι, ελάχιστη ευθύνη και προσπάθεια, καλές αμοιβές, πάμπολλες παροχές.

Όλα αυτά και πολλά άλλα,  αποτελούν χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας που διαμόρφωσε κουλτούρα ήσσονος προσπάθειας και μισθουλάκου που τρέχει, βρέχει χιονίσει. Μιας κοινωνίας που ονειρεύεται το δημόσιο για να «τρουπώσει» και ν’ αράξει. Μιας κοινωνίας που δεν διαθέτει αντανακλαστικά κι ανησυχίες για το ίδιο της το μέλλον, για το αύριο των παιδιών της αλλά αναλίσκεται να τρώει τις σάρκες της.

Φτιάξαμε ένα δημόσιο –τέρας, μόνο και μόνο για να προασπιστεί το δίπτυχο «σου δίνω – μου δίνεις» του πελατειακού συστήματος. Φτιάξαμε ένα ανυπόληπτο δημόσιο.

Και το συγκλονιστικό είναι πως ενώ όλοι ξέρουμε ότι για τα δεινά της κρίσης φταίει αυτό, ΔΕΝ θέλουμε να το αλλάξουμε και να το καταστήσουμε χρήσιμο για την κοινωνία κι όχι για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Το δημόσιο, εκτός άλλων, αποτελεί και κορυφαίο ιδεολογικό ζήτημα.

Η Αριστερά και μέρος της Δεξιάς επιθυμούν την συντήρησή του, όταν όχι μόνο η πρακτική και η λογική αλλά και οι ανάγκες της χώρας επιβάλλουν μείωσή του, εκσυγχρονισμό του και ευελιξία του.

Προσέξτε:

Αν ρωτήσετε εκατό Έλληνες αν είναι ευχαριστημένοι από τις υπηρεσίες που παρέχει το δημόσιο, νομίζω ότι και οι εκατό θα σας απαντήσουν «όχι».

Αν ρωτήσετε εκατό Έλληνες αν είναι ικανοποιημένοι που «ματώνουν» φορολογικά για να το συντηρούν, η μεγάλη πλειοψηφία τους θα σας απαντήσει «όχι».

Αν ρωτήσετε εκατό Έλληνες αν τους ενδιαφέρει (ή έχει σημασία) αν μια υπηρεσία από την οποία εξυπηρετούνται είναι δημόσια ή ιδιωτική, η μεγάλη πλειοψηφία θα σας απαντήσει «όχι». Αφού σημασία έχει η εξυπηρέτηση κι όχι ποιος την παρέχει.

Προσέξτε:

Στο Ευρωβαρόμετρο της προηγούμενης Άνοιξης, στην ερώτηση «πώς αξιολογείτε την παροχή δημοσίων υπηρεσιών;», οι Έλληνες απαντούν «μάλλον κακή» (ποσοστό 54%) και «πολύ κακή» (ποσοστό 30%)!

Δηλαδή, ποσοστό 84%!!!! Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ούτε οι ίδιοι οι δημόσιοι υπάλληλοι εκτιμούν αυτό που κάνουν!!!

Προσέξτε:

Στην ίδια έκθεση –δημοσκόπηση του Ευρωβαρόμετρου, αποτυπώνεται ότι οι… Αλβανοί (!!!)  είναι ευχαριστημένοι στην πλειοψηφία τους με την ποιότητα των υπηρεσιών που τους παρέχονται.

Οι Ολλανδοί με ποσοστό 93% είναι ικανοποιημένοι με το δημόσιό τους. Οι Φιλανδοί το ίδιο, με 89%. Οι Αυστριακοί με 82%, οι Γερμανοί με 74%.

Κι όμως. Ενώ εμείς μόνο σε ποσοστό 14% αποδεχόμαστε «καλές» ή «σχετικά καλές» τις υπηρεσίες που μας προσφέρει το δημόσιο, ΔΕΝ θέλουμε ν’ αλλάξει το παραμικρό.

Πώς διάβολο γίνεται αυτό; Πόσο διχασμένες σκέψεις κι ιδεοληψίες κουβαλάμε; Πώς στα κομμάτια επιτρέπουμε στις παθογένειες να καθορίζουν τις ζωές μας;

Να το πούμε κι αλλιώς;

Ξέρετε έστω και έναν από τον οικογενειακό και κοινωνικό σας περίγυρο, που να μην έχει περάσει τον δικό του Γολγοθά με τον τραγέλαφο του δημοσίου και της γραφειοκρατίας του; Να μη έχει χάσει χρόνο και χρήμα από τη μια υπηρεσία στην άλλη; Που αν μην έχει βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που μπήκε σε δημόσια υπηρεσία; Που να μην περιμένει ώρες ν’ απαντηθεί ένα τηλεφώνημα; Κι όταν απαντηθεί ν’ ακούνε από την άλλη άκρη της γραμμής «λείπει ο αρμόδιος»; Ξέρετε, κάποιον;

Πόσοι και πόσοι εξ ημών δεν έμπλεξαν στους λαβυρίνθους της γραφειοκρατίας και έτρεχαν σε δικηγόρους για ν’ αποσαφηνίσουν την αντιμαχόμενη νομοθεσία και τις χιλιάδες ερμηνευτικές εγκυκλίους;

Κι όμως, ξαναλέω, αυτή την μίζερη πραγματικότητα δεν θέλουμε να την αλλάξουμε.

Όπως δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε το καθεστώς διαφθοράς. Τα «κολόκουρα» για …γρήγορη εξυπηρέτηση… Τις ηθελημένες καθυστερήσεις μέχρι να… ψηθεί το πράγμα…. Τις μίζες για προμήθειες… Δεν τα ξέρουμε; Δεν επικαλύπτονται συνεχώς;

Να σας πω ένα παράδειγμα. Προσφάτως η  AEGEAN έκανε τη μεγαλύτερη επένδυση (5 δισ. δολάρια) για την αγορά 48 αεροσκαφών. Έκανε μια συναλλαγή με άλλες ιδιωτικές εταιρείες. «Τόσα δίνω…πόσα θες»… Κι έκλεισε η δουλειά. Φαντάζεστε τι θα ακούγαμε αν υπήρχε Ολυμπιακή;

Προσέξτε:

Το θέμα του δημοσίου αποτελεί ταμπού στη χώρα μας. Για όλους και για όλα τα πολιτικά κόμματα. Ακόμη και για μεγάλο μέρος της Νέας Δημοκρατίας που αυτοπροσδιορίζεται φιλελεύθερη. Κι ένα ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιον δεν βάζουμε το χέρι επί τον τύπον των ήλων. Για ποιον λόγο η απλοποίηση των διαδικασιών, ο εξοβελισμός της γραφειοκρατίας και η κατάργηση υπηρεσιών ΔΕΝ καθίσταται κορυφαίο ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Για ποιον λόγο η αξιολόγηση δεν καθίσταται απολύτως υποχρεωτική; Κι όποιος δεν την περνά να πηγαίνει σπίτι του; Για ποιον λόγο δεν απολύεται από το δημόσιο ούτε καν ο καταχραστής του; Γιατί αντί να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες, το βασικό αίτημα είναι η προστασία (με κάθε τρόπο και πρωτίστως οικονομικά) των υπαλλήλων; Για ποιον λόγο δεν γίνεται αναφορά στην εξυπηρέτηση των πολιτών και της κοινωνίας κι όλοι μιλούν για την προστασία των υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι όπως και οι πολίτες έχουν μεν δικαιώματα αλλά έχουν και υποχρεώσεις. Και με αυτές δεν ασχολείται κανείς…  Για ποιον λόγο περικόπτονται δαπάνες (σωστά) αλλά από την Υγεία, την Παιδεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες (λάθος) κι όχι από την κατάργηση ή συρρίκνωση εκατοντάδων κρατικών εταιρειών που είναι φαντάσματα;

Εν κατακλείδι: Αυτή η κατάσταση μπορεί ν’ αλλάξει μ’ έναν μόνο τρόπο.

Να βρεθεί ένας πολιτικός, που να πει ότι εγώ θέλω να κυβερνήσω ΜΟΝΟ τέσσερα χρόνια…

Γίνεται;

Φοβάμαι ότι αν απαντήσω ότι γίνεται θα μπω στο φάσμα της Αριστερής ουτοπίας…

Προηγούμενο άρθροΙνδονησία: “Όλοι έτρεξαν προς το δάσος”- Περισσότεροι από 220 οι νεκροί, 843 οι τραυματίες από το τσουνάμι μετά την έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα
Επόμενο άρθροΣυρία: Η διαταγή για την αποχώρηση των δυνάμεων των ΗΠΑ υπεγράφη (αμερικανικό Πεντάγωνο)
*Ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας («Hellas Special Άφιλτρο», «Ο Γέρος του Βοριά» που αποτελεί τη λαϊκή βιογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, «Οι Μύθοι και το Παραμύθι»). Θεωρείται εκ των πρωτεργατών της «ελεύθερης ραδιοφωνίας» και επί χρόνια ασχολήθηκε με την πολιτική αρθρογραφία και ανάλυση σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοπτικούς σταθμούς. Για πολλά χρόνια συνδύασε την εργασία με τα χόμπι του (αθλητισμός) , με την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της εφημερίδας «Sportime» και της «Αθλητικής Ηχούς», ενώ έχει γράψει στίχους σε τραγούδια σημαντικών Ελλήνων δημιουργών και τραγουδιστών.