Ιστορικές μνήμες για το Πλατύ Ημαθίας

Πριν ο χρόνος στο διάβα του οδηγήσει στη λήθη διάφορα γεγονότα που συνετέλεσαν σημαντικά στην ίδρυση του χωριού μας Πλατύ, καλό είναι να τα γνωρίζουμε. Παρακάτω ακολουθεί μια επιστολή ενός σημαντικού ανθρώπου του Μιχάλη Μιχαηλίδη που έδωσε τα πάντα για το Πλατύ προς τον αείμνηστο συγχωριανό μας Αβέρκιο Καραμουρατίδη. Από αυτή την επιστολή μαθαίνουμε σημαντικά ιστορικά στοιχεία από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.

Ακολουθεί αυτούσια η επιστολή:
Αθήνα 15/2/1977

Αγαπητέ μου Αβέρκιε,

Πήρα το γράμμα οου της 12 τρέχοντος μηνός. Σε Βεβαιώνω ότι το διάβασα με πολύ προσοχή και ανυπόκριτη χαρά. Χαίρω που είοθε καλά τόοο εσό, όοο και η οικογένεια σου και εύχομαι να βρίσκεστε πάντοτε όλοι σας εν υγεία και η ευτυχία να είναι πάντοτεινή σύντροφος σας.-

Δεν έχω, πίστεφέ με, καμμιά πρόθεοη να ρεκλαμάρω το καθήκον που επετέλεσα, όταν, οαν ο πρώτος, εκλεγμένος από τους ουμπατριώτες μας, Πρόεδρος του χωριού. Ήταν υποχρέωσίς μου να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον δεινοπαθούντα τότε λαό μας. Ήμουν στην Καβάλα το 1923 υπάλληλος της Τράπεζας Αθηνών -της μεγαλότερης μετά την Εθνική Τράπεζα, με την οποία συγχωνεύθηκε προ 25 περίπου ετών. Όπως μου έλεγε ο τότε Διευθυντής του υποκαταστήματος όπου εργαζόμουν, όταν του ανακοίνωσα ότι θα έφευγα γιατί είχε έρθει από το Πλατό μία επιτροπή και με ζητούσε εξ ονόματος των συμπατριωτών μας να πάω και να τους βοηθήσω, ότι κατέστρεφα το μέλλον μου που το έβλεπε λαμπρό. Από την επιτροπή ζήτησα πίστωση χρόνου και πρόβαλα τον ισχυρισμό ότι ήμουν ανίδεος της καταστάσεως και πολύ νέος (ήμουν 20 χρονών) για να επωμισθώ τέτοιες ευθύνες.΄Εφυγαν οι άνθρωποι πικραμένοι από την επιφυλακτικότητά μου, μα σε λίγον καιρό ξαναήρθαν κομίζοντάς μου και μιά παρακλητική επιστολή με κάμποσες υπογραφές γνωστών μου, μεταξύ των οποίων πρώτη η υπογραφή του αειμνήστου Βαγγέλη Παπασάββα. Φύσει συναισθηματικός, συγκινήθηκα από την περιγραφή των δεινών τους, τα βρόντηξα κάτω και Τράπεζα και μέλλον, μάζεψα την οικογένειά μου και ήρθα στο Πλατύ.

Τι βρήκα; Κάτι ξύλινες παράγκες σε σχήμα πυραμίδας μήκους 4 μέτρα, χωρισμένες στη μέση για να μείνουν δυό οικογένειες. Έμπαινε κανείς με το κεφάλι και έβγαινε με την όπισθεν. Ο μακαρίτης (τόσο νωρίς) Βαγγέλης με ενημέρωσε. ΄Ασχετα, αν αργότερα τα τσουγκρίσαμε, και μετά πάλι εγίναμε καλοί φίλοι και επανειλημμένα ήρθε εδώ, όταν ήμουν Ιδιαίτερος Γραμματεύς του Υπουργού και τον περιποιήθηκα σαν αδελφό.

Εν πάση περιπτώσει ριχθήκαμε στον αγώνα για την επιβίωση του λαού μας (αργότερα προστέθηκε κοντά μας και ο επίσης μακαρίτης Αναστάσης Γαβριηλίδης ο Κισκελής) και με σύντονα και έντονα διαβήματά μας στην τότε Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (τώρα Υπουργείο

Вор. Ελλάδος) και στην Γεν. Διεύθυνση Εποικισμού, με την πρόθυμη και απόλυτη συμπαράσταση και βοήθεια μερικών πολιτευτών και κυρίως του μετέπειτα Υπουργού (αειμνήστου και αυτού) Μιχ. Κύρκου και αργότερα και του μετέπειτα βουλευτού Βεροίας (κι αυτός μακαρίτης -για δες όλοι έφυγαν) Αβραάμ Γρηγοριάδη, κατορθώσαμε, με σκληρούς αγώνες να φέρουμε γιατρό τον (άλλος αείμνηστος) Βασίλη Ευρόπουλο, να χτίσουμε μια παράγκα με 4 δωμάτια για να μείνη ото ένα, το άλλο φαρμακείο (μας έδωσαν από την Υγειονομική Υπηρεσία της Γεν. Διοικήσεως θεσ/νίκης φάρμακα) το τρίτο δωμάτιο για Ιατρείο και το τέταρτο για αναμονής. ΄Ολοι τότε έπασχαν κυρίως από σπλήνα και ελονοσία(…) Μάλιστα, θυμάμαι καλά, επειδή τον γιατρό προσλάβαμε προ του επισήμου διορισμού του, τον πρώτο μισθό του (4.000 δρχ. της εποχής εκείνης, αν δεν με απατά η μνήμη) κατέβαλα εξ ιδίων (…) χαλάλι για το χωριό. Στο διάστημα αυτό μας υποδείχθηκε από την Γεν. Διοίκηση να κάνουμε ένα Συμβούλιο, για να έχουμε μιά υπεύθυνη εκπροσώπηση. Μαζέψαμε τους άντρες και κάναμε αρχαιρεσίες, στις οποίες επεκράτησε με πλειοφηψία 95% το κοινό μας με τον Παπασάββα ψηφοδέλτιο, με πρώτον επιτυχόντα τον υπογράφοντα. Συνήλθε αμέσως το εκλεγέν 12μελές Συμβούλιο για την εκλογή του Προεδρείου. Προ της εκλογής έλαβα τον λόγο και υπενθυμίσας στα μέλη τους κόπους, τα βάσανα και τα έξοδα για την εξεύρεση του χώρου και τις ενέργειες για την μεταφορά των σε διασπορά σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ευρισκομένων συμπατριωτών μας και την έγκατά (…) αειμνήστου Βαγγέλη, εζήτησα όπως τιμής ένεκεν για όλες (…) υπηρεσίες του να εκλέξουμε Πρόεδρον τον Βαγγέλη. Η ψηφοφορία που επακολούθησε με εξέπληξε. Το αποτέλεσμα ήταν 10 ψήφοι υπέρ εμού και 2 (η δική του και η δική μου) υπέρ του Παπασάββα, ο οποίος με την ίδια αναλογία των φήφων αναδεικνυόταν Αντιπρόεδρος.
Έλαβα τον λόγο και εζήτησα επανάληΦη της Ψηφοφορίας, καθ’όσον δεν εδεχόμουν το αποτέλεσμα. Εδήλωσα ότι τους ευχαριστώ και ότι θα δεχόμουν την θέση του Γεν. Γραμματέως με Πρόεδρο τον Παπασάββα. Παρά τις αντιρρήσεις των Συμβούλων, καταφέραμε να ξαναγίνει ψηφοφορία. Πλην, τα αποτελέσματα υπήρξαν ακριβώς τα ίδια. Η απειλή μου ότι θα φύγω απ’ το χωριό, δεν ίσχυσε για να μεταστραφή η γνώμη του Συμβουλίου. Με χίλιες παρακλήσεις και πιέσεις του Συμβουλίου και πολλών κατοίκων, αναγκάσθηκα να υποχωρήσω. Αυτά εν πάση ειλικρινία, φίλτατε Αβέρκιε. Από τότε έπαψε την συνεργασία μαζί μου ο Βαγγέλης. Σχεδόν μόνος ρίχθηκα στον αγώνα. Χάρη στις σχέσεις που είχα δημιουργήση με τους πολιτικούς, προεξάρχοντος του Μιχ. Κύρκου μέσα οε λίγες μέρες (φθάσαμε το 1924) πήραμε από τον Εποικισμό ζώα, αλέτρια, σβάρνες κ.λ.π. και ζωοτροφές. Σε λίγο έγινε και η διανομή των χωραφιών και, αν θυμάμαι καλά, κατά το φθινόπωρο του ’24 εγκρίθηκε η σχετική πίστωση για τα σπίτια του τόπου που υπάρχουν ακόμα. Με χίλια βάσανα και με συμπαράσταση των πολιτικών, ιδίως του Κύρκου εγκρίθηκε ο τύπος των σπιτιών αυτών, που ήταν την εποχή εκείνη ο τύπος που μόνο για το Πλατύ και την Ν. Καρβάλη της Καβάλας εγκρίθηκε. Παντού αλλού μονόροφα και με ένα δωμάτιο και σταύλο γινόταν τα σπίτια. Έτσι την άνοιξη του 1925 αρχίσαμε το χτίσιμο. Φυσικά, κάναμε Δημόσιο διαγωνισμό με ενσφράγιστες προσφορές, όπου έλαβαν μέρος 5 εργολάβοι. Συμφερότερους όρους πρόσφερε κάποιος (μου φαίνεται λεγόταν Μαρκόπουλος) και στον οποίο κατακυρώθηκε και εγκρίθηκε από τον Εποικισμό ο διαγωνισμός. Σκέφου 52 χρόνια τα σπίτια αυτά ζουν ακόμα. Τούτο σημαίνει ότι έγινε καλή δουλειά. Η εκ μέρους μας επίβλεψη κατά την κατασκευή των σπιτιών ήταν άγρυπνη και σωστή.
Αυτά για την ίδρυση του χωριού και την ανέγερση των σπιτιών. Όσο για την ονομασία του χωριού, υπήρξαν διχογνωμίες φοβερές. ‘Αλλοι ζητούσαν να μείνη “Ν. Φάρασα”, άλλοι Αυσάρι, άλλοι Κάρσαντη. Ύστερα από επανειλημμένες συσκέψεις, δεν κατωρθώθηκε να αρθούν οι διαφορές απόψεων. Ο υποφαινόμενος προτιμούοα τα Φάρασα, αφού, άλλωστε, οι Αδαναλήδες μου είχαν δώσει τον τίτλο “Φάρασα Κονσολοσού” ή και του κόμιτος των Φαράσων, γιατί καταγόμενος από το Κάρσαντι και εκ προπάππου από τα Φάρασα, ντυνόμουν κομσά και φορούσα γραβάτα! Ασμενώς εδεχόμουν τους τίτλους αυτούς και μάλιστα καμάρωνα. Ας είναι. Κατά την πρόοδο, όμως, των προσπαθειών για την σύμπτωση γνωμών για το όνομα του χωριού μάς υπέδειξαν ο Αστυνομικός Σταθμάρχης (θυμάμαι, λεγόταν Αΐνικολιώτης και έφερε τον βαθμό του Ανθυπασπιστή) και ο τότε Σταθμάρχης των ΣΕΚ και σε λίγο αποθανών (βρε, που μπλέξαμε με τόσους νεκρούς;) να ονομάσουμε το χωριό Πλατύ -έτσι λεγόταν η περιοχή και ο Σταθμός. Η πρόταση έγινε δεκτή από την πλειοφηφία και έτσι δώσαμε το σημερινό του όνομα στο χωριό.
Σε κούρασα, αγαπητέ Αβέρκιε, παρασυρθείς από την πρόθεση να σε ενημερώσω. Μακρυά από μένα η σκέψη της αυτοπροβολής. Έπραξα το καθήκον μου. ‘Αλλος είναι ο σκοπός μου. Να σε παρακαλέσω να μη εγκαταλείψης τον αγώνα για την περισυλλογή και την προβολή του πολυτίμου λαογραφικού μας υλικού. Κάνε ό,τι μπορείς. Μεταλαμπάδιασε την ζέση σου στους νεώτερους. Δίδαξέ τους ότι η λαογραφία μας, η εκπολιτιστική κληρονομιά των προγόνων, οι χοροί και τα τραγούδια μας, αποτελούν παράδειγμα για μίμηση. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά μας, η περίσωσις της πίστεως, της θρησκείας και της γλώσσας μας ανά τους αιώνας κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, πρέπει να βρουν την δικαίωσή τους.
Σε ευχαριστώ, Αβέρκιε και θα επιθυμούσα να με αποκαλείς μόνο με το μικρό μου όνομα παρά το “κύριε”. Έτσι θα είμαστε πιο κοντά. Έχεις χαιρετισμούς από την οικογένεια και η οικογένειά σου. Ίσως μετά το Πάσχα έλθω εκεί και τότε με χαρά θα σουσφίξω το χέρι.

Σε ασπάζομαι
Μιχ.Α.Μιχαηλίδης.

ΑΠΟΣΤΟΛΕΑΣ: Μιχ. Α. Μιχαηλίδης
Λεωφ. Αλεξάνδρας 167
ΑΘΗΝΑ Τ.Τ. 603

ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ: Κύριον
Αβέρκιον Καραμουρατίδη
Σ.Σ. Πλατύ
Ημαθίας

ΣΗΜ.: Το επιστολόχαρτο είναι λευκό (χωρίς ρίγες) διαστάσεων 29Χ21cm.