
Η βία δεν γεννιέται τη στιγμή που ανάβει το φιτίλι μιας μολότοφ ή εκρήγνυται ένα γκαζάκι. Τότε απλώς εκδηλώνεται. Έχει προηγηθεί μια μακρά περίοδος κατά την οποία κάποιοι φρόντισαν να της εξασφαλίσουν ηθικά ελαφρυντικά. Να την παρουσιάσουν ως «αγανάκτηση», ως «αντίδραση», ως «κοινωνική έκρηξη». Να πείσουν ότι, υπό προϋποθέσεις, η βία δεν είναι απολύτως καταδικαστέα. Στα λόγια, όλοι καταδικάζουν! Μα κάποιοι βάζουν σχεδόν αμέσως τους αστερίσκους…

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Όχι μόνο στους φυσικούς αυτουργούς, αλλά στο περιβάλλον που τους περιβάλλει με μια ιδιότυπη πολιτική επιείκεια.
Σ’ αυτό μάλιστα, έχει βάλει το χεράκι της κι η δημοσιογραφία. Μόλις χθες το πρωί δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό κανάλι, προσπαθούσε να δώσει άλλοθι στους συλληφθέντες για το έγκλημα της Μαρφίν, ισχυριζόμενος ότι τα πειστήρια βρίσκονται σε …κινητά αντικείμενα. Ανεξαρτήτως αν του έλεγαν ότι τα κινητά αντικείμενα έχουν πιστοποιημένο ιδιοκτήτη… Κι αυτό ήταν μόνο ένα μικρό παράδειγμα…Δεν είναι πολύ μακριά η εποχή που ο πρόεδρος της Βουλής έκανε τα περιπολικά της ΕΛΑΣ ταξί, προκειμένου να μεταφέρουν μέλη ομάδας που είχαν συλληφθεί και δόθηκε εντολή αν αφεθούν ελεύθερα!
Είναι αυτονόητο ότι κάθε δημοκρατικός πολίτης οφείλει να καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή πολιτικής βίας. Είτε προέρχεται από ακροδεξιούς τραμπούκους, είτε από Αριστερούς φασίστες, είτε από αναρχικές ομάδες, είτε από οποιονδήποτε θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλει τις ιδέες του με τη φωτιά, τα ρόπαλα, τα γκαζάκια ή τις βόμβες. Η βία δεν αποκτά ηθική αξία επειδή επικαλείται έναν δήθεν ανώτερο σκοπό.
Η αλήθεια όμως είναι, ότι στη χώρα μας δεν αντιμετωπίστηκαν όλες οι μορφές βίας με τον ίδιο τρόπο. Ειδικά η αριστερόστροφη βία απολάμβανε μια ιδιότυπη κοινωνική και πολιτική ανοχή. Οι δράστες δεν ήταν πάντα εγκληματίες. Ήταν συχνά …«παιδιά». Οι επιθέσεις δεν ήταν πάντοτε εγκληματικές πράξεις. Ήταν … «εκρήξεις οργής». Οι μολότοφ δεν ήταν πάντα όπλα. Ήταν, σχεδόν … πολιτικά επιχειρήματα.
Δεν πρόκειται για θεωρητική διαπίστωση. Είναι μια στάση που αποτυπώθηκε πολλές φορές στον δημόσιο λόγο.
Όταν ο Αλέξης Τσίπρας, από το βήμα της Βουλής, αναρωτήθηκε αν είναι χειρότερο να πετάει κάποιος μολότοφ ή να «πετάει μια χώρα στα βράχια», η πολιτική αντιπαράθεση επισκίασε το ουσιαστικό πρόβλημα. Μια πράξη βίας δεν μπορεί να τίθεται σε ζυγαριά πολιτικού συμψηφισμού. Η καταδίκη της οφείλει να είναι απόλυτη. Διαφορετικά, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η βία είναι, αν όχι αποδεκτή, τουλάχιστον κατανοητή.
Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα, ένα μέρος της δημόσιας συζήτησης μετατοπίστηκε από τα δικαιώματα που ασφαλώς έχει κάθε κρατούμενος, στην «επιχείρηση» πολιτικής και ηθικής αποκατάστασης ενός αμετανόητου μέλους της «17 Νοέμβρη». Ήταν εμφανές ότι ορισμένα στελέχη και διανοούμενοι της Αριστεράς δυσκολεύονταν να διαχωρίσουν την υπεράσπιση της νομιμότητας από τη δικαίωση ενός ανθρώπου που ουδέποτε εξέφρασε μεταμέλεια για τις δολοφονίες του.
Επί δεκαετίες διαμορφώθηκε στην Ελλάδα μια πολιτική κουλτούρα που αντιμετώπιζε με διαφορετικά μέτρα και σταθμά τη βία, ανάλογα με την ιδεολογική της προέλευση. Αν ο δράστης αυτοπροσδιοριζόταν ως αντιεξουσιαστής ή επαναστάτης, η δημόσια συζήτηση έσπευδε να αναζητήσει τις κοινωνικές αιτίες πριν ακόμη καταδικάσει την πράξη. Αν ο δράστης ανήκε στην απέναντι ιδεολογική όχθη, οι καταδίκες ήταν άμεσες και αυτονόητες.
Όμως, αυτός ο επιλεκτικός ανθρωπισμός είναι πολιτικά και ηθικά αδιέξοδος.
Η ίδια η Αριστερά, δεν διαχώρισε ξεκάθαρα και με σαφήνεια τον δημοκρατικό αγώνα από την βία. Αντί γι’ αυτό, ένα τμήμα της εγκλωβίστηκε για χρόνια σε μια αμφιθυμία απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Άλλοτε από ιδεολογική συγγένεια, άλλοτε από πολιτικό υπολογισμό και άλλοτε από τον φόβο μήπως κατηγορηθεί ότι υιοθετεί τη «ρητορική της Δεξιάς».
Η στάση αυτή δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Δημιούργησε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ομάδες που έκαιγαν, κατέστρεφαν και τρομοκρατούσαν ένιωθαν ότι δεν είναι πολιτικά απομονωμένες. Ότι πάντοτε θα υπάρχουν πρόθυμες φωνές να εξηγήσουν γιατί …«τα παιδιά, κάπως έφτασαν ως εκεί».
Έτσι, στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, η αντιεξουσιαστική και αναρχική βία απέκτησε επί δεκαετίες ένα ιδιότυπο πολιτισμικό άλλοθι. Οι καταλήψεις, οι εμπρησμοί, οι επιθέσεις με μολότοφ, ακόμη και οι οργανωμένες καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας αντιμετωπίστηκαν πολλές φορές ως σχεδόν φυσιολογικές εκδηλώσεις πολιτικής διαμαρτυρίας. Πόσες φορές κάηκε το Πολυτεχνείο κι άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα; Με τους πρυτάνεις να μη λογοδοτούν ποτέ για το «προδέρμ» και τη «στοργή» που επέδειξαν στα…παιδιά;
Αυτό δεν συνέβη τυχαία. Ήταν αποτέλεσμα μιας κουλτούρας ανοχής που διαπερνούσε τμήματα της πολιτικής, της διανόησης, των πανεπιστημίων και της δημόσιας συζήτησης. Εξ ου κι αυτή η κουλτούρα πέρασε και σε ακροδεξιούς κύκλους, που είχαν εξαπολύσει απειλές και γκαζάκια στα γραφεία πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ που ψήφισαν τη συμφωνία των Πρεσπών. Αυτοί όμως, συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν, πήγαν φυλακή. Κι οι ενέργειές τους ήταν μια …τρίχα από το βόδι, σε σχέση με όσα έχουν υποστεί στελέχη της Κεντροδεξιάς και δημοσιογράφοι προσκείμενοι σ’ αυτήν, ενώ δεν έμεινε χωρίς επιθέσεις και το ΠαΣοΚ. Όμως, καμία δημοκρατία δεν μπορεί να συμβιβαστεί με αυτή την κανονικοποίηση. Γιατί η βία δεν συντηρείται μόνο από εκείνον που κρατάει τον εμπρηστικό μηχανισμό. Συντηρείται και από εκείνον που, μετά την έκρηξη, θα σπεύσει να εξηγήσει ότι … «τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά». Από εκείνον που θα βάλει έναν αστερίσκο στην καταδίκη, από εκείνον που θα αναζητήσει πρώτα τις ευθύνες του θύματος.
Οι δημοκρατίες δεν πυροβολούνται μόνο από τους φανατικούς. Αποδυναμώνονται και από τους επιεικείς. Και η επιείκεια ή η… κατανόηση απέναντι στη βία υπήρξε, δυστυχώς, ένα από τα πιο επίμονα χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Κι αποτελεί φρικτό αντικοινωνικό χαρακτηριστικό…
Υστρ1. Είναι αξιοσημείωτη πολιτική πράξη του Νίκου Ανδρουλάκη, η παρουσία του στον αποχαιρετισμό της δολοφονημένης Βάγιας Νέστορα, μαζί με τον πρωθυπουργό.
Υστρ2. Είναι απίστευτο και χυδαίο, ότι στην …επιχείρηση άλλοθι για τις υποθέσεις της Θεσσαλονίκης και της Μαρφίν, πρωτοστάτησαν Ακροδεξιά ΜΜΕ, στο όνομα του «αντιμητσοτακικού» τους μένους. Έφτασαν στο σημείο να υπερασπίζονται τρομοκράτες που σκοτώνουν κόσμο!!! Ίσως επειδή τα άκρα …συναντώνται…











