Ομιλία του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κ. Μητσοτάκη στη Βουλή στη συζήτηση του σχεδίου νόμου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, πριν από τρεις μήνες, για την ακρίβεια στις 19 Απριλίου, από το βήμα του κοινού συνεδρίου των Δήμων και των Περιφερειών της χώρας, είχα επισημάνει την απουσία του πρωθυπουργού από τις εργασίες του.

Είχα πει τότε, ότι το να αποφεύγει ο κ. Τσίπρας μία τόσο σοβαρή συζήτηση σε ένα τόσο σημαντικό φόρουμ, αποτελούσε μια προσβολή για την Αυτοδιοίκηση. Δήλωνε είτε προσωπική αδιαφορία, είτε έλλειμμα θέσεων. Συνιστούσε επίσης μια δημόσια υποτίμηση του πιο βασικού κυττάρου της Δημοκρατίας, δηλαδή της πολιτικής που ασκείται με σημείο αναφοράς την καθημερινότητα του πολίτη. Λυπάμαι που σήμερα αναγκάζομαι να επανέλθω στα ζητήματα αυτά, καθώς ο πρωθυπουργός θέλησε και πάλι να απουσιάζει κατά την εξέταση ενός νομοσχεδίου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και, για να προλάβω τις ενστάσεις σας, εξηγούμαι αμέσως: Ασφαλώς και γνωρίζω -και γνωρίζουμε όλοι- πού βρίσκεται ο κ. Τσίπρας. Όμως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η συνεδρίαση αυτή θα μπορούσε να προγραμματιστεί σε κάποια άλλη στιγμή. Πολύ περισσότερο, που ο κυβερνητικός αυτός προγραμματισμός τη σπιλώνει με ένα πρόσθετο ιστορικό στίγμα: ένας κακός νόμος για τις τοπικές κοινωνίες εντός συνόρων συζητείται ταυτόχρονα με την εφαρμογή τετελεσμένων μιας κάκιστης συμφωνίας εκτός συνόρων. Ενώ εδώ στην Ελλάδα, υπονομεύονται  οι Περιφέρειες και οι Δήμοι της χώρας, στις Βρυξέλλες οι κύριοι Τσίπρας και Καμμένος παραδίδουν επί της ουσίας στα Σκόπια το νατοϊκό διαβατήριο. Και το κάνουν, έχοντας εκχωρήσει,  πριν από τρεις εβδομάδες  την «μακεδονική» ταυτότητα και τη «μακεδονική» γλώσσα.

«Δώσαμε στους Έλληνες erga omnes το όνομα Βόρεια Μακεδονία και εμείς πήραμε erga omnes την μακεδονική ταυτότητα» είπε επί λέξει -επαναλαμβάνω επί λέξει- ο κ. Ζάεφ στη συνέντευξή του στο BBC. Εrga omnes επικίνδυνοι, είστε για τα συμφέροντα της χώρας, σας λέω εγώ. Και σταματήστε, επιτέλους, να επικαλείστε αυτό το φαιδρό επιχείρημα, ότι τάχα παραδώσατε την ιθαγένεια, αλλά όχι την εθνότητα. Πείτε μία χώρα στον κόσμο, που το σύνολο των κατοίκων της θα έχει άλλη εθνότητα και άλλη ιθαγένεια. Δώσατε στους Σκοπιανούς το όνομα και τον εθνικό προσδιορισμό «Μακεδόνες», κάτι που είχαν απορρίψει όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις εδώ και 27 χρόνια. Και αυτή είναι η μόνη αλήθεια, όσο και αν  εσείς επιμένετε να την αρνείστε. Διπλή ντροπή, λοιπόν, από ένα δίδυμο ντροπής. Είναι βαριά θα μου πείτε λέξη η ντροπή. Δεν πρέπει όμως να φοβίζουν οι λέξεις, όταν  αποτυπώνουν την αλήθεια. Και, βέβαια, δεν οδηγήσαμε εμείς τα πράγματα εκεί. Δεν είπαμε ποτέ εμείς «ή τους τελειώνουμε ή μάς τελειώνουν». Ούτε κάνουμε εμείς αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση, όπως εσείς ασκείτε διακυβέρνηση καμένης γης. Έχουμε όμως μια ευθύνη να ανταποκριθούμε στο θεσμικό μας ρόλο και να δώσουμε σε κάθε ψέμα της κυβέρνησης την απάντηση που πρέπει. Και θα το κάνουμε με τη δύναμη και την αποφασιστικότητα μιας Παράταξης που έχει και αξίες και πεποίθηση και σχέδιο για το που θέλει να οδηγήσει τη χώρα. Εμείς δεν θα εξαπατήσουμε τους πολίτες με φτηνά σλόγκαν του τύπου «είναι δίκαιο και γίνεται πράξη», όπως οι σημερινοί κυβερνώντες, που έχουν το θράσος ακόμη και σήμερα να παίζουν με την αγωνία των πολιτών, τους οποίους εσείς  οδηγήσατε στη φτωχοποίηση και την απόγνωση. Και που αντιμετωπίζουν την άσκηση της εξουσίας με πρωτοφανή πολιτικό κυνισμό. Όπως συμβαίνει και αυτήν τη στιγμή που μιλάμε με τους κυρίους Τσίπρα και Καμμένο, οι οποίοι ενώ εξακολουθούν να παριστάνουν ότι τάχα διαφωνούν, την ίδια στιγμή δένονται ακόμα  πιο σφιχτά στις καρέκλες τους, τρέμοντας μην τις χάσουν.

Στις Βρυξέλλες χθες και σήμερα, οι ΑΝΕΛ συναινούν στην πράξη σε μία συμφωνία, που στα λόγια την καταγγέλλουν και για την οποία λένε ότι, όταν έρθει η ώρα, κάποια στιγμή στο μέλλον, θα ρίξουν την Κυβέρνηση. Παραμένουν όμως όλοι υπουργοί. Και ο κ. Καμμένος στρογγυλοκάθεται δίπλα στον κ. Τσίπρα, την ώρα που τα Σκόπια παίρνουν διαβατήριο ένταξης στο ΝΑΤΟ. Θλιβερό το θέαμα και των δύο. Και στην Αθήνα, ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί ένα νόμο για τον οποίο τάχα είχαν επιφυλάξεις οι βουλευτές των ΑΝΕΛ, οι οποίοι εξακολουθούν όμως να δίνουν πλειοψηφία στην Κυβέρνηση. Σε ένα δρόμο μόνο συναντώνται  αυτοί οι παράταιροι εταίροι: Στο δρόμο της καρέκλας, στο δρόμο του προσωπικού συμφέροντος, στο δρόμο του ψέματος, στο δρόμο της δημαγωγίας και στο δρόμο της προσωπικής διάσωσης, καθώς ήδη στριμώχνονται στην έξοδο κινδύνου.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, το υπό συζήτηση νομοσχέδιο συμπεριλαμβάνει 250 άρθρα, δύο είναι όμως οι βασικές του προβλέψεις: Η απλή αναλογική στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και η αλλαγή της θητείας αλλά κυρίως του χρόνου ανάδειξης των τοπικών αρχόντων. Μάλλον η αρχική απόπειρα αλλαγής του χρόνου γιατί επανήλθαμε σε αυτό το οποίο αρχικά είχε νομοθετηθεί με μια μικρή τροποποίηση. Όλα τα υπόλοιπα αφορούν γραφειοκρατικές και μόνο ρυθμίσεις  μικροαλλαγές στην καθημερινότητα των Δήμων και των Περιφερειών. Ακριβώς λοιπόν σε αυτές τις δύο κεντρικές επιλογές θέλω να σταθώ:

Σημείο πρώτο και ελαφρώς τραγελαφικό, όπως φάνηκε κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, ο χρόνος των εκλογών. Οι τελευταίες εξελίξεις και αυτά τα οποία έγιναν στη Βουλή τις τελευταίες μέρες δείχνουν ότι ακόμη και τις εκλογές Δημάρχων και Περιφερειαρχών θέλετε να τις μετατρέψετε σε εργαλείο μικροπολιτικής ευτέλειας. Κύριε Σκουρλέτη εσείς δεν είχατε πει επί λέξει ότι «τοπικές εκλογές και ευρωεκλογές δεν πρέπει να συμπίπτουν, διότι έτσι νοθεύεται το διακύβευμα των αυτοδιοικητικών εκλογών»; Εσείς τα είχατε πει αυτά, έτσι δεν είναι; Δεν τα διαψεύσατε ποτέ. Τώρα όμως, καθώς αντιλαμβάνεστε -δεν ξέρω αν το αντιλαμβάνεστε εσείς ή ενδεχομένως κάποιοι άλλοι- πως οδεύετε σε  αλλεπάλληλες ήττες, επιχειρείτε να αλλάξετε και πάλι τις ημερομηνίες των τοπικών εκλογών. Βάλατε λοιπόν -εσείς, ο Πρωθυπουργός, δεν το ξέρω- δεκαέξι πρόθυμους βουλευτές σας να αναιρέσουν τη δική σας ρύθμιση. Και μάλιστα δύο φορές, την πρώτη φορά το κάνατε και λάθος. Αν δεν ήσασταν τυχοδιώκτες και επικίνδυνοι, θα ήσασταν απλώς γραφικοί. Αναρωτιέμαι  πραγματικά κύριε Σκουρλέτη -σας βλέπω σε μια κατάσταση δυσθυμίας αυτές τις δύο μέρες στη Βουλή- πώς αισθάνεστε, όταν σας αδειάζει ευθέως ο πρωθυπουργός σας; Δεν ιδρώνει καθόλου το αυτί σας; Είπαμε, εντάξει  το καταλαβαίνω, όλα για την καρέκλα, αλλά εδώ ήρθε μια τροπολογία από δεκαέξι βουλευτές, προφανώς κατευθυνόμενη από το Μαξίμου και σας άδειασε στεγνά. Αμφιβάλω αν το γνωρίζατε και εσείς κάθεστε ατάραχος και αμέριμνος. Πραγματικά δεν θα σταματήσετε κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ να μας αιφνιδιάζετε για το τι θα κάνετε για να μείνετε κολλημένοι στην καρέκλα. Και βέβαια με αυτό το οποίο κάνετε και το υπονοούμενο ότι μπορεί να έχουμε τριπλές, τετραπλές εκλογές το Μάιο του 2019 υπονομεύετε την Αυτοδιοίκηση, κανιβαλίζετε τους θεσμούς, επιχειρείτε πρωτοφανείς –ακόμα θα έλεγα και για άγριες εποχές του  πρόσφατου παρελθόντος– εκλογικές μεθοδεύσεις. Είναι όμως μάταιο. Ο λογαριασμός θα έρθει σε όλες τις κάλπες, όποτε κι αν αυτές στηθούν: Εθνικές εκλογές, ευρωεκλογές,  αυτοδιοικητικές; Θέλετε να τις κάνετε όλες μαζί; Δοκιμάστε το. Θα καταλάβετε ότι η κοινωνία έχει ήδη αποφασίσει να σας τιμωρήσει με την ψήφο της και η λαϊκή δυσαρέσκεια ούτε θα μπερδευτεί, ούτε θα μοιραστεί, αν στήσετε περισσότερες κάλπες. Θα μεταβληθεί σε μια μετωπική απόρριψη της κυβέρνησης. Μην έχετε λοιπόν και σε αυτό αυταπάτες. Αν το επιχειρήσετε θα χάσετε παντού και θα τα χάσετε όλα μονομιάς.

Σημείο δεύτερο. Απλή αναλογική στις τοπικές εκλογές. Αναρωτιέμαι, κ. Σκουρλέτη και κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ, οι απόψεις της ΚΕΔΕ, της μεγάλης πλειοψηφίας των Δημάρχων, δεν σας ενδιαφέρουν καθόλου; Αυτοί δεν είναι οι άνθρωποι, οι οποίοι κυβερνούν τους Δήμους καθημερινά; Και δεν αναγνωρίζετε ότι με αυτό το οποίο κάνετε, οδηγείτε στην πράξη την Τοπική Αυτοδιοίκηση, το κύτταρο της Δημοκρατίας -Αυτοδιοίκηση Πρώτου και Δεύτερου βαθμού- στη διάλυση και την παράλυση. Σας το λένε όλοι. Σας το είπαν όλοι με μια φωνή. Σας το είπε η ΕΝΠΕ. Σας το είπαν όλοι οι Περιφερειάρχες. Σας το είπαν σχεδόν όλοι οι Δήμαρχοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις τους Δημάρχους που έχουν απευθείας αναφορά στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί το κάνετε, λοιπόν, αυτό κ. Σκουρλέτη; Και εάν η διοίκηση -και πρέπει να το ακούσουν όσοι παρακολουθούν αυτή τη συζήτηση- εάν η διοίκηση ενός Δήμου παραλύσει με αυτόν τον εκλογικό νόμο – έκτρωμα, τον οποίο φέρατε, αυτό θα έχει επιπτώσεις. Θα έχει επιπτώσεις στα σκουπίδια, στην καθαριότητα, στο πράσινο, στο φωτισμό, στις παιδικές χαρές, στους παιδικούς σταθμούς, στις προνοιακές υπηρεσίες, στα αναπτυξιακά προγράμματα, στη διαχείριση του ΕΣΠΑ. Σε αμέτρητα μικρά και μεγάλα θέματα που σχετίζονται με τη ζωή των πολιτών. Κάνετε τους Δήμους και τις Περιφέρειες πειραματόζωα των μικροπολιτικών σας σχεδιασμών. Και παίζετε ουσιαστικά με τις ζωές των ανθρώπων για να διασωθείτε. Και είναι τουλάχιστον προκλητικό, είναι προκλητικό και θρασύ σε αυτήν εδώ την αίθουσα να μιλάει για κουλτούρα συναινέσεων και συνεργασιών, το κόμμα του «ή εμείς ή αυτοί». Το Κόμμα του «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν». Η πιο διχαστική και πολιτικά ανέντιμη Κυβέρνηση που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος. Και ο άνθρωπος που εξαπάτησε και ζητούσε «να τελειώσουν» τους Πολιτικούς Αρχηγούς που του έβαλαν πλάτη για να μην τιναχθεί η χώρα στον αέρα τον Αύγουστο του ‘15. Τους εξαπάτησε φυσικά και όλους αυτούς.

Εσείς, θα μιλήσετε για συνεργασίες; Αυτό που επιδιώκετε δεν είναι αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, αλλά η θεσμοθέτηση της πολιτικής συναλλαγής. Κάτι που θα φέρει είτε αλλεπάλληλες εκλογές είτε μόνιμη αδυναμία λήψης αποφάσεων και παραγωγής έργου. Και κάτι που θα οδηγεί τελικά στην υπονόμευση κάθε τοπικής Αρχής, ώστε και πάλι η κεντρική εξουσία να αποφασίζει και να διατάζει. Και κάτι ακόμα που πρέπει να το σκεφτείτε καλά: Με το σύστημα αυτό δίνετε τη δυνατότητα σε κάθε πολιτικό τυχοδιώκτη, αλλά και στην Χρυσή Αυγή, να φτιάξει ερείσματα στους Δήμους. Από πολιτικός χορηγός γίνεστε τώρα και εκλογικός της ευεργέτης. Αυτός είναι ο καθρέφτης της δικής σας πολιτικής.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ξαναπώ αυτό που είχα διακηρύξει και στο τελευταίο συνέδριο της ΚΕΔΕ και της ΕΝΠΕ: Για μένα δεν υπάρχουν «μπλε», «πράσινοι», «κόκκινοι», «ροζ» οργανισμοί Αυτοδιοίκησης. Ούτε και «μπλε», «πράσινοι» ή «κόκκινοι» Δήμαρχοι και Περιφερειάρχες. Αυτά τελείωσαν. Η πολιτική, η κοινωνία, η χώρα τα έχει αφήσει πίσω. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στην κεντρική εξουσία, οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος ξεθωριάζουν. Και αυτό το οποίο πρέπει να μας χωρίζει μόνο είναι η τομή με το παρελθόν στο οποίο δεν πρέπει με τίποτα να γυρίσουμε. Και, βέβαια, η μάχη με τα καθημερινά προβλήματα, η οποία πρέπει να είναι σταθερή και συνεχής: Η ασφάλεια, η καθαριότητα, οι ελεύθεροι χώροι και τα ασφαλή πάρκα. Αλλά και η ευρύτερη ανάπτυξη της κάθε περιοχής, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της. Κάτι το οποίο αφορά ιδιαίτερα τις Περιφέρειες της χώρας. Και η ένταξή της κάθε Περιφέρειας σε ένα συνολικό σχεδιασμό, καθώς και η αυτόνομη και πρωτοπόρος δράση της. Και γιατί όχι και ο ανταγωνισμός, ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ των Περιφερειών, με την αξιοποίηση ευρωπαϊκής συνεργασίας και ευρωπαϊκών εργαλείων χρηματοδότησης. Όλα αυτά, βεβαία, δεν μπορούν και δεν θα συμβούν όταν παρακρατούνται πόροι από ένα υπερτροφικό κεντρικό Κράτος. Και δεν μπορούν να σχεδιαστούν εν μέσω του σημερινού γραφειοκρατικού κυκεώνα, που πνίγει κάθε δημιουργική τολμηρή και καινοτόμα πρωτοβουλία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και, ασφαλώς, δεν γίνεται να υποστηριχθούν τέτοιες δράσεις με προϋπολογισμούς των Δήμων και των Περιφερειών που αντιστοιχούν σε περίπου -το είχα πει και στο Συνέδριο- στο ⅓  του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το νομοσχέδιο αυτό θα μπορούσε να ήταν μια μεγάλη ευκαιρία, να κάνουμε όλοι μαζί μια μεγάλη θεσμική τομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Δεν είναι αυτό όμως. Δεν ανοίγει δρόμους. Ακριβώς γιατί αποτυπώνει μία κλειστή αντίληψη ελέγχου της δράσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Παρόλα αυτά, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες έχει, ήδη, δείξει τις δυνατότητές της. Παρά την αδιαφορία ή και τον ανοιχτό πόλεμο της κεντρικής εξουσίας, κατορθώνει να στέκεται όρθια. Πρωτοστατεί στην κοινωνική αλληλεγγύη, δίνει άνισες μάχες με τα προσφυγικά κύματα, ξεπερνά μόνη της προβλήματα κακοδιαχείρισης, που υπήρξαν στο παρελθόν. Και γι’ αυτό το λόγο έχω βάσιμο λόγο να μπορώ να αισιοδοξώ. Όσο για το δικό μας ειδικότερο σχέδιο, δεν διστάζω να πω ότι σε πολλά συμπίπτει με τις θέσεις των ίδιων των τοπικών αρχόντων. Και οι προτάσεις μας αυτές είναι οδηγός για τις νομοθετικές ρυθμίσεις της επόμενης κυβέρνησης, που θα κατατεθούν, μάλιστα, εντός του πρώτου εξαμήνου της θητείας της.

Αυτό σημαίνει τέσσερα πράγματα: Πρώτον, τολμηρός αναπροσδιορισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κράτους, Περιφερειών και Δήμων. Προσδιορισμός του τι σημαίνει αυτό το οποίο αποκαλούμε πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. Και μεταφορά με θάρρος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση κρίσιμων τομέων, όπως ο πολεοδομικός σχεδιασμός. Οι γενικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται και πρέπει να υπακούονται από την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά δεν νοείται η τελική απόφαση για ένα Σχέδιο Πόλης να αποφασίζεται από έναν υπηρεσιακό υπάλληλο σε ένα υπουργείο στην Αθήνα και όχι από το οικείο Δημοτικό Συμβούλιο. Δεύτερον, μια τολμηρή απονομή πόρων στην Αυτοδιοίκηση αντί της πειρατείας των αποθεματικών της, που γίνεται σήμερα προκειμένου η κυβέρνηση να εμφανίζει κίβδηλα πλεονάσματα. Θα συζητήσουμε κάποια στιγμή για τη δυνατότητα η Τοπική Αυτοδιοίκηση να μπορεί να επιβάλλει η ίδια φόρους και να εισπράττει τα έσοδα από αυτούς τους φόρους. Αλλά πριν φτάσουμε σε αυτό το σημείο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μπορεί να αξιοποιεί με μεγαλύτερη ευελιξία την περιουσία της. Και βέβαια να μπορεί να εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που τις δίνει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα με πολύ μεγαλύτερη ευελιξία και μεγαλύτερη αυτονομία. Τρίτον, η εποπτεία από το κεντρικό κράτος, πρέπει να γίνεται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Αλλά πρέπει, ταυτόχρονα, να γίνεται με γρήγορες και απλές διαδικασίες, που δεν θα εμποδίζουν το έργο της Αυτοδιοίκησης. Στους προϋπολογισμούς, για παράδειγμα, ναι, ο έλεγχος πρέπει να είναι απολογιστικός, αλλά δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να επεκτείνεται στη σκοπιμότητα των αποφάσεων. Γι’ αυτό, άλλωστε, εκλέγονται οι τοπικοί άρχοντες: Για να αποφασίζουν με τόλμη, να πράττουν με συνέπεια και να αναλαμβάνουν βέβαια την ευθύνη των αποφάσεών τους και των πράξεών τους. Και τέταρτον, απαιτείται μια γενναία εσωτερική αναδιοργάνωση των δήμων και των περιφερειών, αποσαφήνιση των αναγκών του δυναμικού που απαιτείται. Σύστημα αξιολόγησης των υπαλλήλων αποτελεσματικό. Αλλά χρειάζεται και κάτι ακόμα: Συστήματα αξιολόγησης τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη  την άποψη του πολίτη. Συστήματα μέτρησης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών από τον ίδιο τον πολίτη. Και τέλος, ένα ευέλικτο σύστημα κινητικότητας μόνο, όμως, με τη συμφωνία του φορέα προέλευσης του προσωπικού και με αντικειμενικά κριτήρια. Δεν γίνεται, το έχω πει πολλές φορές, η κινητικότητα να είναι το εργαλείο με το οποίο τελικά αποψιλώνονται μικροί, νησιωτικοί, ορεινοί δήμοι με αποτέλεσμα να αιμορραγούν σε προσωπικό και να μην μπορούν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στις υποχρεώσεις τους. Θα μπορούσα να περιγράψω αναλυτικότερα το σχέδιό μας. Νομίζω, όμως, ότι σήμερα χάρη της συζήτησης, αυτές οι τέσσερις κεντρικές κατευθύνσεις επαρκούν.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έρχομαι τώρα στα ζητήματα των αλλαγών που η κυβέρνηση προωθεί στον εκλογικό νόμο. Στον εκλογικό νόμο για τις εθνικές εκλογές. Επισημαίνω καταρχήν τον απόλυτο παραλογισμό ότι η κυβέρνηση προωθεί εν μέσω μιας θητείας, δεύτερη αλλαγή του εκλογικού νόμου, που αφορά μάλιστα στις μεγαλύτερες εκλογικές περιφέρειες της χώρας, λίγους μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές. Υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα έπρεπε καν να μπούμε σε αυτήν τη συζήτηση. Όμως εμείς ασκούμε υπεύθυνη αντιπολίτευση. Και γι’ αυτό και προτείναμε στην κυβέρνηση μια έντιμη και σωστή λύση. Μαζί με την κατάτμηση της Β΄ Αθηνών και της περιφέρειας Αττικής, κίνηση σωστή, κίνηση επιβεβλημένη –την έχω εξάλλου ο ίδιος υποστηρίξει από το 2004, όταν εκλέχθηκα για πρώτη φορά πρώτος βουλευτής στην αχανή Β΄ Αθηνών– μαζί, λοιπόν, με την κατάτμηση της Β’ Αθηνών και της περιφέρειας Αττικής να δώσουμε τώρα -επαναλαμβάνω, τώρα- τη δυνατότητα στους συμπολίτες μας, εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους, που διαμένουν στο εξωτερικό να ψηφίζουν από τον μόνιμο τόπο κατοικίας τους.

Τι φοβάστε κ. Σκουρλέτη και δεν το κάνετε τώρα; Η επιμονή της κυβέρνησης πρώτα να αρνείται τη συζήτηση -δεν τόλμησε καν η κυβέρνηση και ο Πρόεδρος της Βουλής να προγραμματίσει την προ ημερησίας συζήτηση που είχαμε ζητήσει για το θέμα αυτό, δεν την προγραμματίσατε καν, απεμπολήσαμε το δικαίωμα της μειοψηφίας επειδή δεν θέλατε ποτέ να γίνει αυτή η συζήτηση- και τώρα, βέβαια, η σπουδή σας να παραπέμψετε το θέμα σε κάποια επιτροπή, άρα στις καλένδες, μην κοροϊδευόμαστε, είναι ερμηνεύσιμη. Φοβάται η κυβερνητική πλειοψηφία την πολιτική ετυμηγορία των νέων που κορόιδεψε και έδιωξε από τη χώρα. Όπως φοβάστε και την κρίση των Ελλήνων που κατοικούν στο εξωτερικό, που έχουν ποια εμπειρία μέσα από την καθημερινότητά τους σε σύγχρονα κράτη και σύγχρονες δημοκρατίες. Αυτών που ξέρουν πώς θα μπορούσε να ήταν η χώρα αν δεν είχαν βάλει την «όπισθεν» οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Το να μένουν όμως τα πράγματα έτσι, κάνει πολύ κακό στη δημοκρατία μας. Είναι προσβολή σε ένα εκλεκτό τμήμα του έθνους μας, στο οποία σήμερα η Βουλή οφείλει να απευθυνθεί και να δεσμευτεί, ότι αυτή η κατάσταση θα αλλάξει, και θα αλλάξει τώρα. Ειδικά στη γενιά του brain drain. Τι λέτε κ. Σκουρλέτη σε αυτούς τους 400.000 νέους που έφυγαν από τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια; Γιατί τους απαγορεύετε τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη δική τους ζωή; Έχουμε άραγε δημοκρατία πολλών ταχυτήτων, περισσότερη για κάποιους και λιγότερη για κάποιους άλλους; Γιατί φοβάστε την κρίση τους; Και κάτι ακόμα: Είναι απορίας άξιον εκείνοι οι οποίοι εργαλειοποιούν τα πάντα, τα πάντα σε μια «ταξική» βάση, κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν το προφανές: Ότι η άρνησή σας να δεχθείτε την τροπολογία την οποία έχουμε καταθέσει θεμελιώνει μια βαθιά αντιδημοκρατική διάκριση: συνδέετε ουσιαστικά την ψήφο των Ελλήνων πολιτών του εξωτερικού με την οικονομική τους ισχύ. Όποιος έχει λεφτά μπορεί να πάρει το αεροπλάνο και να γυρίσει. Όποιος δεν έχει, στερείται του δικαιώματος να αποφασίσει για το μέλλον του. Δεν είστε απλά κυνικοί, είστε βαθιά αντιδημοκράτες με αυτήν την νοοτροπία την οποία εκπέμπετε σήμερα.

Αυτή την ώρα είναι απόγευμα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είναι βράδυ στην Αυστραλία, είναι πρωί στην Αμερική. Όλοι οι Έλληνες, οι οποίοι μένουν στο εξωτερικό, όμως, θα πάρουν το μήνυμα από τη σημερινή συνεδρίαση. Θα δουν τις αντιδράσεις σας. Τις θλιβερές σας αντιδράσεις. Μην ανησυχείτε. Μπορεί να μην μπορέσουν σε αυτές τις εκλογές να ‘ρθουν να ψηφίσουν, θα θυμούνται, όμως, ποιος τους στέρησε τη δυνατότητα, όταν είχαμε τη ευκαιρία να το κάνουμε τώρα και δεν το κάνατε. Θα το θυμούνται. Και τις θλιβερές σας αντιδράσεις. Θα μπορούσαμε να τους πούμε ότι ναι, είναι απλό, τεχνικά γίνεται, και θα βρούμε τον τρόπο να ψηφίζετε από τον τόπο στον οποίον βρίσκεστε. Εδώ είναι η τροπολογία, πολύ αναλυτική, πολύ τεκμηριωμένη. Μπορείτε να τη δεχτείτε σήμερα κ. Σκουρλέτη. Και θέλω τη ρητή σας απάντηση αν δέχεστε ή όχι την τροπολογία την οποία έχουμε καταθέσει. Και αν δεν τη δέχεστε, γιατί δεν τη δέχεστε. Δεν σας αρέσει αυτό το οποίο έχουμε προτείνει; Ή μήπως δεν τη δέχεστε για να παραπέμψετε το θέμα στο μέλλον και κάποια στιγμή να ξεχαστεί μέσα στη θολούρα και στην ένταση της προεκλογικής περιόδου; Εμείς πρέπει να πούμε κανονικά -αν είχατε το θάρρος- σε όλους τους Έλληνες εκτός Ελλάδος, ναι σας θέλουμε συμμέτοχους στην κριτική των λαθών μας και αρωγούς στην υπέρβασή τους. Αλλά, κυρίως, θέλουμε όλους τους Έλληνες που ζουν σήμερα εκτός Ελλάδος συνεργάτες στην οικοδόμηση μιας χώρας σύγχρονης, υπερήφανης και ισχυρής. Δημιουργικής και αισιόδοξης. Και τη συμμετοχή σας στις εκλογές δεν την αντιλαμβανόμαστε μόνο ως μια γέφυρα πάνω από σύνορα, χρόνο και αποστάσεις. Αλλά και σαν βήμα σύνδεσης και συμμετοχής σας με την επόμενη ημέρα της Ελλάδας. Γιατί εσείς που ζείτε σήμερα στο εξωτερικό είστε αύριο οι επιχειρηματίες που θα επενδύσετε εδώ στη χώρα μας. Και, βέβαια, τα παιδιά που έφυγαν, ναι, εσείς είστε οι νέοι που κάποια στιγμή θα επιστρέψετε να μεταφυτεύσετε τις γνώσεις σας, τις εμπειρίες σας και τη δημιουργικότητά σας.

Προσωπικά, έχω και έχουμε αποδείξει ως Νέα Δημοκρατία τη μεγάλη μας πίστη στους Έλληνες της Διασποράς. Τους θέλουμε όλους δίπλα μας. Για να πάμε, επιτέλους, όλοι μαζί μπροστά. Αλλά είναι φανερό -φάνηκε ξεκάθαρα και από τη σημερινή θλιβερή σας αντίδρασή- ότι ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ θέλουν την Ελλάδα χώρα απομονωμένη – κλεισμένη πίσω από ένα παραπέτασμα ψεύδους και αυταρχισμού. Αυτές είναι μεθοδεύσεις από το παρελθόν. Δεν θα αντέξουν στο παρόν και, βεβαίως, δεν έχουν μέλλον. Και το λέμε ξεκάθαρα σε όλους τους Έλληνες του εξωτερικού που μας ακούνε σήμερα. Ελάτε να ψηφίσετε στις επόμενες εκλογές για να είναι η τελευταία φορά που θα χρειαστεί να ταξιδέψετε για να ασκήσετε το εκλογικό σας δικαίωμα. Γιατί, στο νέο εκλογικό νόμο που θα ψηφίσουμε αμέσως μετά τις επόμενες εκλογές –δεν φαντάζομαι να πιστεύετε ότι θα μείνουμε για πολύ καιρό με την απλή αναλογική– θα δώσουμε επιτέλους την αυτονόητη δυνατότητα στους Έλληνες του εξωτερικού να ψηφίζουν στον μόνιμο τόπο διαμονής τους. Ακόμη κι αν απορριφθεί τώρα η πρότασή μας, δεσμεύομαι ότι θα την επαναφέρουμε αμέσως μόλις γίνουμε κυβέρνηση και τότε κανείς δεν θα μπορεί να κρύβεται πίσω από επιτροπές και άλλα προσκόμματα. Αν θέλετε λοιπόν κύριε Υπουργέ να κάνετε μια στοιχειώδη δημοκρατική υπέρβαση, για να ξεφύγουμε λίγο από αυτό το κλίμα της αχρείαστης τοξικότητας που μεθοδικά καλλιεργείτε, ψηφίστε, σήμερα, εδώ, την τροπολογία μας.

Εμείς κάνουμε τη δική μας υπέρβαση, κ. Σκουρλέτη, για λόγους αρχών –τους έχω εδώ και πολλά χρόνια διατυπώσει- είμαστε υπέρ της κατάτμησης των μεγάλων εκλογικών περιφερειών. Γι’ αυτό και σήμερα θα ψηφίσουμε το άρθρο με το οποίο γίνεται η κατάτμηση της Β’ Αθηνών και της περιφέρειας Αττικής. Γιατί υπερασπιζόμαστε την ποιότητα της δημοκρατίας μας, τη διαφάνεια, την αξιοπιστία στην πολιτική αλλά και για ένα λόγο ακόμα. Γιατί δεν σας χαρίζουμε μια πολιτική που πρώτοι εμείς εισηγηθήκαμε πριν από δύο χρόνια σε αυτήν εδώ την αίθουσα. Η πρόκληση λοιπόν προς όλους σας είναι σαφής: Η ΝΔ δίνει σήμερα το πράσινο φως για να σπάσουν από τις επόμενες κιόλας εκλογές οι δύο μεγάλες περιφέρειες.  Φανείτε λοιπόν κ. Τσίπρα, μια φορά και εσείς συνεπής. Τολμήστε να κάνετε το ίδιο για την ψήφο των Ελλήνων του Εξωτερικού.

Κυρίες και κύριοι, κλείνω την ομιλία μου, με μία ευρύτερη πολιτική παρατήρηση. Ζούμε το λυκόφως ενός καθεστώτος που θέλει να  δώσει την εντύπωση ότι λειτουργεί για τους πολλούς, ενώ στην ουσία επιδιώκει μόνο να κάνει τα χατίρια λίγων κομματικών πελατών. Όλα αυτά ενώ επιχειρεί με κάθε τρόπο και όπως μπορεί να υπονομεύσει την πορεία της χώρας και της επόμενης κυβέρνησης. Γιατί όπως το εθνικό συμφέρον καταπατήθηκε με δημαγωγία και ψέματα το 2015, έτσι υποσκάπτεται με νομοσχέδια όπως το σημερινό, που στρεβλώνουν τους θεσμούς το 2018. Πρόκειται, βεβαίως, για μια μόνο πτυχή μιας συνολικά σκοτεινής εικόνας. Αυτοί που πριν από ένα χρόνο υπόσχονταν  «δίκαιη ανάπτυξη», έφεραν τελικά το άτυπο 4ο Μνημόνιο μέχρι το 2022 και πάνε να το κρύψουν με το ψέμα της εξόδου στις αγορές και του δήθεν τέλους της λιτότητας. Δημαγωγούν ότι κάποτε θα έρθουν αυξήσεις, ενώ φόροι και εισφορές έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στις τσέπες των Ελλήνων -11 δις θα χρειαστεί να πληρώσουν οι Έλληνες από τώρα μέχρι το τέλος του έτους. Είναι αυτοί που ανταλλάσσουν τα εύκολα λόγια των ξένων στο εξωτερικό με σκληρά και ακριβά μέτρα στο εσωτερικό. Είναι αυτοί που προπαγανδίζουν επιδόματα, την ίδια ώρα που κόβουν τις συντάξεις. Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εξακολουθούν να κάνουν πολιτική με το ψέμα και χρησιμοποιούν την εξουσία ως εργαλείο για να διχάσουν. Με το χρόνο να μετράει αντίστροφα, με την κλεψύδρα της θητείας τους να τελειώνει, γίνονται όλο και πιο αδίστακτοι, γίνονται όλοι και πιο κυνικοί, όλο και χειρότεροι –και γι’ αυτό όλο και πιο επικίνδυνοι. Εμείς το ξέρουμε αυτό και δεν είναι κάτι που μας φοβίζει. Είμαστε εδώ για να ξαναβάλουμε τη χώρα στο δρόμο της δημοκρατικής ομαλότητας. Έχουμε εμπιστοσύνη και στους πολίτες αλλά και στην ωριμότητα της κοινωνίας. Και είμαστε αποφασισμένοι να αναλάβουμε την μεγάλη ευθύνη της αναγέννησης της πατρίδας μας, μαζί με όλες -επαναλαμβάνω, με όλες- τις δημιουργικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις. Έχουμε σχέδιο, στελέχη, γνώση, όραμα και είμαστε ένα ανοιχτό κόμμα, στραμμένο στο μέλλον. Μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας και πράττουμε με μέτρο και ρεαλισμό, και κυρίως, ενώνουμε -και δε διχάζουμε- τους Έλληνες. Γι’ αυτό αισιοδοξούμε. Γιατί μπορούμε να δούμε πίσω από τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις της τελευταίας στιγμής και πίσω από θλιβερά νομοσχέδια όπως το σημερινό, τη χώρα να ξεφεύγει από τον κατήφορο του λαϊκισμού, να σηκώνεται ξανά και να πηγαίνει ψηλότερα. Εκεί που της αξίζει. Γιατί όλοι οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα.