Ιστορικά για το Πλατύ Ημαθίας

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΣ Γ. ΣΕΦΕΡΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΝΝΟΥ ΟΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΠΛΑΤΥ

Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το το 1936 όταν ο Σεφέρης διορίστηκε πρόξενος της Ελλάδας στην Κορυτσά.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 1936

Ηρθα εδώ αργά τό άπόγεμα. Ταχτοποίησα οπως μπορούσα τήν τρύπα μου. Αύριο θά ίδώ καί τό χωριό μου. Είναι οι πρώτες ωρες πού ανασαίνω. Είναι καλό νά σου γράψει κανείς. Θά ήθελα ν΄ αρχίσω από τήν αρχή: Τό ταξίδι. “Αμα βρέθηκα μόνος μέσα στο κινούμενο εκείνο κουτί, όπου μ ’ άφησες μέ τίς πολλές βαλίτζες καί τόν εαυτό μου, είδα πώς είχε άπειρες μύγες στό ταβάνι. Μπορεις νά μου εξηγήσεις γιατί νά ταξιδεύουν οι μύγες; Έπειτα έκανα τά νύχια μου καί λογαριασμούς. Τήν ώρα πού ετοιμαζόμουνα νά κοιμηθώ άρχισε νά χτυπουν τό τζάμι ορμητικές στάλες βροχής. Τίς δέχτηκα κι΄ αυτές οπως τόσα άλλα, αυτές τίς τελευταίες μέρες μέ υπομονή. Κοιμήθηκα αρκετά άνάποδα ως τήν αυγή. Μέσα στό συννεφιασμένο φως κοίταξα μιά κορδέλα νερό όπου σταματούσε ό ορίζοντας. Ρώτησα τόν αγουροξυπνημένο έπιθεωρητή άν ήταν αυτό ή θάλασσα. Μου απάντησε μέ αδιαφορία “ΟUI С΄ ЕSТ LA MER” σά νά μήν καταλάβαινε πολύ-πολύ τί είδος άνθρωπος ήταν αυτός πού του έκανε τέτοιες παράδοξες ερωτήσεις.
Στό Πλατύ έβρεχε καλά. Κατέβηκα μέσα στις λάσπες. Τέσσερις μακεδόνες μέ γουρουνοτσάρουχα καί μάλλινες κάλτσες πήρανε τά πράγματά μου. “Επρεπε νά περιμένω δυό ωρες. Πήγα στό καφενείο του στάθμου νιώθοντας πώς μάζευα τήν υγρασία σά στουπόχαρτο. Πήρα ένα διπλό κονιάκ κι΄ έναν διπλό καφέ. Τό μικρό καφενείο ήταν ακόμη σκοτεινό. Δυό χωρικοί μιλούσαν πλάι μου γιά τίς σοδειές τους. “Ενας χωροφύλακας έλεγε άστεια μ΄ έναν σιδηροδρομικό. Στήν άλλη γωνιά κάποιος διάβαζε τραβώντας μολυβιές στό περιθώριο. Στήν άλλη γωνιά μιά κοκοβρασμένη ταξιδιώτισσα περίμενε, άπολιθωμένη. ’Από τά τζάμια τής πόρτας κοίταζα ένα κόκκινο φορτηγό βαγόνι. Βγήκα. “Εβρεχε. Ή αυγή ωστόσο ήταν όμορφη μ΄ ένα χρώμα μολυβί καί μιά ιδέα ροζ πού περνοδιάβαινε. Θά ήταν καλά έτσι στή θάλασσα μ αυτή τή συννεφιά. “Ενας κόκορας λάλησε. Ή θάλασσα χάθηκε. “Ενας κακομοίρας σκύλος έδειξε τό τριγωνικό του κεφάλι καί χάθηκε κι΄ αυτός. Μπρός καί πίσω ό κάμπος μέ κλωνάρια λιγνά πού γαντζώνουν τήν ομίχλη, μέ βάλτους κίτρινους καί πράσινους, στερεοποιημένους.

 

Μαρία Ζάννου

Πέρασαν οί ωρες όπως μπορούσαν. Ξαναπήρα τό τραίνο. Στήν αρχή τό θέαμα μέ διασκέδαζε. “Αν ήσουν πλάι μου θά έβλεπες ένα σωρό χρώματα πού θά σέ γέμιζαν χαρά άπό τό σκούρο χρώμα του κατραμιού ώς ανοιχτό κίτρινο του φθινοπώρου. “Ολα αυτά δέ μοιάζουν διόλου μέ τήν ’Αττική, όπου ή ζωή είναι τόσο δύσκολη, οπου πρέπει νά βάλει κανείς όλη του τή δύναμη γιά νά κρατήσει μπροστά σ ’ ένα τοπίο. ’Εδω είναι ένας τόπος σάν κάθε άλλο τόπο, μέ τήν παχειά γη, μέ νερά καί μέ γεννήματα.

“Ενας φθινοπωρινός τόπος γεμάτος καλαμπόκια. Συλλογίζομαι τόν πύργο σου στή Γαλλία. ‘Από τήν ’Έδεσσα καί πέρα άρχισα νά κουράζομαι. ’Έπειτα πρός τό τέλος, όταν άρχισαν τά βουνά μέ τίς κορυφές χαμένες στά σύννεφα, είχα τήν ακράτητη επιθυμία νά φωνάξω ή νά κάνω τούμπες άπό τήν πλήξη. Ή Φλώρινα ευτυχώς. Βρήκα τόν κλητήρα πού μέ περίμενε καί τ ’ αυτοκίνητο μέ τή σημαία. Ξεκινήσαμε αμέσως. Γιατί νά μήν είσαι μαζί μου. Τό φως είχε σημαντικά χαμηλώσει. Σπάνια είδα τέτοια ομορφιά. ‘Ένα τοπίο πού είχε το χρώμα σου πέρα ώς πέρα. Δεξιά κι΄ αριστερά βουνά. Προχωρούσαμε μέσα σέ μιά χαράδρα. ’Από τίς δυό μεριές ό ανήφορος γεμάτος οξιές πού είχαν τό χρώμα του καπνού ολοένα πιό σκούρο. Που καί που κάτι μεγαλύτερα δέντρα σάν αρχηγοί ξεχωρίζανε. Είχε πιά νυχτώσει όταν φτάσαμε στά σύνορα. Τά πέρασα μέ όλες τίς τιμές. Έδω πέρα μέ περίμεναν. Μου είχαν ετοιμάσει φαγητό καί είχαν κάνει ότι μπορούσαν γιάί νά ζεστάνουν αύτό τό σπίτι πού μισεί τή ζέστη. Ας είναι, τά του σπιτιoυ μου θά σου τά γράψω αργότερα. Γιά τήν ώρα προσπάθησα νά κάνω ένα δωμάτιο υποφερτό γιά νά εργάζομαι και νά ξαναβρίσκω τά πράγματα πού αγαπώ τό βράδι. ’Από αύτό τό δωμάτιο σου γράφω. ’Έχει ένα απέραντο κρεβάτι, πού μου θυμίζει τό κρεβάτι πού βρήκε ό коντορεβυθούλης σάν πήγε στο πίτι του δράκου. Έχει τρία παράθυρα. Τά δύο ευτυχώς καταδικάστηκαν κι΄ έγιναν ράφια για βιβλία. Φτάνει τό μεσαίο. ’Έχει καί μιά σόμπα. Βρήκα κι΄ ένα μεγάλο τραπέζι πού είναι το συμπαθέστερο άπό όλα τά άλλα. “Οσο γιά τό γούστο του διάκοσμου, φτάνει νά πολλαπλασιάσεις επί πέντε τό γούστο ενός επαρχιώτη όδοντοϊατρου. Κατά καλή μου τύχη έμαθα άπό καιρό νά βρίσκω κάποιο χιούμορ στό κακό γούστο. Αυτά. Αύριο θ αρχίσω επισκέψεις· Σου είπα ένα σωρό πράγματα άλλά εκείνο πού ήθελα νά πω καί μ ’ έκανε νά μουντζουρώσω τόσο χαρτί δέν τό είπα. Είναι σκληρή ή ζωή χωρίς εσένα καί άδικη.

Γ. “

ΣΗΜ.: Πηγή περιοδικό "ΔΙΑΒΑΖΩ" τεύχος 142 της 23/4/1986 - σελ. 67,68.