Στην Ελλάδα καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη – Γράφει ο Μιχάλης Δεμερτζής

Μέσα στην κρίση της πανδημίας, η Ελλάδα φαίνεται να έχει μία ευκαιρία να ξεφύγει από παθογένειες και αγκυλώσεις δεκαετιών. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο μικρό θαύμα της άμεσης ψηφιοποίησης μεγάλου μέρους των δημόσιων υπηρεσιών και στα ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας στην κυβέρνησή της. Αν προστεθούν σε αυτά το γεγονός ότι η Ελλάδα πλέον θεωρείται ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο (βλ. νέα πτώση ρεκόρ της απόδοσης του 5ετούς ομολόγου και αρνητικό επιτόκιο στους τίτλους τριμήνου) και η εισροή του πολύ σημαντικού σε μέγεθος ευρωπαϊκού πακέτου βοήθειας, εδώ υπάρχει μία δυναμική που δεν πρέπει να περάσει ανεκμετάλλευτη.

Γράφει ο Μιχάλης Δεμερτζής

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, η χώρα χρειάζεται αλλαγές διαρθρωτικού τύπου που θα απελευθερώσουν τις πιο υγιείς και παραγωγικές δυνάμεις τής κοινωνίας της, ώστε να αναπτυχθεί πολύπλευρα και να θωρακιστεί απέναντι στις κρίσεις του μέλλοντος και όλα δείχνουν πως αν αυτές οι αλλαγές δεν συμβούν την τρέχουσα εποχή, δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ… Τουλάχιστον όχι, αν δεν μεσολαβήσει πρώτα μία οδυνηρή καταστροφή. Το ίδιο φαίνεται να πιστεύει και η ελληνική κυβέρνηση για αυτό και ανέθεσε σε νομπελίστα οικονομολόγο, τον Χριστόφορο Πισσαρίδη, την κατάρτιση σχεδίου για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Ωστόσο, το ότι οι συνθήκες για σημαντικές μεταρρυθμίσεις φαίνεται να είναι πιο ώριμες από ποτέ, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε σε ποια χώρα ζούμε… Η ελληνική κοινωνία εδώ και δεκαετίες βασίζει τη συνοχή της σε ένα ασύμφορο ασφαλιστικό σύστημα, έναν υδροκέφαλο δημόσιο τομέα και σε στεγανοποιημένες επαγγελματικές συντεχνίες. Εκτός από συγκολλητικό υλικό μεταξύ των πολυπρόσωπων εγχώριων συμφερόντων, αυτή η τριάδα συνθέτει την κύρια αιτία της ελληνικής κρίσης του 2010 και, παρότι θίχτηκε ως ένα βαθμό κατά τη δεκαετία των μνημονίων, τελικά άντεξε. Το σχέδιο της επιτροπής Πισσαρίδη ανοίγει και πάλι τη συζήτηση για σημαντικές αλλαγές σε ασφαλιστικό σύστημα και δημόσιο και ζητά ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα κυρίως μέσα από ελαφρύνσεις σε φόρους και εισφορές και ταχύτερη απόδοση δικαιοσύνης. Ειδικά, λοιπόν, σε ό,τι αφορά τους δύο κρατικούς ογκόλιθους των παθογενειών μας, δημόσιο τομέα και ασφαλιστικό, τα πράγματα δεν είναι απλά. Αν λάβουμε υπόψη το πολιτικό παρελθόν της χώρας, πρόσφατο αλλά και μακρινό, δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου δεδομένο ότι το σχέδιο θα εφαρμοστεί επειδή, λ.χ., οι συνθήκες είναι ώριμες ή επειδή ο κόσμος εμπιστεύεται την κυβέρνηση από την πετυχημένη αντίδρασή της σε δύο μεγάλες κρίσεις.

Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με το κοντινό παρελθόν, αν σκεφτούμε τη διεθνή πίεση που συνόδευε τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της Ελλάδας επί μνημονίων και το κατά πόσο εν τέλει αυτές απέδωσαν, δεν είναι υπερβολή να πούμε πως θα είναι επιτυχία αν το σχέδιο Πισσαρίδη εφαρμοστεί έστω κατά το ήμισυ. Σε ό,τι αφορά το πιο μακρινό παρελθόν τώρα, η ελληνική ιστορία έχει δείξει πως η εμπιστοσύνη της κοινωνίας απέναντι στην κυβέρνησή της δεν μπορεί να θεωρείται ποτέ δεδομένη, ακόμα κι αν η τελευταία θριαμβεύσει στις πιο δύσκολες των αποστολών (βλ., λόγου χάρη, τις βουλευτικές εκλογές του 1920, μετά τη Συνθήκη των Σεβρών). Εκτός από αυτό, υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα διεθνώς, όπου πολιτικοί ηγέτες πέρασαν από το «Ωσαννά» στο «Άρον άρον σταύρωσον αυτόν» μόλις εν μία νυκτί, μόνο και μόνο επειδή έθιξαν μικροπολιτικά ή στενά τοπικά συμφέροντα.

Προσθέστε τώρα σε όλα αυτά και την αξιωματική αντιπολίτευση του παρόντος χρόνου, που και τις πιο αυτονόητες μεταρρυθμίσεις τις χαρακτηρίζει ως σκληρές νεοφιλελεύθερες, και έχετε τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση απαγορεύεται να υποτιμήσει την πολιτική διάσταση των αλλαγών που ευαγγελίζεται.

Ο χρυσός κανόνας της μεταρρυθμιστικής πολιτικής λέει ότι όσο πιο σημαντικές οι αλλαγές που επιχειρούνται, τόσο μεγαλύτερες οι κοινωνικές αντιστάσεις που θα συναντήσουν, και τούτο ισχύει ακόμα και για τις πιο σύγχρονες και προοδευτικές κοινωνίες. Η διαφορά είναι πως σε εκείνες τις κοινωνίες η λειτουργία του όλου συστήματος μπαίνει πάνω από κόμματα και ψηφοφόρους, δεν βάζουν δηλαδή πολιτικό πρόσημο στις αναταραχές που δοκιμάζουν το σύστημα για αυτό και τις αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά. Εδώ, μόλις τώρα αρχίσαμε να τα μαθαίνουμε αυτά. Ως εκ τούτου, καλές ή όχι οι συνθήκες, η αλλαγή απαιτεί προσοχή…