Ο Έμβολος κι εμείς την Άγια νύχτα – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνη την ημέρα που δημοσιεύθηκε το πρώτο μου άρθρο, εδώ στον Έμβολο. Τρία; Τέσσερα; Ειλικρινά δεν θυμάμαι και νομίζω ότι δεν έχει και σημασία. Αυτό που είναι το μείζον αφορά το γεγονός πως όλο αυτό το διάστημα έκανα καλούς φίλους σε μια περιοχή της χώρας μας με την οποία δεν είχα καμιά σχέση.

Θυμάμαι, λοιπόν, εκείνο το απομεσήμερο σε κάποιο γραφείο των Αθηνών όταν έγινε μια πρώτη συζήτηση για να γράφω άρθρα στο «μαγαζί».  «Ρε φίλε, χαρά μου θα είναι, αλλά εγώ με την Ημαθία, την Αλεξάνδρεια, την Βέροια, την Νάουσα, τη Βεργίνα, δεν έχω σχέση. Έχω κάνει τις βόλτες μου, σκι στα 3-5 πηγάδια, προετοιμασία παλιά με τον Εθνικό Πειραιώς, μα μέχρι εκεί»…

Από τότε, δεν ξέρω πόσα άρθρα έχω στείλει. Έχουν ξεπεράσει σίγουρα τα 1.100! Κάποιοι φίλοι, μου είπαν να τα μαζέψω, να τα σταχυολογήσω και να τα βάλω σ’ ένα βιβλίο. Θα δούμε, ουδείς γνωρίζει τι επιφυλάσσει το μέλλον…  Απλά θέλω να πω ότι όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστα έλειψα από την καθημερινή πρωινή μας συζήτηση.  Θυμάμαι ότι κάθισα κι έγραψα άρθρο ακόμη και την επόμενη ημέρα ενός επώδυνου χειρουργείου. Έγραψα ακόμη και τις ημέρες των διακοπών μου. Αν δεν το έκανα θα ένιωθα κενό! Θα ένιωθα ότι «πρόδωσα» την καθημερινή παρέα.

Ξέρετε κάτι; Όση εμπειρία και να έχει κάποιος γραφιάς, είναι ψυχοφθόρο να βρίσκει καθημερινά ένα θέμα και να το αναπτύσσει σε 500-600 λέξεις.  Αλλά από την άλλη πλευρά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία η επικοινωνία με τους αναγνώστες του. Είτε συμφωνούν  είτε διαφωνούν μ’ αυτά που γράφει.

Ξέρετε κάτι ακόμη; Μου αρέσει το γεγονός ότι λαμβάνω πολλά email ή μηνύματα στο fb. Στα περισσότερα για να μου εκφράσουν οι αποστολείς  τη συμφωνία τους για τις θέσεις μου κι όσα γράφω. Υπάρχουν κι εκείνοι που διαφωνούν κι αρχίζουμε μια συνεχή ανταλλαγή μηνυμάτων και θέσεων. Με την ευπρέπεια που αρμόζει σε νοήμονες ανθρώπους. Φυσικά, δεν λείπουν και τα παρατράγουδα. Κάποια υβριστικά μηνύματα που απλώς παραβλέπω.

Προσέξτε:  Δεν με συμπαθούν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν με συμπαθούν οι μισοί ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας. Δεν με συμπαθούν οι ψηφοφόροι του ΠαΣοΚ, του Βελόπουλου, του Βαρουφάκη. Δεν με συμπαθούν ούτε οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ. Αν ζούσαμε στο καθεστώς που εκείνοι επιθυμούν να μας οδηγήσουν, εγώ δεν θα ήμουν γραφιάς, ούτε μπορώ να πω πού θα βρισκόμουν…

Όλα αυτά λοιπόν, τα γνωρίζω , τα αποδέχομαι και πορεύομαι. Εδώ και χρόνια. Δεκαετίες θα έλεγα! Όμως, να ξεκαθαρίσουμε κάτι.  Είμαι εκ πεποιθήσεως «διώκτης» του λαϊκισμού και οπαδός της κοινής λογικής. Αυτή είναι ο βασικός γνώμονας όσων γράφω.  Εξ ου και είχα (εξακολουθώ να έχω) αποστροφή σε παρέες με κομματικά, συντεχνιακά ή στενά πολιτικά κριτήρια. Οι παρέες μου είναι οι παλιοί φίλοι. Που πορευόμαστε μαζί σχεδόν 40-45 χρόνια, από την πιτσιρικαρία μας. Που πάμε μαζί στο γήπεδο, διακοπές, για φαγητό… Που τσακωνόμαστε απόψε κι αύριο μιλάμε πρωί πρωί στο τηλέφωνο ως να μη συνέβη τίποτα… Είναι οι δικοί μου άνθρωποι…  Που μεγαλώνουμε μαζί και πληθαίνουμε μαζί…

Σε λίγο  ξημερώνουν Χριστούγεννα.  Γράφω! Μπερδεύω γλυκά τις πρόσφατες αναμνήσεις μ’ εκείνες των παλιότερων χρόνων. Τις οσμές των γιορτών με αυτές των κουραμπιέδων, της γαλοπούλας, του χοιρινού, του κόκκινου κρασιού… Τις περιπλανήσεις την παραμονή κι ανήμερα.  Που σηκωνόμουν αξημέρωτα από το κρεβάτι με τη μάνα μου να έχει ετοιμάσει ένα ποτήρι ζεστό γάλα και δυο μελομακάρονα… για να έχω δύναμη! Κι ύστερα με το καμπανέλι στους δρόμους. Η φίλη μου η Μαργαρίτα που λέγαμε μαζί τα κάλαντα, είχε τη φυσαρμόνικά της… Προσφάτως που μιλούσαμε από τη Νορβηγία που ζει πια, μου είπε ότι την έχει ακόμη εκείνη τη φυσαρμόνικα… Η Μαργαρίτα έπαιζε την φυσαρμόνικα κι άνοιγαν οι πόρτες των σπιτιών χωρίς να κτυπάμε κουδούνι! Κι όταν έφτανε η ώρα 10-11, καθόμαστε στα σκαλάκια της μονοκατοικίας στην οδό Ομηρίδου, στη Φρεαττύδα, και μετρούσαμε τις εισπράξεις… Κι ύστερα αφού τα είχαμε «πει» σε αγνώστους, ερχόταν η σειρά των δικών μας. Θείοι, γιαγιάδες, παππούδες. Με την προσμονή ότι θα υπερδιπλασιαστούν τα κέρδη από τα εκατοντάδραχμα των δικών μας… Κάτι που συνέβαινε πάντα! Ήταν η ημέρα της απόλυτης ελευθερίας, έστω κι αν ξέραμε ότι πάντα μας προσέχει-παρακολουθεί το άγρυπνο μάτι του παππού της Μαργαρίτας, του μπάρμπα Κυριάκου.

Το βράδυ της παραμονής, τραπέζι στο σπίτι. Όλοι οι συγγενείς. Θείοι, θείες, γιαγιάδες, παππούδες. Με γέλια, ευχές και τη μάνα μου να καμαρώνει για το σερβίτσιο με τα χρυσά σιρίτια που είχε φέρει ο πατέρας μου από κάποιο του ταξίδι…  Κι ύστερα, ανήμερα το μεσημέρι, σε κάποιο άλλο σπίτι. Οι ίδιοι πάλι. Ίδια σύνθεση χωρίς αλλαγές, αφού από τότε υπήρχε το δόγμα ότι ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει… Κι η ομάδα της οικογένειάς μου και των φίλων της ήταν πάντα νικήτρια. Σε αγάπη και καλοσύνη.

Ομολογώ ότι γράφοντας και ενθυμούμενος υγραίνονται πολλές φορές τα μάτια. Μετρώ και τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να το καταλάβει κανένας…

Μα ας είναι. Σας έλεγα προηγουμένως για τις παρέες με τους παλιούς φίλους. Μα γράφοντας για τον Έμβολο και σήμερα, νιώθω ότι είμαι με την οικογένειά μου. Με δικούς μου ανθρώπους. Όλους εσάς που έχετε αγκαλιάσει αυτή την προσπάθεια.

Δεν ξέρω πόσο καιρό θα είμαστε ακόμη παρέα από τούτη τη διαδικτυακή γωνιά. Δεν ξέρω πώς τα φέρνει η ζωή αλλά αυτή την ώρα νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω τον «Έμβολο» επειδή «μεσολάβησε» για να δημιουργήσουμε τη δική μας καθημερινή κι ανθρώπινη σχέση. Θέλω επίσης να σας ευχηθώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς και της ψυχής μου να περάσετε τα Χριστούγεννα με ηρεμία και οικογενειακή θαλπωρή. Μαζί με την υγεία είναι τα πιο σημαντικά στοιχεία της καθημερινότητας και της ζωής. Χρόνια πολλά!