Οι σχέσεις Ρωσίας και Τουρκίας – Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Σκυλάκης

   Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν κατακλύσει τον ελληνικό τύπο δημοσιεύματα που υποστηρίζουν ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε συγκρουσιακή τροχιά. Ως έναυσμα των απόψεών τους αποτελούν οι ραγδαίες εξελισσόμενες εχθροπραξίες στην περιοχή του Idlib της ΒΔ Συρίας. Δυστυχώς όμως, οι εκτιμήσεις τους οφείλονται στην επιδερμική εξέταση των γεγονότων και στην επιθυμία των ιδίων των δημοσιογράφων, αλλά και της ελληνικής κοινής γνώμης, στην εξεύρεση κάποιας σωτηρίας μέσω δημιουργίας προβλημάτων στην Άγκυρα.

Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Σκυλάκης

       Δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από κάποια συμβάντα, όσο και σοβαρά και να είναι ή να νομίζουμε ότι είναι. Η λεπτομερής εξέτασης της όλης εικόνας μας βοηθάει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Είναι βέβαιο ότι η κατάσταση στη Συρία έχει εκτραχυνθεί και τα συμφέροντα Ρωσίας και Τουρκίας είναι συγκρουσιακά στην περιοχή. Όμως σε καμία περίπτωση οι δύο χώρες δεν θα διακινδυνεύσουν να διαταράξουν τις διπλωματικές και οικονομικές τους σχέσεις και πολύ περισσότερο να έλθουν σε μια ανοικτή σύγκρουση. Αυτό ανήκει στους ευσεβείς και ανεκπλήρωτους πόθους μας, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

      Η πραγματικότητα είναι ότι γεωπολιτικά οι δύο χώρες έχουν συνάψει ένα «στρατηγικό γάμο», που στηρίζεται σε ισχυρότατα αμοιβαία συμφέροντα. Η όποια διατάραξή τους θα δημιουργούσε μείζονα προβλήματα και μείωση της στρατηγικής ισχύος και των δύο, ιδιαίτερα όμως της Τουρκίας. Η άτυπη συμμαχία Μόσχας και Άγκυρας βασίζεται αφενός στην επίτευξη κοινών στόχων και αφετέρου στην επίλυση διαφορών που θα προκύψουν σε διάφορα «μέτωπα» στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά. Βέβαια στην «γεωπολιτική μοιρασιά» ο περισσότερο κερδισμένος είναι πάντοτε ο ισχυρότερος και εν προκειμένω η Ρωσία, που λαμβάνει την μερίδα του λέοντος σχεδόν παντού.

     Στο Idlib, οι Ρώσοι έχουν αποφασίσει o Άσσαντ να ανακαταλάβει με κάθε κόστος τους αυτοκινητοδρόμους Μ4 και Μ5, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την χερσαία διασύνδεση του Χαλεπίου με τη Λατάκια και τη Δαμασκό αντίστοιχα. Η συνολική κατάληψη του Μ5 έχει ήδη επιτευχθεί και εκτιμάται ότι στο προσεχές διάστημα και του Μ4. Οι Τούρκοι δεν μπορούν να προβούν σε καμία ουσιαστική στρατιωτική ενέργεια και θα αποδεχθούν τη νέα πραγματικότητα, λόγω της ρωσικής πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Στο τέλος η Μόσχα θα παραδώσει στον εκλεκτό της στη Δαμασκό τη νότια και ανατολική περιοχή του Idlib και η Άγκυρα με τους τζιχαντιστές θα αρκεστεί να κρατήσει το βόρειο και δυτικό τμήμα, στο οποίο θα στεγαστεί και το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων. Η Τουρκία δεν δύναται να επιτύχει το μέγιστο του επιδιωκομένου σκοπού της και θα αρκεστεί στο ελάσσων.

     Άλλωστε πολλά από τα οποία έχει επιτύχει ο Ερντογάν στο συριακό μέτωπο τα οφείλει στην ανοχή της ρωσικής πλευράς (Αφρίν κλπ). Το μείζον όμως για την Τουρκία δεν είναι το Idlib, αλλά η εξασφάλιση της βιωσιμότητας της κυβέρνησης Σαράζ, που αυτόματα  σημαίνει διατήρηση σε ισχύ της τουρκολιβικής συμφωνίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Για να μείνει ο Σαράζ στην εξουσία απαιτείται η ρωσική εμπλοκή στη διευθέτηση της λιβυκής κρίσης, υπέρ των τουρκικών συμφερόντων. Το μεγάλο «γεωστρατηγικό παίγνιο» για την Άγκυρα διαδραματίζεται στην Λιβύη και όχι τόσο στη Συρία. Σε περίπτωση πλήρους επικράτησης του Χαφτάρ, η Άγκυρα θα υποστεί στρατηγική ήττα και ουσιαστικά θα εγκλωβιστεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Για αυτό χρειάζεται τη Μόσχα, που μπορεί να επηρεάσει σε κάποιο σημαντικό βαθμό τη κυβέρνηση της Βεγγάζης.

     Εκτός των παραπάνω, ο Πούτιν και ο Ερντογάν δεν πρόκειται να αντιπαρατεθούν και για μια σωρεία άλλων λόγων. Πρώτον, η Ρωσία επιδιώκει να αποσπάσει όσο περισσότερο μπορεί την Τουρκία από τη Δύση. Δεύτερον, οικονομικά έχουν συνάψει και αναπτύξει ισχυρότατους δεσμούς. Οι εμπορικές τους συναλλαγές ανέρχονται σε 25,5 δις. δολάρια. Τρίτον, ενεργειακά η Άγκυρα εισάγει το 47% των αναγκών της από τη Μόσχα. Τέταρτον, έχει ήδη εγκαινιαστεί ο αγωγός TurkStream, ενώ οι εργασίες του πυρηνικού σταθμού ρωσικής τεχνολογίας στο Akkuyu προχωρούν με ταχύτατους ρυθμούς. Πέμπτον, 6 εκατομμύρια Ρώσοι τουρίστες επισκέπτονται ετησίως την Τουρκία και τελευταίο, αλλά σημαντικότατο, είναι η αγορά των S-400.

     Εν ολίγοις, οι δύο χώρες έχουν μια σχέση ισχυρής αλληλεξάρτησης, με τη Ρωσία να κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο. Η Ελλάδα ματαίως αναμένει μια ρωσοτουρκική κρίση ή σύγκρουση, η οποία θα βοηθούσε τα μέγιστα τα ελληνικά συμφέροντα. Η Τουρκία γνωρίζει να ισορροπεί, να χειρίζεται δυσμενείς καταστάσεις και να εξέρχεται κερδισμένη στις σχέσεις της είτε με την Ρωσία, είτε με τις ΗΠΑ. Εμείς θα πρέπει να επικεντρωθούμε στην βελτίωση όλων των γεωπολιτικών μεγεθών μας ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την εξ ανατολών απειλή και να διασφαλίσουμε την ειρήνη, την επιβίωση και την ευημερία του ελληνικού λαού. Το να στηριζόμαστε σε αίολες ή ευκαιριακές συμμαχίες και σε μια διπλωματία του τυχαίου και του πρόσκαιρου δεν αποτελεί την βέλτιστη λύση για την απρόσκοπτη συνέχιση του ιστορικού βίου του Ελληνισμού.

Προηγούμενο άρθροΚοροναϊός: Σχεδόν 1.900 νεκροί, ο ΠΟΫ τάσσεται εναντίον οποιουδήποτε «δυσανάλογου» μέτρου
Επόμενο άρθροΑπό την Τουρκία και την Κίνα στην Ιαπωνία και στο Τόγκο – Γράφει ο Δημήτρης Χριστούλιας
O αντιστράτηγος Λάζαρος Σκυλάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 1961. Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Ευελπίδων (1979-1983) ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού και συνέχισε την εκπαίδευσή του στη Σχολή Πυροβολικού. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις του όπλου του, μεταξύ των οποίων διετέλεσε διοικητής υπομονάδων και μονάδων πυροβολικού μάχης και αντιαεροπορικού πυροβολικού, αξιωματικός τακτικού ελέγχου, επιχειρήσεων και πληροφοριών. Επίσης τοποθετήθηκε σε θέσεις επιτελείων σχηματισμών, διευθυντής στρατιωτικής εκπαίδευσης στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, καθώς και στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Υπηρέτησε στο ΓΕΕΦ (Κύπρο), στο Αφγανιστάν, ως αξιωματικός μελλοντικών επιχειρήσεων, και Ακόλουθος Άμυνας στην Κίνα. Αποστρατεύτηκε το 2016, ως διοικητής του Πεδίου Βολής Κρήτης. Έχει αποφοιτήσει από όλα τα προβλεπόμενα σχολεία του όπλου του, την ΑΔΙΣΠΟ και την ΣΕΘΑ. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, του τμήματος Ιστορίας Χωρών Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας, καθώς και μεταπτυχιακού τίτλου στις Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος του Γαλλικού Πανεπιστημίου στην Αθήνα, Pari 2.