Γιάννης Καφάτος: Ζέστη, ζεστασιά και κόλαση. Σκέψεις για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες

Ο Γιάννης Καφάτος σχολιάζει την επικαιρότητα που μερικές φορές είναι από μόνη της επιθεωρησιακό νούμερο. (και όταν δεν είναι την κάνει!)

Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Γιάννης Καφάτος

Ζέστη, ζεστασιά και κόλαση. Σκέψεις για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες

Όσο και αν είναι φυσιολογικό να κάνει ζέστη τον Ιούλιο έχουμε μάθει, και με τη βοήθεια των ΜΜΕ, να γκρινιάζουμε για τις υψηλές θερμοκρασίες.

Η ζέστη μας τρελαίνει, κι ας είμαστε οι περισσότεροι, πολλές ώρες της ημέρας σε περιβάλλον με κλιματισμό. Τρελαινόμαστε στην ιδέα και μόνο.

Σκεφτόμαστε θάλασσα, ακρογιαλιές, μια παγωμένη φέτα καρπούζι, μια μπύρα σε παγωμένο ποτήρι που ιδρώνει μόλις βγει από την κατάψυξη, ένα τσίπουρο με φίλους. Σκεφτόμαστε αυτό που μας λείπει δηλαδή. Αλλά ακόμη κι όταν τα έχουμε «όλα» πάλι κάτι άλλο που θα θέλαμε σκεφτόμαστε.

Μαζί με τον καύσωνα που για όλους τους παραπάνω λόγους αλλά και για τον απλό λόγο: ότι κάνει πολύ ζέστη, όμως μπήκαν στο μυαλό μου οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που φυτοζωούν  ή έστω διαβιούν επιβιώνοντας κυρίως στα νησιά αλλά και στις άλλες περιοχές της πατρίδας μας.

Γι’ αυτούς η ζέστη του ελληνικού καλοκαιριού είναι ένας ακόμη εφιάλτης που ζουν σε μια χώρα και σε μια ήπειρο που δεν μπορεί να τους απορροφήσει. Πού δε θέλει, είναι πιο σωστή προσέγγιση.

Σκέφτομαι: αν ζεσταίνομαι εγώ στην Πανεπιστημίου πώς θα νιώθει ένας αντίστοιχος 50αρης κλεισμένος σε ένα hot spot χωρίς να μπορεί να ανοίξει το ψυγείο και να φάει δυο παγωμένα βερίκοκα, να δροσιστεί και να γλυκαθεί.

Αυτό που εμάς μας φέρνει τρέλα, γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι ένας εφιάλτης, μια κόλαση.

Κι είναι τόσο οξύμωρο αν το σκεφτείς: οι άνθρωποι που υποφέρουν στα κοντέινερ και στις σκηνές από ζέστη θα έδιναν τα πάντα για λίγη «ζεστασιά». Μια καλή κουβέντα, ένας γιατρός που τους καταλαβαίνει, ένας δικηγόρος που θα τους βοηθήσει στην αίτηση τους για άσυλο, ένα χέρι που θα τους προσφέρει ένα παγωμένο μπουκάλι νερό ή μια βυσσινάδα.

Ανήλικα παιδιά, βιασμένοι και βιασμένες, έγκυες, λεχώνες, έφηβοι, ενήλικες αντί να ζουν το όνειρό τους βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια Ευρώπη που κάνει ό,τι μπορεί για να τους κρύψει κάτω από το χαλί, σαν σκουπιδάκια που χαλάνε τη μόστρα.

Οι ευθύνες των κυβερνήσεων, οι ευθύνες των ευρωπαίων ηγετών, η άνοδος της ακροδεξιάς και τα κοινωνικά αντανακλάστικά που πυροδότησαν είναι, γενικολογώντας, κάποιες από τις αιτίες που  – την ώρα που εσύ κι εγώ μπορούμε να κάνουμε τα όνειρά μας ή να ζούμε τα άγχη μας στη δροσιά του κλιματισμού – κάνουν αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους σκιές. Έρμαια σε μια ατελείωτη γραφειοκρατία που τους ρημάζει ακόμη περισσότερο από τους λόγους που τους ώθησαν να αφήσουν τα σπίτια τους.

Σκέφτομαι ανθρώπους που δεν ξέρω τα πρόσωπά τους, που καίγονται κάτω από τον ίδιο ήλιο που καίει κι έμενα. Σκέφτομαι τους ανθρώπους που υποφέρουν κι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτούς.

Η ζέστη μας επηρεάζει, μας τρελαίνει. Εμείς πάντα γκρινιάζουμε, σε κάθε εποχή και κάθε καιρικό φαινόμενο. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που ζητούν να βρουν ελπίδα για τη ζωή τους σε μια αδίστακτη και κυνική Ευρώπη, άραγε πώς νιώθουν τις μέρες του καύσωνα;

Γιάννης Καφάτος