Αρχική Blog Σελίδα 18405

Ιστορικά για το Πλατύ Ημαθίας

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ ΜΑΣ Γ. ΣΕΦΕΡΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΝΝΟΥ ΟΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΠΛΑΤΥ

Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το το 1936 όταν ο Σεφέρης διορίστηκε πρόξενος της Ελλάδας στην Κορυτσά.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 1936

‘200px Giorgos Seferis 1963 5B1 5DΗρθα εδώ αργά τό άπόγεμα. Ταχτοποίησα οπως μπορούσα τήν τρύπα μου. Αύριο θά ίδώ καί τό χωριό μου. Είναι οι πρώτες ωρες πού ανασαίνω. Είναι καλό νά σου γράψει κανείς. Θά ήθελα ν΄ αρχίσω από τήν αρχή: Τό ταξίδι. “Αμα βρέθηκα μόνος μέσα στο κινούμενο εκείνο κουτί, όπου μ ’ άφησες μέ τίς πολλές βαλίτζες καί τόν εαυτό μου, είδα πώς είχε άπειρες μύγες στό ταβάνι. Μπορεις νά μου εξηγήσεις γιατί νά ταξιδεύουν οι μύγες; Έπειτα έκανα τά νύχια μου καί λογαριασμούς. Τήν ώρα πού ετοιμαζόμουνα νά κοιμηθώ άρχισε νά χτυπουν τό τζάμι ορμητικές στάλες βροχής. Τίς δέχτηκα κι΄ αυτές οπως τόσα άλλα, αυτές τίς τελευταίες μέρες μέ υπομονή. Κοιμήθηκα αρκετά άνάποδα ως τήν αυγή. Μέσα στό συννεφιασμένο φως κοίταξα μιά κορδέλα νερό όπου σταματούσε ό ορίζοντας. Ρώτησα τόν αγουροξυπνημένο έπιθεωρητή άν ήταν αυτό ή θάλασσα. Μου απάντησε μέ αδιαφορία “ΟUI С΄ ЕSТ LA MER” σά νά μήν καταλάβαινε πολύ-πολύ τί είδος άνθρωπος ήταν αυτός πού του έκανε τέτοιες παράδοξες ερωτήσεις.
Στό Πλατύ έβρεχε καλά. Κατέβηκα μέσα στις λάσπες. Τέσσερις μακεδόνες μέ γουρουνοτσάρουχα καί μάλλινες κάλτσες πήρανε τά πράγματά μου. “Επρεπε νά περιμένω δυό ωρες. Πήγα στό καφενείο του στάθμου νιώθοντας πώς μάζευα τήν υγρασία σά στουπόχαρτο. Πήρα ένα διπλό κονιάκ κι΄ έναν διπλό καφέ. Τό μικρό καφενείο ήταν ακόμη σκοτεινό. Δυό χωρικοί μιλούσαν πλάι μου γιά τίς σοδειές τους. “Ενας χωροφύλακας έλεγε άστεια μ΄ έναν σιδηροδρομικό. Στήν άλλη γωνιά κάποιος διάβαζε τραβώντας μολυβιές στό περιθώριο. Στήν άλλη γωνιά μιά κοκοβρασμένη ταξιδιώτισσα περίμενε, άπολιθωμένη. ’Από τά τζάμια τής πόρτας κοίταζα ένα κόκκινο φορτηγό βαγόνι. Βγήκα. “Εβρεχε. Ή αυγή ωστόσο ήταν όμορφη μ΄ ένα χρώμα μολυβί καί μιά ιδέα ροζ πού περνοδιάβαινε. Θά ήταν καλά έτσι στή θάλασσα μ αυτή τή συννεφιά. “Ενας κόκορας λάλησε. Ή θάλασσα χάθηκε. “Ενας κακομοίρας σκύλος έδειξε τό τριγωνικό του κεφάλι καί χάθηκε κι΄ αυτός. Μπρός καί πίσω ό κάμπος μέ κλωνάρια λιγνά πού γαντζώνουν τήν ομίχλη, μέ βάλτους κίτρινους καί πράσινους, στερεοποιημένους.

 

MARIA ZANNOY SEFERH
Μαρία Ζάννου

Πέρασαν οί ωρες όπως μπορούσαν. Ξαναπήρα τό τραίνο. Στήν αρχή τό θέαμα μέ διασκέδαζε. “Αν ήσουν πλάι μου θά έβλεπες ένα σωρό χρώματα πού θά σέ γέμιζαν χαρά άπό τό σκούρο χρώμα του κατραμιού ώς ανοιχτό κίτρινο του φθινοπώρου. “Ολα αυτά δέ μοιάζουν διόλου μέ τήν ’Αττική, όπου ή ζωή είναι τόσο δύσκολη, οπου πρέπει νά βάλει κανείς όλη του τή δύναμη γιά νά κρατήσει μπροστά σ ’ ένα τοπίο. ’Εδω είναι ένας τόπος σάν κάθε άλλο τόπο, μέ τήν παχειά γη, μέ νερά καί μέ γεννήματα.

“Ενας φθινοπωρινός τόπος γεμάτος καλαμπόκια. Συλλογίζομαι τόν πύργο σου στή Γαλλία. ‘Από τήν ’Έδεσσα καί πέρα άρχισα νά κουράζομαι. ’Έπειτα πρός τό τέλος, όταν άρχισαν τά βουνά μέ τίς κορυφές χαμένες στά σύννεφα, είχα τήν ακράτητη επιθυμία νά φωνάξω ή νά κάνω τούμπες άπό τήν πλήξη. Ή Φλώρινα ευτυχώς. Βρήκα τόν κλητήρα πού μέ περίμενε καί τ ’ αυτοκίνητο μέ τή σημαία. Ξεκινήσαμε αμέσως. Γιατί νά μήν είσαι μαζί μου. Τό φως είχε σημαντικά χαμηλώσει. Σπάνια είδα τέτοια ομορφιά. ‘Ένα τοπίο πού είχε το χρώμα σου πέρα ώς πέρα. Δεξιά κι΄ αριστερά βουνά. Προχωρούσαμε μέσα σέ μιά χαράδρα. ’Από τίς δυό μεριές ό ανήφορος γεμάτος οξιές πού είχαν τό χρώμα του καπνού ολοένα πιό σκούρο. Που καί που κάτι μεγαλύτερα δέντρα σάν αρχηγοί ξεχωρίζανε. Είχε πιά νυχτώσει όταν φτάσαμε στά σύνορα. Τά πέρασα μέ όλες τίς τιμές. Έδω πέρα μέ περίμεναν. Μου είχαν ετοιμάσει φαγητό καί είχαν κάνει ότι μπορούσαν γιάί νά ζεστάνουν αύτό τό σπίτι πού μισεί τή ζέστη. Ας είναι, τά του σπιτιoυ μου θά σου τά γράψω αργότερα. Γιά τήν ώρα προσπάθησα νά κάνω ένα δωμάτιο υποφερτό γιά νά εργάζομαι και νά ξαναβρίσκω τά πράγματα πού αγαπώ τό βράδι. ’Από αύτό τό δωμάτιο σου γράφω. ’Έχει ένα απέραντο κρεβάτι, πού μου θυμίζει τό κρεβάτι πού βρήκε ό коντορεβυθούλης σάν πήγε στο πίτι του δράκου. Έχει τρία παράθυρα. Τά δύο ευτυχώς καταδικάστηκαν κι΄ έγιναν ράφια για βιβλία. Φτάνει τό μεσαίο. ’Έχει καί μιά σόμπα. Βρήκα κι΄ ένα μεγάλο τραπέζι πού είναι το συμπαθέστερο άπό όλα τά άλλα. “Οσο γιά τό γούστο του διάκοσμου, φτάνει νά πολλαπλασιάσεις επί πέντε τό γούστο ενός επαρχιώτη όδοντοϊατρου. Κατά καλή μου τύχη έμαθα άπό καιρό νά βρίσκω κάποιο χιούμορ στό κακό γούστο. Αυτά. Αύριο θ αρχίσω επισκέψεις· Σου είπα ένα σωρό πράγματα άλλά εκείνο πού ήθελα νά πω καί μ ’ έκανε νά μουντζουρώσω τόσο χαρτί δέν τό είπα. Είναι σκληρή ή ζωή χωρίς εσένα καί άδικη.

Γ. “

ΣΗΜ.: Πηγή περιοδικό "ΔΙΑΒΑΖΩ" τεύχος 142 της 23/4/1986 - σελ. 67,68.

Ιστορικές μνήμες για το Πλατύ Ημαθίας

Πριν ο χρόνος στο διάβα του οδηγήσει στη λήθη διάφορα γεγονότα που συνετέλεσαν σημαντικά στην ίδρυση του χωριού μας Πλατύ, καλό είναι να τα γνωρίζουμε. Παρακάτω ακολουθεί μια επιστολή ενός σημαντικού ανθρώπου του Μιχάλη Μιχαηλίδη που έδωσε τα πάντα για το Πλατύ προς τον αείμνηστο συγχωριανό μας Αβέρκιο Καραμουρατίδη. Από αυτή την επιστολή μαθαίνουμε σημαντικά ιστορικά στοιχεία από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.

ABERKIOS3

Ακολουθεί αυτούσια η επιστολή:
Αθήνα 15/2/1977

Αγαπητέ μου Αβέρκιε,

Πήρα το γράμμα οου της 12 τρέχοντος μηνός. Σε Βεβαιώνω ότι το διάβασα με πολύ προσοχή και ανυπόκριτη χαρά. Χαίρω που είοθε καλά τόοο εσό, όοο και η οικογένεια σου και εύχομαι να βρίσκεστε πάντοτε όλοι σας εν υγεία και η ευτυχία να είναι πάντοτεινή σύντροφος σας.-

Δεν έχω, πίστεφέ με, καμμιά πρόθεοη να ρεκλαμάρω το καθήκον που επετέλεσα, όταν, οαν ο πρώτος, εκλεγμένος από τους ουμπατριώτες μας, Πρόεδρος του χωριού. Ήταν υποχρέωσίς μου να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στον δεινοπαθούντα τότε λαό μας. Ήμουν στην Καβάλα το 1923 υπάλληλος της Τράπεζας Αθηνών -της μεγαλότερης μετά την Εθνική Τράπεζα, με την οποία συγχωνεύθηκε προ 25 περίπου ετών. Όπως μου έλεγε ο τότε Διευθυντής του υποκαταστήματος όπου εργαζόμουν, όταν του ανακοίνωσα ότι θα έφευγα γιατί είχε έρθει από το Πλατό μία επιτροπή και με ζητούσε εξ ονόματος των συμπατριωτών μας να πάω και να τους βοηθήσω, ότι κατέστρεφα το μέλλον μου που το έβλεπε λαμπρό. Από την επιτροπή ζήτησα πίστωση χρόνου και πρόβαλα τον ισχυρισμό ότι ήμουν ανίδεος της καταστάσεως και πολύ νέος (ήμουν 20 χρονών) για να επωμισθώ τέτοιες ευθύνες.΄Εφυγαν οι άνθρωποι πικραμένοι από την επιφυλακτικότητά μου, μα σε λίγον καιρό ξαναήρθαν κομίζοντάς μου και μιά παρακλητική επιστολή με κάμποσες υπογραφές γνωστών μου, μεταξύ των οποίων πρώτη η υπογραφή του αειμνήστου Βαγγέλη Παπασάββα. Φύσει συναισθηματικός, συγκινήθηκα από την περιγραφή των δεινών τους, τα βρόντηξα κάτω και Τράπεζα και μέλλον, μάζεψα την οικογένειά μου και ήρθα στο Πλατύ.

Τι βρήκα; Κάτι ξύλινες παράγκες σε σχήμα πυραμίδας μήκους 4 μέτρα, χωρισμένες στη μέση για να μείνουν δυό οικογένειες. Έμπαινε κανείς με το κεφάλι και έβγαινε με την όπισθεν. Ο μακαρίτης (τόσο νωρίς) Βαγγέλης με ενημέρωσε. ΄Ασχετα, αν αργότερα τα τσουγκρίσαμε, και μετά πάλι εγίναμε καλοί φίλοι και επανειλημμένα ήρθε εδώ, όταν ήμουν Ιδιαίτερος Γραμματεύς του Υπουργού και τον περιποιήθηκα σαν αδελφό.

Εν πάση περιπτώσει ριχθήκαμε στον αγώνα για την επιβίωση του λαού μας (αργότερα προστέθηκε κοντά μας και ο επίσης μακαρίτης Αναστάσης Γαβριηλίδης ο Κισκελής) και με σύντονα και έντονα διαβήματά μας στην τότε Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (τώρα Υπουργείο

Вор. Ελλάδος) και στην Γεν. Διεύθυνση Εποικισμού, με την πρόθυμη και απόλυτη συμπαράσταση και βοήθεια μερικών πολιτευτών και κυρίως του μετέπειτα Υπουργού (αειμνήστου και αυτού) Μιχ. Κύρκου και αργότερα και του μετέπειτα βουλευτού Βεροίας (κι αυτός μακαρίτης -για δες όλοι έφυγαν) Αβραάμ Γρηγοριάδη, κατορθώσαμε, με σκληρούς αγώνες να φέρουμε γιατρό τον (άλλος αείμνηστος) Βασίλη Ευρόπουλο, να χτίσουμε μια παράγκα με 4 δωμάτια για να μείνη ото ένα, το άλλο φαρμακείο (μας έδωσαν από την Υγειονομική Υπηρεσία της Γεν. Διοικήσεως θεσ/νίκης φάρμακα) το τρίτο δωμάτιο για Ιατρείο και το τέταρτο για αναμονής. ΄Ολοι τότε έπασχαν κυρίως από σπλήνα και ελονοσία(…) Μάλιστα, θυμάμαι καλά, επειδή τον γιατρό προσλάβαμε προ του επισήμου διορισμού του, τον πρώτο μισθό του (4.000 δρχ. της εποχής εκείνης, αν δεν με απατά η μνήμη) κατέβαλα εξ ιδίων (…) χαλάλι για το χωριό. Στο διάστημα αυτό μας υποδείχθηκε από την Γεν. Διοίκηση να κάνουμε ένα Συμβούλιο, για να έχουμε μιά υπεύθυνη εκπροσώπηση. Μαζέψαμε τους άντρες και κάναμε αρχαιρεσίες, στις οποίες επεκράτησε με πλειοφηψία 95% το κοινό μας με τον Παπασάββα ψηφοδέλτιο, με πρώτον επιτυχόντα proxy?url=http%3A%2F%2F1.bp.blogspot.com%2F vG60h5cPd3o%2FUvnWaq31OfI%2FAAAAAAAAA98%2FAq39tyv96ao%2Fs1600%2Fkatik%2Bapikismτον υπογράφοντα. Συνήλθε αμέσως το εκλεγέν 12μελές Συμβούλιο για την εκλογή του Προεδρείου. Προ της εκλογής έλαβα τον λόγο και υπενθυμίσας στα μέλη τους κόπους, τα βάσανα και τα έξοδα για την εξεύρεση του χώρου και τις ενέργειες για την μεταφορά των σε διασπορά σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ευρισκομένων συμπατριωτών μας και την έγκατά (…) αειμνήστου Βαγγέλη, εζήτησα όπως τιμής ένεκεν για όλες (…) υπηρεσίες του να εκλέξουμε Πρόεδρον τον Βαγγέλη. Η ψηφοφορία που επακολούθησε με εξέπληξε. Το αποτέλεσμα ήταν 10 ψήφοι υπέρ εμού και 2 (η δική του και η δική μου) υπέρ του Παπασάββα, ο οποίος με την ίδια αναλογία των φήφων αναδεικνυόταν Αντιπρόεδρος.
Έλαβα τον λόγο και εζήτησα επανάληΦη της Ψηφοφορίας, καθ’όσον δεν εδεχόμουν το αποτέλεσμα. Εδήλωσα ότι τους ευχαριστώ και ότι θα δεχόμουν την θέση του Γεν. Γραμματέως με Πρόεδρο τον Παπασάββα. Παρά τις αντιρρήσεις των Συμβούλων, καταφέραμε να ξαναγίνει ψηφοφορία. Πλην, τα αποτελέσματα υπήρξαν ακριβώς τα ίδια. Η απειλή μου ότι θα φύγω απ’ το χωριό, δεν ίσχυσε για να μεταστραφή η γνώμη του Συμβουλίου. Με χίλιες παρακλήσεις και πιέσεις του Συμβουλίου και πολλών κατοίκων, αναγκάσθηκα να υποχωρήσω. Αυτά εν πάση ειλικρινία, φίλτατε Αβέρκιε. Από τότε έπαψε την συνεργασία μαζί μου ο Βαγγέλης. Σχεδόν μόνος ρίχθηκα στον αγώνα. Χάρη στις σχέσεις που είχα δημιουργήση με τους πολιτικούς, προεξάρχοντος του Μιχ. Κύρκου μέσα οε λίγες μέρες (φθάσαμε το 1924) πήραμε από τον Εποικισμό ζώα, αλέτρια, σβάρνες κ.λ.π. και ζωοτροφές. Σε λίγο έγινε και η διανομή των χωραφιών και, αν θυμάμαι καλά, κατά το φθινόπωρο του ’24 εγκρίθηκε η σχετική πίστωση για τα σπίτια του τόπου που υπάρχουν ακόμα. Με χίλια βάσανα και με συμπαράσταση των πολιτικών, ιδίως του Κύρκου εγκρίθηκε ο τύπος των σπιτιών αυτών, που ήταν την εποχή εκείνη ο τύπος που μόνο για το Πλατύ και την Ν. Καρβάλη της Καβάλας εγκρίθηκε. Παντού αλλού μονόροφα και με ένα δωμάτιο και σταύλο γινόταν τα σπίτια. Έτσι την άνοιξη του 1925 αρχίσαμε το χτίσιμο. Φυσικά, κάναμε Δημόσιο διαγωνισμό με ενσφράγιστες προσφορές, όπου έλαβαν μέρος 5 εργολάβοι. Συμφερότερους όρους πρόσφερε κάποιος (μου φαίνεται λεγόταν Μαρκόπουλος) και στον οποίο κατακυρώθηκε και εγκρίθηκε από τον Εποικισμό ο διαγωνισμός. Σκέφου 52 χρόνια τα σπίτια αυτά ζουν ακόμα. Τούτο σημαίνει ότι έγινε καλή δουλειά. Η εκ μέρους μας επίβλεψη κατά την κατασκευή των σπιτιών ήταν άγρυπνη και σωστή.
Αυτά για την ίδρυση του χωριού και την ανέγερση των σπιτιών. Όσο για την ονομασία του χωριού, υπήρξαν διχογνωμίες φοβερές. ‘Αλλοι ζητούσαν να μείνη “Ν. Φάρασα”, άλλοι Αυσάρι, άλλοι Κάρσαντη. Ύστερα από επανειλημμένες συσκέψεις, δεν κατωρθώθηκε να αρθούν οι διαφορές απόψεων. Ο υποφαινόμενος προτιμούοα τα Φάρασα, αφού, άλλωστε, οι Αδαναλήδες μου είχαν δώσει τον τίτλο “Φάρασα Κονσολοσού” ή και του κόμιτος των Φαράσων, γιατί καταγόμενος από το Κάρσαντι και εκ προπάππου από τα Φάρασα, ντυνόμουν κομσά και φορούσα γραβάτα! Ασμενώς εδεχόμουν τους τίτλους αυτούς και μάλιστα καμάρωνα. Ας είναι. Κατά την πρόοδο, όμως, των προσπαθειών για την σύμπτωση γνωμών για το όνομα του χωριού μάς υπέδειξαν ο Αστυνομικός Σταθμάρχης (θυμάμαι, λεγόταν Αΐνικολιώτης και έφερε τον βαθμό του Ανθυπασπιστή) και ο τότε Σταθμάρχης των ΣΕΚ και σε λίγο αποθανών (βρε, που μπλέξαμε με τόσους νεκρούς;) να ονομάσουμε το χωριό Πλατύ -έτσι λεγόταν η περιοχή και ο Σταθμός. Η πρόταση έγινε δεκτή από την πλειοφηφία και έτσι δώσαμε το σημερινό του όνομα στο χωριό.
Σε κούρασα, αγαπητέ Αβέρκιε, παρασυρθείς από την πρόθεση να σε ενημερώσω. Μακρυά από μένα η σκέψη της αυτοπροβολής. Έπραξα το καθήκον μου. ‘Αλλος είναι ο σκοπός μου. Να σε παρακαλέσω να μη εγκαταλείψης τον αγώνα για την περισυλλογή και την προβολή του πολυτίμου λαογραφικού μας υλικού. Κάνε ό,τι μπορείς. Μεταλαμπάδιασε την ζέση σου στους νεώτερους. Δίδαξέ τους ότι η λαογραφία μας, η εκπολιτιστική κληρονομιά των προγόνων, οι χοροί και τα τραγούδια μας, αποτελούν παράδειγμα για μίμηση. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά μας, η περίσωσις της πίστεως, της θρησκείας και της γλώσσας μας ανά τους αιώνας κάτω από τον Τουρκικό ζυγό, πρέπει να βρουν την δικαίωσή τους.
Σε ευχαριστώ, Αβέρκιε και θα επιθυμούσα να με αποκαλείς μόνο με το μικρό μου όνομα παρά το “κύριε”. Έτσι θα είμαστε πιο κοντά. Έχεις χαιρετισμούς από την οικογένεια και η οικογένειά σου. Ίσως μετά το Πάσχα έλθω εκεί και τότε με χαρά θα σουσφίξω το χέρι.

Σε ασπάζομαι
Μιχ.Α.Μιχαηλίδης.

ΑΠΟΣΤΟΛΕΑΣ: Μιχ. Α. Μιχαηλίδης
Λεωφ. Αλεξάνδρας 167
ΑΘΗΝΑ Τ.Τ. 603

ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ: Κύριον
Αβέρκιον Καραμουρατίδη
Σ.Σ. Πλατύ
Ημαθίας

ΣΗΜ.: Το επιστολόχαρτο είναι λευκό (χωρίς ρίγες) διαστάσεων 29Χ21cm.