Αρχική Blog Σελίδα 18398

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΗΜΑΘΙΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΑΠΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ Κου ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΤΟΤΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΛΑΤΕΟΣ “ΔΗΜΟΡΑΜΑ”

01

02
Ο διακεκριμένος Δικηγόρος – Ερευνητής της ιστορίας και Λαογραφίας του Ρουμλουκιού Ημαθίας Κος Γιάννης Δ. Μοσχόπουλος

Το τεύχος 3 Μάϊος – Ιούνιος 1998 του περιοδικού “ΔΗΜΟΡΑΜΑ” του Δήμου Πλατέος από το οποίο λήφθηκε το άρθρο του  κου Γιάννη Μοσχόπουλου. Το περιοδικό ήταν μιά ιδέα και φιλότιμη προσπάθεια του τότε  δημοτικού συμβούλου Τρύφωνα Τοπαλίδη, ενός άκρα φιλεργατικού και  φιλότιμου συνδημότη μας.
Το περιοδικό  δημοσίευσε μόνο τρία τεύχη οπότε και διακόπηκε η έκδοσή του.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ:

Η λέξη « πλατύς» είναι επίθετο, που σημαίνει τον ευρύχωρο, τον  εκτεταμένο τόπο. Σύμφωνα λοιπόν με όσα έχω ήδη υποστηρίξει (βλ Ρουμλουκιώτικα Σημειώμαια 1980-1988, τεύχος 1°, σελ 30-31) το τοπωνύμιο αυτό έχει σχέση με την προσχωτική δράση του ποταμού Αλιάκμονα στην δημιουργία της πεδιάδας τоυ Ρουμλουκιού. Έτσι λοιπόν στην ερευνά μου δέχομαι ότι ο Αλιάκμονας αρχικά εξέβαλε βόρεια (Σκυλίτσι), αργότερα βορειοανατολικά (Σχοινάς – Νεοχώρι) κι ύστερα ανατολικά στη γραμμή των χωριών Γηδάς-Παλιοχώρι-Λιανοβέργι-Πλατύ. Οταν ο Αλιάκμονας, στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια μετακινήθηκε σε νοτιότερη κοίτη, η παλιά ξεραμένη του κοίτη ήταν πλέον μια διαμορφωμένη λωρίδα γης, απ’ όπου πέρασε ο δρόμος που ένωσε τη Βέροια με τη Θεσσαλονίκη.

Στα βυζαντινά χρόνια λοιπόν συναντάμε το τοπωνύμιο «Πλατύς» ν’ αποδίδεται όχι σε οικισμό, αλλά σε τοποθεσία, η οποία κατά τηχ γνώμη μου ονομάστηκε έτσι, διότι, σαν παλιό σημείο εκβολής του ποταμού Αλιάκμονα, ήταν πλέον ένα εκτεταμένο γήϊνοπλάτωμα ανάμεσα στη λίμνη, τον Λουδία ποταμό και τον συvήθωs πλημμυρισμένο Αλιάκμονα. Αυτό αποτέλεσε την αφετηρία του σκεπτικού της άποψής μου για την ετυμολογία της λέξης «Γηδάς», διότι αμέσως συνδύασα τα παραπάνω με το γεγονός ότι τα τοπωνύμια στην περιοχή του Ρουμλουκιού, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, έχουν σχέση με την γεωμορφολογική κατάσταση του χώρου τον οποίο ονομάτιζαν (Νησί, Νησέλι, Κορυφή, Πλατύ, Αρμύρα, Παλιομάνα, Κουλούρα κλπ.), οπότε κάτι παρόμοιο πρέπει να συνέβηκε και σ’ αυτήν την περίπτωση. Δηλαδή “Γηδάs” ήταν η τοποθεσία μιας στενής λωρίδας γης, ανάμεσα στα νερά της Βαλτολίμνης και του συνήθως πλημμυρισμένου Αλιάκμονα, πάνω απ’ την οποία διερχόταν δρόμος συνεπώς ήταν γη στενή ίσαμ’ ένα δρόμο, γή οδός, Γηδός, Γηδάς. Το βρίσκω δε εντελώς φυσικό να βρίσκονται τα τοπωνύμια των δύο αυτών κοντινών τοποθεσιών σε σχέση αντιδιαστολής μεταξύ τους, αφού το μεν “Πλατύ” ήταν ένα πολύ εκτεταμένο πλάτωμα στέρεης γης, ενώ αντίθετα ο “Γηδάς” ήταν μια στενή λωρίδα στέρεης γης, απ’ όπου μόλις χωρούσε ένας δρόμος.

Την εποχή της Τουρκοκρατίας συναντάμε τις πρώτες γραπτές αναφορές για την ύπαρξη οικισμού-χωριού με το όνομα Πλατύ. Έτσι σε κατάλογο 28 χωριών που συνέταξε ο Β. Μυστακίδης  από χειρόγραφα του επισκόπου Καμπανίας  Θεόφιλου (1749-1795) διαβάζουμε μεταξύ άλλων “Πλατύς”. Eπίσηs από έναν τουρκικό πίνακα των χωριών που ανήκαν στο βακούφι του Γαζή Εβρενός, ο οποίos προέρχεται από καταγραφή το  1771 συμπληρωμένη από άλλες προγενέστερες βλέπουμε ότι το τσιφλίκι του Πλατέος καταγράφεται ω “Polati” κι ότι έπρεπε να πληρώνει φόρο 1600 άσπρα, ποσό που είναι το δεύτερο σε μέγεθος (μετά από τον Γηδά που έπρεπε να πληρώνει 1900 άσπρα), από τα εκεί απαρριθμούμενα χωριά του Ρουμλουκιού, πράγμα που σημαίνει ότι είχε πολλούς κατοίκους, οι οποίοι καταγράφονται όλοι ως Χριστιανοί. Ακόμη το χωριό καταγράφεται και u s “Μπολάτ”, προφανώς από την τουρκική παραφθαρμένη απόδοση της  ελληνικής ονομασίας του. Πάντως το Πλατύ δεν σημειώνεται ούτε στο χάρτη του Cousinery του 1826, ούτε στο χάρτη του Leake (1835), όπου καταγράφεται μόνο “Παλαιοχώρα” στη θέση του σημερινού χωριού Παλιοχώρι. Ίσως κάποια πλημμύρα του ποταμού Αλιάκμονα να κατάστρεψε τον οικισμό του Πλατέος ή να επέβαλε την μετακίνηση των πολυάριθμων κατοίκων του.

04
Τμήμα χάρτη της εποχής.

Ακολούθως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες σχετικά με ένα λιμάνι που φέρεται ότι υπήρχε τουλάχιστον στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας δίπλα στον σημερινό οικισμό Πλατέος: Νότια του σημερινού οικισμού του Πλατέος υπάρχει μία παλιομάννα (= παλιά κοίτη ποταμού) που ονομάζεται “Καραβοστάσι”,από την οποία πήρε το όνομα και η γύρω της αγροτική περιοχή. Η λέξη αυτή προέρχεται από τις λέξεις “καράβι” και”ίστημι, στάσιs”, οπότε σημαίνει το μέρος, όπου μπορούν να σταθούν, να σταθμεύσουν τα καράβια. Στο λεξικό του Δ. Δημητράκου η λέξη ερμηνεύεται ως το αγκυροβόλιο, ενώ σ’ αυτό του Ελευθερουδάκη, ως το μέρος όπου μένουν αγκυροβολημένα τα μεγάλα πλοία- λιμήν, όρμος, ναυλόχιο. Έτσι, Καραβόσταμο ονομάζεται ένας παραλιακός οικισμός στην Ικαρία (σύμφωνα με σχετική απαντηση του Κ. Στεφανάκη), Καραβοστάσης, επωνομάζεται το λιμάνι της Φελέγανδρου των Κυκλάδων, ενώ Καραβοστάσι λέγεται το επίνειο του Οίτυλου στη Μάνη, ένας όρμος ανατολικά του ακρωτηρίου του Άραξου στην Αχαία- καθώς και μία παραλιακή θέση στα βορειοδυτικά παράλια της Κύπρου στην περιοχή του κόλπου Μόρφου.

Εύλογα λοιπόν απορεί σήμερα κάποιος, όταν συναντά το τοπωνύμιο «Καραβοστάσι»  στην αγροτική περιοχή Πλατέος αφού δεν μπορεί εύκολα να εξηγήσει, γιατί να χαρακτηρίζεται ως θέση λιμανιού ή αγκυροβόλιου η πεδινή περιοχή νότια του οικισμού του Πλατέος. Αυτό, από μόνο του, προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα.

Όμως η κατάσταση στην περιοχή αυτή ήταν τελείως διαφορετική πριν από τo 1929-30, πριν αρχίσουν δηλαδή οι εργασίες αποξήρανσης του Βάλτου των Γιαννιτσών. Έτσι, σε χάρτη εκείνης της εποχής  μπορούμε να δούμε, ότι από τо Θερμαϊκό κόλπο και από την θέση “Πόρτα” των εκτεταμένων εκβολών του Λουδία (Καρά Ασμάκ) ξεκινούσε μία βαλτοθάλασσα, η οποία ανέβαινε προς τо βορρά, περνούσε ανατολικά από την “Καμάρα ” του Κλειδιού και από την Κάλιανη, έστριβε δυτικότερα προς  τα Τρίκαλα και, ακολούθως, αφού έστριβε ανατολικά, για να παρακάμψει την περιοχή της Καρυάς και του Αγίου Δημητρίου, εισερχόταν δυτικά, στο Καραβοστάσι, τо οποίο βρισκόταν στο βάθος ενός “όρμου” ανάμεσα στο Τσιφλίκ Πλατύ και στο Κιουτσούκ (μικρό) Πλατύ, και πλησίαζε ως την ανατολική πλευρά της σιδηροδρομικής γραμμής του χωριού Πλατύ. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι στη δέση αυτού του μυχού, που καταγράφεται ως “Καραβοστάσι”, κατέληγε παλιά κοίτη του ποταμού Αλιάκμονα. Από τους αρχαίους χρόνους μας  είναι γνωστό ότι ο Λουδίας Ποταμός ήταν πλωτός και βαθύς ποταμός, λόγω του ότι ήταν η ποταμοειδής  δίοδος επικοινωνίας μεταξύ της Λουδία λίμνης και του Θερμαίου κόλπου, του οποίου διατηρούσε κατά πολύ το βάθος του πυθμένα του.
eik1
Ο Γ. Χιονίδης, μου υπέδειξε μία σχετική αναφορά που υπάρχει στο βιβλίο του Μητροπολίτου Βεροίας (Καμπανίας)  και Ναούσης Παντελεήμονος  Καλπακίδη, με τίτλο “Η ασκήτρια Βεροίας Οσιομάρτυς Ιερουσαλήμ”. Στη σελίδα 22 περιγράφεται το τρίτο θαύμα της Αγίας  Ιερουσαλήμ, δηλαδή “… της τροφοδοσίας των Βεροιέων σε μια περίοδο ξηρασίας και λιμού. Ενώ η πείναταλαιπωρούσε του Βεροιείς, εμφανίσθηκε η αγία στο πλήρωμα μερικών καραβιών που, εξαιτίας της άπνοιας, δεν μπορούσαν να μεταφέρουν το σιτάρι τους στον αρχικό προορισμό τους, και τους παρακάλεσε να το μεταφέρουν στη Βέροια καταβάλοντας η ίδια το αντίτιμο…”.  Συνεπώς περί τα μέσα του 3ου  μ.Χ. αιώνα (διότι τότε έζησε η αγία), μνημονεύεται μεταφορά σιτηρών στη Βέροια με καράβια, η οποία πρέπει να γινόταν από τον Θερμαϊκό και ακολούθως μέσω ποτάμιας ή λιμναίαs οδού, μέχρι κάποιου γειτονικού πρos την Βέροια σημείου.

Ανέφερα ήδη (στο πρώτο μέρος) ότι κατά τους Βυζαντινούς  χρόvoυs αναφέρεται ως πλωτός ένας (ανώνυμος) ποταμός, που κυλά δίπλα από την Βέροια (ο Γ. Χιονίδης έγραψε ότι είναι ο Αλιάκμονας), μέσω του οποίου εισήλδε ως την Βέροια στόλος εξήντα πλοίων μισθοφόρων Τούρκων. Μάλιστα αναφέρεται η καταπληκτική λεπτομέρεια, ότι τα πλοία δεν μπορούσαν να εισέλθουν στον ποταμό, διότι τους εμπόδιζε η ίλυς της εκβολής του, αλλά αργότερα δημιουργήθηκε κυματισμός δυνατός (παλίρροια από νερά του Θερμαϊκού) που έσπρωχνε ένα-ένα τα καράβια μέσα στην κοίτη του ποταμού και έτσι συνέχισαν προς την Βέροια.  Για την περίοδοτης  Τουρκοκρατίας δεν έχω ακόμη ερευνήσει ικανοποιητικά τις σχετικές πληροφορίες, αλλά ήδη το τοπωνύμιο “Καραβοστάσι” δεν αφήνει αμφιβολίες, ότι έδεναν καράβια ή διάφορα πλεούμενα τουλάχιστον μέχρι το Πλατύ.

Την πρώτη πληροφορία για το Καραβοστάσι την άκουσα κατά την καταγραφή του παραδοσιακού ρουμλουκιώτικου τραγουδιού του Τράϊου, από την Όλγα συζ. Αναστάσιου Οίκονομόπουλου, το γενos Παπαδημητρίου, στις 29-4-1976. Αυτό λοιπόν το τραγούδι έχει ως εξής:

“Μη περνάς πυκνά, βρέ Τράϊο,
απ’ την πόρτα μου,
κακοφαίνεται τη μάννα μ ‘ και τον πατέρα μου,
τη μαννιά μου την Κρυστάλλω και την τέτω μου,
σένα αγαπώ, βρέ Τράϊου μ’, σένα αγαπώ.
– Πές το πάλι κυρ-Κατίνα, πές, πως μ’ αγαπάς.
-Σένα αγαπώ, βρέ Τράϊου, σένα αγαπώ,
απού ξέρειs να χουρεύσειs και καλά τραγ’δάς.
Πάρε Τράϊου μ ‘ τα τιφτέρια σ’και τράβα στου Καραβουστάσι.”

Τότε λοιπόν η Όλγα  Οικονομοπούλου, που καταγόταν από την Κορυφή, μου είπε ότι “… Ο Τράϊος ήταν ένας όμορφος νέος από τα Γιαννιτσά κι ότι εργαζόταν ως παραλήπτης στο Καραβοστάσι, το οποίο ήταν μια περιοχή πίσω από τα Τρίκαλα…». Ακολούθως εντόπισα μεν αυτό το τοπωνύμιο της περιοχής Πλατέος σε αρκετούς παλιούς (πριν από τα αποξηραντικά έργα) χάρτες, αλλά δεν βρήκα περισσότερες πληροφορίες για την εξήγησή του.

Ισχυρό έναυσμα για να ερευνήσω το σχετικό με το «Καραβοστάσι» θέμα, αποτέλεσε η (ηχογραφημένη) αφήγηση του παλιού επαγγελματία ψαρά του Βάλτου των Γιαννιτσών, θωμά Μπεκιάρη από το Νεοχώρι, ο οποίos γεννήθηκε περί το 1903. Aυτός λοιπόν μου διηγήθηκε στις 21-4-1991 τα ακόλουθα, αναφερόμενος στα χρόνια του 1916-1917: “… Εδώ τότε εμείς μετακινούσαμε τα γεννήματά μας, στάρια, κ΄θάρια, καλαμπόκια, φασόλια ότ’ να ήταν, τα πηγαίναμε στο Καραβοστάσι, στο Πλατύ… Μέχρι εκεί έβγαιναν τα καράβια. Απ’ το Λουδία έπαιρναν μέσα… από τ’ κάλιαν[η],… κι έβγαιναν εδώ. Εκεί γινόταν όλες οι συναλλαγές. Δεν είχαμε μεταφορικά μέσα. Μπορούσαν να περάσουν καΐκια, μπορούσαν να βγουν και μέχρι τα Γιαννιτσά, να πάν και μέχρι το Μελίσσ[ι], το Μπαλίκ απ’ του λέγαν παλιά,… Είχαν σακκολέβες, υφαντά σακκιά, όπως είναι τα σακκιά τα τρίχινα,… [από] κατσικίσιο μαλλί και σακκολέβα το οποίο τόβαζες σαν καλαμωτή γύρω-γύρω απ’ τ’ αμάξι. Τα ρίχνανε [τα γεννήματα] μέσα [στις σακκολέβες] κι από κει πήγαιναν στα καΐκια, τ’ αδειάζανε. Από κει φέρναμε: ελιές, λάδια, σαπούνια, πορτοκάλια, λεμόνια, ότι είχαν απ’ τα νησιά. Από δω φόρτωναν σιτάρια, καρπούζια, … ντομάτες, κριθάρια, ζωοτροφές, που δεν κάναν αυτοί στα νησιά. Νησιώτες ιδιώτες έρχονταν … [π.χ.] πέντε παραγωγοί, έπιαναν ένα καίκι, το φόρτωναν. Τί μας χρειάζεται; Mας χρειάζεται τόσο ψουμί, μας χρειάζεται τόσο ζωοτροφές, μας χρειάζεται τόσο από κείνο, [ανάλογα] ότι εποχή ήταν… και μας φέρνανε εδώ τ’ άλλα πράγματα. Κάναμε συναλλαγές. Τα πρόλαβα εγώ. …” Όταν τov ρώτησα για το παραπάνω τραγούδι του Τράϊου, που μιλάει για το Καραβοστάσι, μου ανέφερε μόνο τους τελευταίους στίχους ως εξής:

“… πάρ’ τα τεφτέρια σ’ και σύρτα στο Πλατύ, να πληρώσειs τους εργάτες και…”.

Ο Ανδρέας Δ. Κυρόπουλος από την Αλεξάνδρεια, που γεννήθηκε το 1917, σε ηχογραφημένη συνομιλία που είχαμε, στις 18-7-1997, μου είπε σχετικά με το Καραβοστάσι: “…Απ’ ότι θυμάμαι, ο πατέρας μου είχε, επί Τουρκοκρατίας, έναν φίλο Ναουσαίο, Βελίκο ονομαζόμενο. […] τα παιδιά του έκαναν το εμπόριο των ψαριών. Περνούσαν δυό φορές την εβδομάδα απ’ το σπίτι μας και πήγαιναν και κουβαλούσαν [για τη Νάουσα] ψάρια, απ’ το Καραβοστάσι, το οποίο εγώ δεν πήγα να το ιδώ, ούτε το ξέρω…”. Όταν κι αυτόν τον ρώτησα για το τραγούδι του Τράϊου, μου ανέφερε, ότι ο Τράϊos ήταν από την Βαλμάδα, ενώ θυμόταν τον τελευταίο στίχο του ως εξής:

“Πάρε Τράϊου μ ‘ τα τεφτέρια σ’ και τράβα στο Πλατύ”.

Ο Δημήτριος Παρασχόπουλος ή Γραμματίκης του Διαμαντή, από го Κλειδί, пου γεννήθηκε το 1907, σε ηχογραφημένη συνομιλία που είχαμε στις 18-7-1997, μου είπε τα ακόλουθα:”… η παλιομάννα αυτή, όπως ήλεγαν οι παπούδις,… συνδέονταν, πριν γέννουν οι [σιδηροδρομικές] γραμμές … Το Καραβοστάσι ήταν παράρτημα [δηλ συνέχεια της παλιομάννας] από το Λιανοβέργι. Ήταν δώθε… από το Πλατύ, εκεί που σήμερα είναι μια γεφυρίτσα πριν φτάει’ς στουν Καλλιάγρα, εκεί… ήταν αυτές οι παράγκις, δηλαδή αυτά τα παλιόσπιτα, ανάμεσα από το σταθμό Πλατέος μι το κανάλι, εκεί μέσα ήταν, δηλαδή ζήτημα 300-400 μέτρα νάχε από το Πλατύ. Είναι κοντά. Εκεί η παλιομάννα αυτή ήταν το Καραβοστάσι… Ήταν μέχρι το 1920-1922. Καραβουστάσι με Κουτσούκ Πλατύ το έλεγαν. Μπορεί να έρ’νταν καράβια, αλλά εγώ δεν το ξέρω αυτό το πράγμα, δεν το πρόλαβα αυτό το πράμα. Εγώ πρόλαβα τις αποθήκες….

Μόλις στούμπουνι του μπουγάζ[ι] εδώ [στο Κλειδί], δημιουργούνταν ου βάλτος προς τα πίσω, …”

Ο Δημήτριος Παπαεμμανουήλ του Γρηγορίου από την Αλεξάνδρεια, που γεννήθηκε το 1917, σε ηχογραφημένη συνομιλία που είχαμε στις 30-7-1997, μου είπε τα ακόλουθα: “… Το 1938 έκανα τσιομπάνος στον Δημητρό τον Ουζούν[η], ήταν μπάρμπας μου απ’ το Λιανοβέρ[ι], Κι εκείνο που θυμάμαι, ότι μια παλιομάννα που περνούσε, πίσω απ’ το μαντρί το δικό μας, παλιά κοίτη ποταμού ήταν, λεγόταν Καραβοστάσι. Δεν αμφιβάλλω καθόλου, εγώ τουλάχιστον, ότι παλιότερα μπορεί κι αυτή η παλιομάννα, (δηλαδή) το αγώϊ το θ’κό μας [δηλαδή του Γηδά] να συνδεόταν με το Καραβοστάσι…. Δεν ξέρω, ούτε άκουσα από κανέναν να στέκονταν καράβια εκεί…”.

Ο ιερέας Θεόδωρος Χαντζίδης του Κυριάκου από τо Πλατύ, που γεννήθηκε τo 1916 και εγκαταστάθηκε σιο Πλατύ τо 1924, σε ηχογραφημένη συνομιλία που είχαμε στις 26-8-1997, μου είπε τα ακόλουθα: “… αυτή η παλιομάννα, κατά τη γνώμη μου, πηγάζει απ’ την παλιά κοίτη του Αλιάκμονα, έξω απ’ το Νησέλι και περνούσε ανάμεσα απ’ το Λιανοβέρι και το Παλιοχώρι κι ερχόταν εδώ… στο Πλατύ, περνούσε κάτω απ’ την γραμμή. Είχε μια γέφυρα πάνω από την παλιομάννα, κι από κεί συνέχιζε έπεφτε στην λίμνη, στο Καραβοστάσι. Ήταν τεχνητό κανάλι [η παλιομάννα], σκαμμένο, είχε ύψωμα στην μια όχθη. Όπως φαίνεται ήταν σκαμμένο επί τούτου. Ερχόταν φαίνεται από την κοίτη του Αλιάκμονα ένα νερό, έπεφτε στο Καραβοστάσι και κατέληγε έξω από το Άλωρο… στο Λουδία. … Το Καραβοστάσι ήταν μια λίμνη, η οποία υπάρχει και σήμερα… Με τον Λουδία δεν επικοινωνούσε η λίμνη. Είχε το σκάμμα αυτό εδώ, την παλιομάννα, αλλά δεν είχε νερά, μόνον όταν έβρεχε. Το σκάμμα υπήρχε. Από εδώ το Καραβοστάσι ξεκινάει, περνάει από πίσω από τον Άγιο Δημήτριο, ένα εξωκλήσι, κι από κεί συνεχίζει και πηγαίνει στον Λουδία. Δεν θυμάμαι να υπήρχαν αποθήκες στο Καραβοστάσι. Δεν άκουσα αν ήταν παλιό λιμάνι, αλλά άκουσα ότι οι εντόπιοι το λέγαν Καραβοστάσι. … Ο Λουδίας βούλωνε μερικές φορές προς τη θάλασσα και… τα απογεύματα, όταν φυσούσε νοτιάς, ερχόταν θαλασσινό νερό”.

Mε βάση λοιπόν τις παραπάνω μαρτυρίες και τα προεκτεθέντα στοιχεία, μπορώ να συνοψίσω, ότι, κατά τη διάρκεια τω ν ύστερων χρόνων τις Τουρκοκρατία τουλάχιστον και μέχρι να γίνουν τα αποξηραντικά έργα της λίμνης των Γιαννιτσών και την διαμόρφωση  της κοίτης του Λουδία, μία κοίτη του Αλιάκμονα έφτανε ως то Πλατύ, όπου χύνονταν στον όρμο της υφάλμυρης βαλτοθάλασσας του Καρά Ασμάκ που βρισκόταν στην τοποθεσία, που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Καραβοστάσι». Το σημείο αυτό της εκβολής της παλιάς κοίτης του ήταν αρκετά βαθύ, ώστε να χρησιμοποιείται ως αγκυροβόλιο καραβιών, τα οποία μπορούσαν να φθάσουν ως εκεί από τον Θερμαϊκό κόλπο, μέσω μιας δαιδαλώδους βαλτοθάλασσας. Μπορούμε λοιπόν βάσιμα να δεχθούμε, ότι το “Καραβοστάσι” ήταν το αγκυροβόλιο, που δέσποζε στο στόμιο της εκβολής και του Αλιάκμονα, αλλά και του τότε Λουδία, και εξυπηρετούσε τις μεταφορές και επικοινωνία της περιοχής από και προς την θάλασσα. Εκεί προφανώς τα πλοία θα περίμεναν την πλημμυρίδα για να εισέλθουν είτε στον Αλιάκμονα, είτε, το πλέον πιθανό, στο Λουδία ποταμό και δι΄ αυτού στη Λουδία λίμνη ή για να εξέλθουν από αυτήν προς τον Θερμαϊκό.

03
Η τότε σιδηροδρομική γέφυρα του Καρά Ασμάκ (ποταμού Λουδία)

Σημαντικότατο γεγονός που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία του χωριού Πλατύ ήταν το γεγονός της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου (Μπιτώλια) που έγινε το 1894. ο προαναφερθείς ήδη Δημήτpios Παρασχόπουλος ή Γραμματίκης του Διαμαντή, μου είπε τα ακόλουθα ιστορικά στοιχεία: “Ο προπάππους μου ήταν της σχολής του Γένους, ήταν απ’ τον Παλαμά Καρδίτσης. Το 1849-50 τον έστειλαν κατάσκοπο στο Πλατύ, στο παλιό Πλατύ. Αυτό το Πλατύ [το σημερινό] έγινε το [1923-24. Το παλιό Πλατύ ήταν [εκεί] που είναι το εργοτάξιο, το κονάκι είναι ακόμα… δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, σώζεται το κονάκι… Ο πατέρας μου εκεί γεννήθηκε, το 1905 ήρθαν εδώ [στο Κλειδί] οι δικοί μου, αυτοί με τάλεγαν… Το Κιουτσούκ [=μικρό] Πλατύ ήταν … ένα μικρότερο χωριό [δίπλα στο Πλατύ]. Η [σιδηροδρομική] γραμμή για τα Μπιτώλια [=Μοναστήρι] έγινε το 1890-95. Η γραμμή αυτή περνούσε άκρη από το χωριό. Εκεί ήταν ο μπέης, όπως τάλεγαν οι παππούδες,… είχε και στάση [για το τρένο] εκεί. Ο μπέης αυτός ήταν Γκαζής. Γκαζής θα πει καθαρότουρκος. Αυτός ήταν δεύτερος του Αλή Πασιά. Σκότωνε, κρεμούσε, δεν λογάριαζε κανέναν. Τον έλεγαν Σεφτή μπέη, δεν μπορώ να πω [με σιγουριά]… Ο φοβερότερος μπέης που ήταν… δικαστής ολόκληρος. Περνούσε το τρένο, λέει, κι επειδή (ο μηχανοδηγός του τρένου δεν σταμάτησε και) του σκότωσε τον μπίκα [=ταύρο] την πρώτη ημέρα, την άλλη την ημέρα, βάζει [ο μπέης] το ρολόι το χρυσό [στη στάση] από μακρυά, το είδε [ο μηχανοδηγός], [σταμάτησε το τρένο και] κατέβηκε [να πάρει το ρολόι]. Το κονάκι είναι 200-300 μέτρα μακρυά [απ’ τη στάση], [ο μπέης] τραβάει και σκοτώνει το μηχανικό, γιατί σταμάτησε το ρολόι να το πάρει, τον μπίκα δεν σταμάτησε να μην τον σκοτώσει…. Ο σταθμός δεν έπρεπε να λέγεται Πλατύ, έπρεπε να λέγεται Λιανοβέρι, αλλά επειδή ο μπέης αυτός ήταν δυνατός, αυτός έλυνε, Αυτός έδενε, το ονόμασε Πλατύ.”.

Σημ.: Πηγή περιοδικό "ΔΗΜΟΡΑΜΑ" τεύχος 3 Μάϊος - Ιούνιος 1998 σελ. 41,42,43,44.

Ιστορικά για το Πλατύ Ημαθίας

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΣ Γ. ΣΕΦΕΡΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΝΝΟΥ ΟΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΠΛΑΤΥ

Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το το 1936 όταν ο Σεφέρης διορίστηκε πρόξενος της Ελλάδας στην Κορυτσά.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 1936

‘200px Giorgos Seferis 1963 5B1 5DΗρθα εδώ αργά τό άπόγεμα. Ταχτοποίησα οπως μπορούσα τήν τρύπα μου. Αύριο θά ίδώ καί τό χωριό μου. Είναι οι πρώτες ωρες πού ανασαίνω. Είναι καλό νά σου γράψει κανείς. Θά ήθελα ν΄ αρχίσω από τήν αρχή: Τό ταξίδι. “Αμα βρέθηκα μόνος μέσα στο κινούμενο εκείνο κουτί, όπου μ ’ άφησες μέ τίς πολλές βαλίτζες καί τόν εαυτό μου, είδα πώς είχε άπειρες μύγες στό ταβάνι. Μπορεις νά μου εξηγήσεις γιατί νά ταξιδεύουν οι μύγες; Έπειτα έκανα τά νύχια μου καί λογαριασμούς. Τήν ώρα πού ετοιμαζόμουνα νά κοιμηθώ άρχισε νά χτυπουν τό τζάμι ορμητικές στάλες βροχής. Τίς δέχτηκα κι΄ αυτές οπως τόσα άλλα, αυτές τίς τελευταίες μέρες μέ υπομονή. Κοιμήθηκα αρκετά άνάποδα ως τήν αυγή. Μέσα στό συννεφιασμένο φως κοίταξα μιά κορδέλα νερό όπου σταματούσε ό ορίζοντας. Ρώτησα τόν αγουροξυπνημένο έπιθεωρητή άν ήταν αυτό ή θάλασσα. Μου απάντησε μέ αδιαφορία “ΟUI С΄ ЕSТ LA MER” σά νά μήν καταλάβαινε πολύ-πολύ τί είδος άνθρωπος ήταν αυτός πού του έκανε τέτοιες παράδοξες ερωτήσεις.
Στό Πλατύ έβρεχε καλά. Κατέβηκα μέσα στις λάσπες. Τέσσερις μακεδόνες μέ γουρουνοτσάρουχα καί μάλλινες κάλτσες πήρανε τά πράγματά μου. “Επρεπε νά περιμένω δυό ωρες. Πήγα στό καφενείο του στάθμου νιώθοντας πώς μάζευα τήν υγρασία σά στουπόχαρτο. Πήρα ένα διπλό κονιάκ κι΄ έναν διπλό καφέ. Τό μικρό καφενείο ήταν ακόμη σκοτεινό. Δυό χωρικοί μιλούσαν πλάι μου γιά τίς σοδειές τους. “Ενας χωροφύλακας έλεγε άστεια μ΄ έναν σιδηροδρομικό. Στήν άλλη γωνιά κάποιος διάβαζε τραβώντας μολυβιές στό περιθώριο. Στήν άλλη γωνιά μιά κοκοβρασμένη ταξιδιώτισσα περίμενε, άπολιθωμένη. ’Από τά τζάμια τής πόρτας κοίταζα ένα κόκκινο φορτηγό βαγόνι. Βγήκα. “Εβρεχε. Ή αυγή ωστόσο ήταν όμορφη μ΄ ένα χρώμα μολυβί καί μιά ιδέα ροζ πού περνοδιάβαινε. Θά ήταν καλά έτσι στή θάλασσα μ αυτή τή συννεφιά. “Ενας κόκορας λάλησε. Ή θάλασσα χάθηκε. “Ενας κακομοίρας σκύλος έδειξε τό τριγωνικό του κεφάλι καί χάθηκε κι΄ αυτός. Μπρός καί πίσω ό κάμπος μέ κλωνάρια λιγνά πού γαντζώνουν τήν ομίχλη, μέ βάλτους κίτρινους καί πράσινους, στερεοποιημένους.

 

MARIA ZANNOY SEFERH
Μαρία Ζάννου

Πέρασαν οί ωρες όπως μπορούσαν. Ξαναπήρα τό τραίνο. Στήν αρχή τό θέαμα μέ διασκέδαζε. “Αν ήσουν πλάι μου θά έβλεπες ένα σωρό χρώματα πού θά σέ γέμιζαν χαρά άπό τό σκούρο χρώμα του κατραμιού ώς ανοιχτό κίτρινο του φθινοπώρου. “Ολα αυτά δέ μοιάζουν διόλου μέ τήν ’Αττική, όπου ή ζωή είναι τόσο δύσκολη, οπου πρέπει νά βάλει κανείς όλη του τή δύναμη γιά νά κρατήσει μπροστά σ ’ ένα τοπίο. ’Εδω είναι ένας τόπος σάν κάθε άλλο τόπο, μέ τήν παχειά γη, μέ νερά καί μέ γεννήματα.

“Ενας φθινοπωρινός τόπος γεμάτος καλαμπόκια. Συλλογίζομαι τόν πύργο σου στή Γαλλία. ‘Από τήν ’Έδεσσα καί πέρα άρχισα νά κουράζομαι. ’Έπειτα πρός τό τέλος, όταν άρχισαν τά βουνά μέ τίς κορυφές χαμένες στά σύννεφα, είχα τήν ακράτητη επιθυμία νά φωνάξω ή νά κάνω τούμπες άπό τήν πλήξη. Ή Φλώρινα ευτυχώς. Βρήκα τόν κλητήρα πού μέ περίμενε καί τ ’ αυτοκίνητο μέ τή σημαία. Ξεκινήσαμε αμέσως. Γιατί νά μήν είσαι μαζί μου. Τό φως είχε σημαντικά χαμηλώσει. Σπάνια είδα τέτοια ομορφιά. ‘Ένα τοπίο πού είχε το χρώμα σου πέρα ώς πέρα. Δεξιά κι΄ αριστερά βουνά. Προχωρούσαμε μέσα σέ μιά χαράδρα. ’Από τίς δυό μεριές ό ανήφορος γεμάτος οξιές πού είχαν τό χρώμα του καπνού ολοένα πιό σκούρο. Που καί που κάτι μεγαλύτερα δέντρα σάν αρχηγοί ξεχωρίζανε. Είχε πιά νυχτώσει όταν φτάσαμε στά σύνορα. Τά πέρασα μέ όλες τίς τιμές. Έδω πέρα μέ περίμεναν. Μου είχαν ετοιμάσει φαγητό καί είχαν κάνει ότι μπορούσαν γιάί νά ζεστάνουν αύτό τό σπίτι πού μισεί τή ζέστη. Ας είναι, τά του σπιτιoυ μου θά σου τά γράψω αργότερα. Γιά τήν ώρα προσπάθησα νά κάνω ένα δωμάτιο υποφερτό γιά νά εργάζομαι και νά ξαναβρίσκω τά πράγματα πού αγαπώ τό βράδι. ’Από αύτό τό δωμάτιο σου γράφω. ’Έχει ένα απέραντο κρεβάτι, πού μου θυμίζει τό κρεβάτι πού βρήκε ό коντορεβυθούλης σάν πήγε στο πίτι του δράκου. Έχει τρία παράθυρα. Τά δύο ευτυχώς καταδικάστηκαν κι΄ έγιναν ράφια για βιβλία. Φτάνει τό μεσαίο. ’Έχει καί μιά σόμπα. Βρήκα κι΄ ένα μεγάλο τραπέζι πού είναι το συμπαθέστερο άπό όλα τά άλλα. “Οσο γιά τό γούστο του διάκοσμου, φτάνει νά πολλαπλασιάσεις επί πέντε τό γούστο ενός επαρχιώτη όδοντοϊατρου. Κατά καλή μου τύχη έμαθα άπό καιρό νά βρίσκω κάποιο χιούμορ στό κακό γούστο. Αυτά. Αύριο θ αρχίσω επισκέψεις· Σου είπα ένα σωρό πράγματα άλλά εκείνο πού ήθελα νά πω καί μ ’ έκανε νά μουντζουρώσω τόσο χαρτί δέν τό είπα. Είναι σκληρή ή ζωή χωρίς εσένα καί άδικη.

Γ. “

ΣΗΜ.: Πηγή περιοδικό "ΔΙΑΒΑΖΩ" τεύχος 142 της 23/4/1986 - σελ. 67,68.

Ιστορικές μνήμες για το Πλατύ Ημαθίας

Πριν ο χρόνος στο διάβα του οδηγήσει στη λήθη διάφορα γεγονότα που συνετέλεσαν σημαντικά στην ίδρυση του χωριού μας Πλατύ, καλό είναι να τα γνωρίζουμε. Παρακάτω ακολουθεί μια επιστολή ενός σημαντικού ανθρώπου του Μιχάλη Μιχαηλίδη που έδωσε τα πάντα για το Πλατύ προς τον αείμνηστο συγχωριανό μας Αβέρκιο Καραμουρατίδη. Από αυτή την επιστολή μαθαίνουμε σημαντικά ιστορικά στοιχεία από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.

ABERKIOS3

Ακολουθεί αυτούσια η επιστολή:
Αθήνα 15/2/1977

Αγαπητέ μου Αβέρκιε,

Πήρα το γράμμα οου της 12 τρέχοντος μηνός. Σε Βεβαιώνω ότι το διάβασα με πολύ προσοχή και ανυπόκριτη χαρά. Χαίρω που είοθε καλά τόοο εσό, όοο και η οικογένεια σου και εύχομαι να βρίσκεστε πάντοτε όλοι σας εν υγεία και η ευτυχία να είναι πάντοτεινή σύντροφος σας.-

Δεν έχω, πίστεφέ με, καμμιά πρόθεοη να ρεκλαμάρω το καθήκον που επετέλεσα, όταν, οαν ο πρώτος, εκλεγμένος από τους ουμπατριώτες μας, Πρόεδρος του χωριού. Ήταν υποχρέωσίς μου να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον δεινοπαθούντα τότε λαό μας. Ήμουν στην Καβάλα το 1923 υπάλληλος της Τράπεζας Αθηνών -της μεγαλότερης μετά την Εθνική Τράπεζα, με την οποία συγχωνεύθηκε προ 25 περίπου ετών. Όπως μου έλεγε ο τότε Διευθυντής του υποκαταστήματος όπου εργαζόμουν, όταν του ανακοίνωσα ότι θα έφευγα γιατί είχε έρθει από το Πλατό μία επιτροπή και με ζητούσε εξ ονόματος των συμπατριωτών μας να πάω και να τους βοηθήσω, ότι κατέστρεφα το μέλλον μου που το έβλεπε λαμπρό. Από την επιτροπή ζήτησα πίστωση χρόνου και πρόβαλα τον ισχυρισμό ότι ήμουν ανίδεος της καταστάσεως και πολύ νέος (ήμουν 20 χρονών) για να επωμισθώ τέτοιες ευθύνες.΄Εφυγαν οι άνθρωποι πικραμένοι από την επιφυλακτικότητά μου, μα σε λίγον καιρό ξαναήρθαν κομίζοντάς μου και μιά παρακλητική επιστολή με κάμποσες υπογραφές γνωστών μου, μεταξύ των οποίων πρώτη η υπογραφή του αειμνήστου Βαγγέλη Παπασάββα. Φύσει συναισθηματικός, συγκινήθηκα από την περιγραφή των δεινών τους, τα βρόντηξα κάτω και Τράπεζα και μέλλον, μάζεψα την οικογένειά μου και ήρθα στο Πλατύ.

Τι βρήκα; Κάτι ξύλινες παράγκες σε σχήμα πυραμίδας μήκους 4 μέτρα, χωρισμένες στη μέση για να μείνουν δυό οικογένειες. Έμπαινε κανείς με το κεφάλι και έβγαινε με την όπισθεν. Ο μακαρίτης (τόσο νωρίς) Βαγγέλης με ενημέρωσε. ΄Ασχετα, αν αργότερα τα τσουγκρίσαμε, και μετά πάλι εγίναμε καλοί φίλοι και επανειλημμένα ήρθε εδώ, όταν ήμουν Ιδιαίτερος Γραμματεύς του Υπουργού και τον περιποιήθηκα σαν αδελφό.

Εν πάση περιπτώσει ριχθήκαμε στον αγώνα για την επιβίωση του λαού μας (αργότερα προστέθηκε κοντά μας και ο επίσης μακαρίτης Αναστάσης Γαβριηλίδης ο Κισκελής) και με σύντονα και έντονα διαβήματά μας στην τότε Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (τώρα Υπουργείο

Вор. Ελλάδος) και στην Γεν. Διεύθυνση Εποικισμού, με την πρόθυμη και απόλυτη συμπαράσταση και βοήθεια μερικών πολιτευτών και κυρίως του μετέπειτα Υπουργού (αειμνήστου και αυτού) Μιχ. Κύρκου και αργότερα και του μετέπειτα βουλευτού Βεροίας (κι αυτός μακαρίτης -για δες όλοι έφυγαν) Αβραάμ Γρηγοριάδη, κατορθώσαμε, με σκληρούς αγώνες να φέρουμε γιατρό τον (άλλος αείμνηστος) Βασίλη Ευρόπουλο, να χτίσουμε μια παράγκα με 4 δωμάτια για να μείνη ото ένα, το άλλο φαρμακείο (μας έδωσαν από την Υγειονομική Υπηρεσία της Γεν. Διοικήσεως θεσ/νίκης φάρμακα) το τρίτο δωμάτιο για Ιατρείο και το τέταρτο για αναμονής. ΄Ολοι τότε έπασχαν κυρίως από σπλήνα και ελονοσία(…) Μάλιστα, θυμάμαι καλά, επειδή τον γιατρό προσλάβαμε προ του επισήμου διορισμού του, τον πρώτο μισθό του (4.000 δρχ. της εποχής εκείνης, αν δεν με απατά η μνήμη) κατέβαλα εξ ιδίων (…) χαλάλι για το χωριό. Στο διάστημα αυτό μας υποδείχθηκε από την Γεν. Διοίκηση να κάνουμε ένα Συμβούλιο, για να έχουμε μιά υπεύθυνη εκπροσώπηση. Μαζέψαμε τους άντρες και κάναμε αρχαιρεσίες, στις οποίες επεκράτησε με πλειοφηψία 95% το κοινό μας με τον Παπασάββα ψηφοδέλτιο, με πρώτον επιτυχόντα proxy?url=http%3A%2F%2F1.bp.blogspot.com%2F vG60h5cPd3o%2FUvnWaq31OfI%2FAAAAAAAAA98%2FAq39tyv96ao%2Fs1600%2Fkatik%2Bapikismτον υπογράφοντα. Συνήλθε αμέσως το εκλεγέν 12μελές Συμβούλιο για την εκλογή του Προεδρείου. Προ της εκλογής έλαβα τον λόγο και υπενθυμίσας στα μέλη τους κόπους, τα βάσανα και τα έξοδα για την εξεύρεση του χώρου και τις ενέργειες για την μεταφορά των σε διασπορά σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ευρισκομένων συμπατριωτών μας και την έγκατά (…) αειμνήστου Βαγγέλη, εζήτησα όπως τιμής ένεκεν για όλες (…) υπηρεσίες του να εκλέξουμε Πρόεδρον τον Βαγγέλη. Η ψηφοφορία που επακολούθησε με εξέπληξε. Το αποτέλεσμα ήταν 10 ψήφοι υπέρ εμού και 2 (η δική του και η δική μου) υπέρ του Παπασάββα, ο οποίος με την ίδια αναλογία των φήφων αναδεικνυόταν Αντιπρόεδρος.
Έλαβα τον λόγο και εζήτησα επανάληΦη της Ψηφοφορίας, καθ’όσον δεν εδεχόμουν το αποτέλεσμα. Εδήλωσα ότι τους ευχαριστώ και ότι θα δεχόμουν την θέση του Γεν. Γραμματέως με Πρόεδρο τον Παπασάββα. Παρά τις αντιρρήσεις των Συμβούλων, καταφέραμε να ξαναγίνει ψηφοφορία. Πλην, τα αποτελέσματα υπήρξαν ακριβώς τα ίδια. Η απειλή μου ότι θα φύγω απ’ το χωριό, δεν ίσχυσε για να μεταστραφή η γνώμη του Συμβουλίου. Με χίλιες παρακλήσεις και πιέσεις του Συμβουλίου και πολλών κατοίκων, αναγκάσθηκα να υποχωρήσω. Αυτά εν πάση ειλικρινία, φίλτατε Αβέρκιε. Από τότε έπαψε την συνεργασία μαζί μου ο Βαγγέλης. Σχεδόν μόνος ρίχθηκα στον αγώνα. Χάρη στις σχέσεις που είχα δημιουργήση με τους πολιτικούς, προεξάρχοντος του Μιχ. Κύρκου μέσα οε λίγες μέρες (φθάσαμε το 1924) πήραμε από τον Εποικισμό ζώα, αλέτρια, σβάρνες κ.λ.π. και ζωοτροφές. Σε λίγο έγινε και η διανομή των χωραφιών και, αν θυμάμαι καλά, κατά το φθινόπωρο του ’24 εγκρίθηκε η σχετική πίστωση για τα σπίτια του τόπου που υπάρχουν ακόμα. Με χίλια βάσανα και με συμπαράσταση των πολιτικών, ιδίως του Κύρκου εγκρίθηκε ο τύπος των σπιτιών αυτών, που ήταν την εποχή εκείνη ο τύπος που μόνο για το Πλατύ και την Ν. Καρβάλη της Καβάλας εγκρίθηκε. Παντού αλλού μονόροφα και με ένα δωμάτιο και σταύλο γινόταν τα σπίτια. Έτσι την άνοιξη του 1925 αρχίσαμε το χτίσιμο. Φυσικά, κάναμε Δημόσιο διαγωνισμό με ενσφράγιστες προσφορές, όπου έλαβαν μέρος 5 εργολάβοι. Συμφερότερους όρους πρόσφερε κάποιος (μου φαίνεται λεγόταν Μαρκόπουλος) και στον οποίο κατακυρώθηκε και εγκρίθηκε από τον Εποικισμό ο διαγωνισμός. Σκέφου 52 χρόνια τα σπίτια αυτά ζουν ακόμα. Τούτο σημαίνει ότι έγινε καλή δουλειά. Η εκ μέρους μας επίβλεψη κατά την κατασκευή των σπιτιών ήταν άγρυπνη και σωστή.
Αυτά για την ίδρυση του χωριού και την ανέγερση των σπιτιών. Όσο για την ονομασία του χωριού, υπήρξαν διχογνωμίες φοβερές. ‘Αλλοι ζητούσαν να μείνη “Ν. Φάρασα”, άλλοι Αυσάρι, άλλοι Κάρσαντη. Ύστερα από επανειλημμένες συσκέψεις, δεν κατωρθώθηκε να αρθούν οι διαφορές απόψεων. Ο υποφαινόμενος προτιμούοα τα Φάρασα, αφού, άλλωστε, οι Αδαναλήδες μου είχαν δώσει τον τίτλο “Φάρασα Κονσολοσού” ή και του κόμιτος των Φαράσων, γιατί καταγόμενος από το Κάρσαντι και εκ προπάππου από τα Φάρασα, ντυνόμουν κομσά και φορούσα γραβάτα! Ασμενώς εδεχόμουν τους τίτλους αυτούς και μάλιστα καμάρωνα. Ας είναι. Κατά την πρόοδο, όμως, των προσπαθειών για την σύμπτωση γνωμών για το όνομα του χωριού μάς υπέδειξαν ο Αστυνομικός Σταθμάρχης (θυμάμαι, λεγόταν Αΐνικολιώτης και έφερε τον βαθμό του Ανθυπασπιστή) και ο τότε Σταθμάρχης των ΣΕΚ και σε λίγο αποθανών (βρε, που μπλέξαμε με τόσους νεκρούς;) να ονομάσουμε το χωριό Πλατύ -έτσι λεγόταν η περιοχή και ο Σταθμός. Η πρόταση έγινε δεκτή από την πλειοφηφία και έτσι δώσαμε το σημερινό του όνομα στο χωριό.
Σε κούρασα, αγαπητέ Αβέρκιε, παρασυρθείς από την πρόθεση να σε ενημερώσω. Μακρυά από μένα η σκέψη της αυτοπροβολής. Έπραξα το καθήκον μου. ‘Αλλος είναι ο σκοπός μου. Να σε παρακαλέσω να μη εγκαταλείψης τον αγώνα για την περισυλλογή και την προβολή του πολυτίμου λαογραφικού μας υλικού. Κάνε ό,τι μπορείς. Μεταλαμπάδιασε την ζέση σου στους νεώτερους. Δίδαξέ τους ότι η λαογραφία μας, η εκπολιτιστική κληρονομιά των προγόνων, οι χοροί και τα τραγούδια μας, αποτελούν παράδειγμα για μίμηση. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά μας, η περίσωσις της πίστεως, της θρησκείας και της γλώσσας μας ανά τους αιώνας κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, πρέπει να βρουν την δικαίωσή τους.
Σε ευχαριστώ, Αβέρκιε και θα επιθυμούσα να με αποκαλείς μόνο με το μικρό μου όνομα παρά το “κύριε”. Έτσι θα είμαστε πιο κοντά. Έχεις χαιρετισμούς από την οικογένεια και η οικογένειά σου. Ίσως μετά το Πάσχα έλθω εκεί και τότε με χαρά θα σουσφίξω το χέρι.

Σε ασπάζομαι
Μιχ.Α.Μιχαηλίδης.

ΑΠΟΣΤΟΛΕΑΣ: Μιχ. Α. Μιχαηλίδης
Λεωφ. Αλεξάνδρας 167
ΑΘΗΝΑ Τ.Τ. 603

ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ: Κύριον
Αβέρκιον Καραμουρατίδη
Σ.Σ. Πλατύ
Ημαθίας

ΣΗΜ.: Το επιστολόχαρτο είναι λευκό (χωρίς ρίγες) διαστάσεων 29Χ21cm.