Η τελευταία ταινία του Πάολο Σορεντίνο «Το Μεγαλείο», με τον αδιαμφισβήτητα κορυφαίο Ιταλό ηθοποιό Τόνι Σερβίλο, το ενδιαφέρον ισπανικό δράμα «Όλες οι Κυριακές», του Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα και το τρίτο φιλμ του Μπράντλεϊ Κούπερ «Παίζει Ακόμα;», αναμένεται να τραβήξουν το κοινό, αυτή την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου.
Για όσους παρακολουθούν το νέο αίμα του ελληνικού σινεμά, υπάρχουν τα φιλμ «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου και «Μπιτσκόμπερ» του Αριστοτέλη Μαραγκού, ενώ οι φανατικοί του τρόμου θα στηθούν στην ουρά για το «Scream 7», όπως και οι λάτρεις του Έλβις Πρίσλεϊ για το ντοκιμαντέρ – ύμνο, «EPiC: Elvis Presley σε μια Μοναδική Συναυλία», του Μπαζ Λούρμαν.
Το Μεγαλείο
(«La Grazia») Δραματική ταινία, ιταλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Πάολο Σορεντίνο, με τους Τόνι Σερβίλο, Άννα Φερτσέτι, Μάσιμο Βεντουριέλο, Ορλάντο Τσίνγκουε, Αλέσια Τζουλιάνι κα.
Έχοντας καταπιαστεί αρκετές φορές με τα πολιτικά πράγματα της χώρας του, ενώ σχεδόν πάντα η πολιτική βρίσκεται στον πυρήνα των προβληματισμών του σε κάθε του ταινία, ο Πάολο Σορεντίνο, εδώ κάνει ένα άλμα, αφήνει τις βιογραφίες, αφηγούμενος μία ιστορία εκατό τοις εκατό μυθοπλασίας και ταυτόχρονα κάνει ένα βήμα πίσω, αφήνοντας έξω από τη σκηνοθετική του προσέγγιση τις φαντεζί εικόνες, τη φασαριόζικη ατμόσφαιρα, τις γκροτέσκο καταστάσεις.
Μετά το εξαίρετο «Il Divo», για τη ζωή του «ανοξείδωτου» Τζούλιο Αντρεότι και το κεφάτο αλλά και άνισο «Loro», για τον Μπερλουσκόνι, ο Σορεντίνο κάνει μία πολιτική ταινία, σκιαγραφώντας έναν φανταστικό πολιτικό, όπως θα έπρεπε να είναι: ανθρώπινος, στοχαστικός, ηθικός, χωρίς τις βεβαιότητες που τρέφονται από την πολιτική εξουσία.
Και βεβαίως, πέρα από το ρίσκο να εξιδανικεύσει έναν πολιτικό – έστω και ως προϊόν της φαντασίας του – ο Σορεντίνο θα στηριχθεί στη σιγουριά της ερμηνευτικής δεινότητας του αγαπημένου του ηθοποιού, του Τόνι Σερβίλο, ο οποίος θα καταγράψει ακόμη έναν θρίαμβο, καταδεικνύοντας πώς θα έπρεπε να είναι ένας πραγματικός ηγέτης. Και φυσικά θα κερδίσει το βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου στο φεστιβάλ Βενετίας, όπου έκανε πρεμιέρα η ταινία.
Μόλις έξι μήνες πριν ολοκληρώσει τη θητεία του και απέλθει, ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Μαριάνο ντε Σάντις, ένας πρώην καταξιωμένος δικαστικός, καθολικός και έμπειρος πολιτικός, βιώνει μια υπαρξιακή κρίση. Τον βρίσκει ράθυμο, να αναπολεί συχνά την αγαπημένη σύζυγο που έχασε, να αναβάλλει διαρκώς την έγκριση ενός αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου, για το δικαίωμα στην ευθανασία, να αμφιβάλει για το αν πρέπει να δώσει χάρη σε δύο καταδικασμένους και να ζυγίζει ηθικά τους υποψήφιους διαδόχους του. Για να διασκεδάσει την πλήξη του, ακούει και τραγουδάει ραπ ή καπνίζει κρυφά, ενώ αποξενώνεται συνεχώς και με την κόρη του που γίνεται όλο και πιο επικριτική για την αναποφασιστικότητά του.
Ο Σορεντίνο, όχι τυχαία κάνει μια χειμωνιάτικη ταινία, κινηματογραφεί άψογα στους κλειστούς χώρους, στα βαριά μισοφωτισμένα γραφεία της προεδρίας και εμφανώς γίνεται χαμηλόφωνος, μελαγχολικός – ακόμη και συγκαταβατικός με την πραγματικότητα – με τον στοχασμό του να εκτείνεται απέναντι στα μικρά και μεγάλα διλήμματα της ζωής και της πολιτικής.
Αφήνοντας κατά μέρος την αγάπη του προς τη νοσταλγία, υπονοώντας ότι ο εξωραϊσμός του παρελθόντος δεν οδηγεί πουθενά, ο Ιταλός σκηνοθέτης προτιμά να απευθύνει μία έμμεση αναφορά για τη σημερινή Ευρώπη, μία ήπειρο διχασμένη, με ηγέτες κατώτερους των περιστάσεων, υπενθυμίζοντας εμφατικά ότι στο σινεμά μπορεί να συνυπάρξουν τα πολιτικά με τα καλλιτεχνικά ερωτήματα. Και οι απαντήσεις; Αυτές μάλλον θέλουν ακόμη δουλειά, ίσως και περισσότερη τόλμη, καθώς, ειδικά στην πολιτική, τα περιθώρια στενεύουν.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μόλις έξι μήνες πριν ολοκληρώσει τη θητεία του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Ιταλία βιώνει μια υπαρξιακή κρίση. Κουρασμένος, αναπολεί συχνά την αγαπημένη σύζυγο που έχασε, να αναβάλλει διαρκώς την έγκριση ενός αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου, να ζυγίζει ηθικά τους υποψήφιους διαδόχους του.
Όλες οι Κυριακές
(«Los Domingos») Δραματική ταινία, ισπανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα, με τους Μπλάνκα Σορόα, Πατρίσια Λόπες Αρναΐθ, Μιγκέλ Γκαρσές, Χουάν Μινουχίν, Μέιμπελ Ριβέρα κα.
Ένα μικρό θαύμα κρύβει η ταινία της Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα, καθώς καταφέρνει να καθηλώσει τον θεατή, από τα πρώτα πλάνα της μέχρι το φινάλε, έχοντας ως θέμα μία όχι και τόσο ελκυστική ιστορία – την απόφαση μίας 17χρονης να γίνει μοναχή και τις αντιδράσεις της οικογένειάς της. Η βασκικής καταγωγής σκηνοθέτιδα, πρωτοεμφανιζόμενη στα μέρη μας, αν και έχει ήδη κάποιες φεστιβαλικές διακρίσεις, εδώ θα επιβεβαιώσει το ταλέντο της και τη διακριτή ματιά της, ενώ πραγματικά θα λάμψει για τις λήψεις της στους κλειστούς χώρους.
Το φιλμ, βραβευμένο ήδη με το Χρυσό Κοχύλι στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν και με 13 υποψηφιότητες για τα Γκόγια, δεν εστιάζει τόσο στη θρησκευτική διάσταση του θέματος όσο στην αποδόμηση του θεσμού της οικογένειας, στα ρήγματα που δημιουργούνται ανάμεσα στα μέλη της και προβάλλοντας ζητήματα όπως η μισαλλοδοξία, ο εγωισμός, η έλλειψη σεβασμού απέναντι στις αποφάσεις των άλλων και όλα αυτά ενώ στο επίκεντρο βρίσκεται ένα χαρισματικό κορίτσι, μια ιδεαλίστρια, που αγαπάει τους ανθρώπους.
Η Αϊνάρα, ένα κορίτσι από μία αξιοσέβαστη βασκική μεσοαστική οικογένεια, ενημερώνει τον πατέρα της ότι σκοπεύει να γίνει μοναχή, θέλοντας να ακολουθήσει το μονοπάτι της πίστης. Τα νέα εξαπλώνονται σαν πυρκαγιά στην οικογένεια, η οποία συγκεντρώνεται κάθε Κυριακή για μεσημεριανό γεύμα στο σπίτι της γιαγιάς της. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια αναταραχή, καθώς γονείς και συγγενείς δεν μπορούν να πιστέψουν ότι θα αφήσει τις σπουδές της για να ενταχθεί σε ένα μοναστήρι. Ωστόσο, περισσότερο απ’ όλους φαίνεται να επηρεάζεται η θεία της Μαΐτε, μία δραστήρια, έξυπνη, ζωηρή και ανεκτική γυναίκα, της οποίας η φαινομενικά τέλεια ζωή κλονίζεται απ’ αυτή τη σύγκρουση.
Η σκηνοθέτιδα, που διακρίνεται για την αφηγηματική της ικανότητα, την αποφυγή μελοδραματισμών και την άνεση να περνά από το δράμα στην αχνή κωμωδία, θα αφήσει κατά μέρος το θρησκευτικό λειτούργημα, για να εστιάσει στις οικογενειακές δυσλειτουργίες, τα στερεότυπα, την καταπιεστική σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, την κρίση των γάμων και των ενηλίκων, που βλέπουν τα παιδιά τους ως συνέχεια του εαυτού τους, κατανοώντας την ανθρώπινη φύση, αλλά με μία αμείλικτη ματιά.
Η Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα θα δώσει χώρο σε όλα τα μέλη της οικογένειας, τα φέρνει σε αντιπαράθεση, εκθέτοντας τους ιδεολογικούς τους ισχυρισμούς και τις ψυχικές τους ανάγκες, καταφέρνοντας σε μεγάλο βαθμό να κατανοήσουμε τις αδυναμίες τους και να προκαλέσει μία εσωτερική ανασκόπηση τόσο στους ήρωές της όσο και στους θεατές.
Η Μπλάνκα Σορόα, στο ντεμπούτο της, τα πάει περίφημα, ως μία από τις πιο θεαματικές ανακαλύψεις της χρονιάς, ενώ η γνώριμη Πατρίσια Λόπεθ Αρναΐθ, είναι εξαιρετική στον ρόλο της θείας της.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Αϊνάρα, μια λαμπρή 17χρονη ιδεαλίστρια, βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής της: πρέπει να αποφασίσει τι θα σπουδάσει, ή τουλάχιστον αυτό περιμένει η οικογένειά της. Η ίδια όμως αισθάνεται πως το μέλλον της μπορεί να βρίσκεται πιο κοντά στον θεό.
Παίζει Ακόμα;
(«Is This Thing On?») Δραματική κομεντί, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Μπράντλεϊ Κούπερ, με τους Γουίλ Άρνετ, Λόρα Ντερν, Άντρα Ντέι, Μπράντλεϊ Κούπερ, Εϊμι Σεντάρις, Σον Χέιζ, Κιάραν Χάιντς κα.
Προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την άποψη ότι η κωμωδία μπορεί να θεραπεύσει τον ανθρώπινο πόνο, όπως και η τέχνη, ο Μπράντλεϊ Κούπερ, σε αυτή την τρίτη του σκηνοθετική απόπειρα, καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να μας πείσει ότι μέσα από το χιούμορ, όσο πικρό κι αν είναι, αυτό έχει απεριόριστες δυνάμεις για να τιθασεύσει τη θλίψη και να συνυπάρξει αρμονικά με το δράμα.
Ο διάσημος σταρ, μετά τα φιλμ «Ένα Αστέρι Γεννιέται» και «Ο Μαέστρος», ξανακάθεται στη σκηνοθετική καρέκλα, έχοντας ως θέμα μια συνηθισμένη κινηματογραφική ιστορία – τον χωρισμό ενός μεσήλικου ζευγαριού με παιδιά – που ανανεώνει με φρέσκες ιδέες και χωρίς το άγχος να θέλει να πείσει για την ικανότητά του και στη σκηνοθεσία, αφήνοντας έξω από τα πλάνα του τη διάθεσή του να εντυπωσιάσει, τα επιτηδευμένα φτιασιδώματα, προς χάριν των μελών της Αμερικάνικης Ακαδημίας.
Βασισμένη χαλαρά στη ζωή του Βρετανού κωμικού Τζον Μπίσοπ, το στόρι θέλει τον Άλεξ και τη σύζυγό του Τες να βρίσκονται ένα βήμα πριν τον διαζύγιο, ενώ μεγαλώνουν τα δυο παιδιά τους. Έχοντας καταναλώσει αρκετό αλκοόλ, ο συντετριμμένος Άλεξ, θα βρεθεί από την μπάρα ενός μπαρ στη stand-up comedy σκηνή ενός κλαμπ, όπου θα κερδίσει το γέλιο και το χειροκρότημα του κοινού, λέγοντας απλώς πως κατάλαβε ότι η γυναίκα και τα παιδιά του τον έχουν εγκαταλείψει.
Η Τες, μία γυναίκα, που άφησε ένα λαμπρό μέλλον στο βόλεϊ για να παντρευτεί και να κάνει παιδιά και να αφιερώσει όλο της το είναι στην οικογένειά της, πικραμένη για τις θυσίες της και χάνοντας την υπομονή της θέλει ακόμη μία ευκαιρία στη ζωή της και θα στραφεί προς την προπονητική και μάλιστα μέσω ενός παλιού φίλου της. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο οικογενειακό περιβάλλον, ο Άλεξ αποφασίζει να κάνει μια ριζική στροφή στη ζωή του και να ασχοληθεί με τη stand-up comedy στη Νέα Υόρκη, σε μια απόπειρα να ανακαλύψει εκ νέου τον εαυτό του.
Ο Κούπερ, που έχει ως σκηνοθέτης μία εμμονή με τον χώρο του θεάματος, εδώ κρατώντας μόνο έναν δεύτερο, αλλά χαρακτηριστικό και αρκετά αστείο ρόλο, θα κάνει ένα μικρό βήμα προς μία πιο ανάλαφρη προσέγγιση στη δραμεντί του, ταιριάζοντας ικανοποιητικά το δράμα με την κωμωδία.
Άλλωστε, η ερωτική σχέση που αναπτύσσει ο πρωταγωνιστής με την τέχνη του stand-up, είναι και από τα πιο ευχάριστα κομμάτια της ταινίας, καθώς κοινό και πρωταγωνιστές, παρά το καυστικό χιούμορ, συνδέονται, αλληλοϋποστηρίζονται και δημιουργούν μία θετική αίσθηση.
Με αρκετά μακρά πλάνα πάνω στον ήρωα, την εξαιρετική ντοκιμαντερίστικη φωτογραφία του σημαντικότατου Μάθιου Λιμπατίκ και την καλή δουλειά σε ήχο και μοντάζ, το φιλμ διαθέτει ένα ευδιάκριτο ευγενικό πνεύμα και ζεστασιά, που οδηγεί στη συγκίνηση. Ταυτόχρονα, όμως και ένα φιλμ για τις ανθρώπινες σχέσεις, τις οικογενειακές ανακατωσούρες και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία.
Το πολυσυλλεκτικό καστ, από τα δυνατά στοιχεία της ταινίας, η οποία, όμως, έχει και τις αδυναμίες της, με τις αχρείαστες επεξηγήσεις και ορισμένα αδύναμα αστεία, μάλλον ενταγμένα για το ευρύ αμερικάνικο κοινό.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Καθώς ο γάμος τους καταρρέει, ο Άλεξ αντιμετωπίζει τη μέση ηλικία και το επικείμενο διαζύγιο, αναζητώντας νέο σκοπό στην κωμική σκηνή της Νέας Υόρκης, ενώ η Τες αναλογίζεται τις θυσίες που έκανε για την οικογένειά τους.
Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ
Δραματική αθλητική ταινία, ελληνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Γιώργου Γεωργόπουλου, με τους Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλη Μουρίκη, Φιλίππα Κουτούπα, Τάσο Νούσια, Μαρία Καλλιμάνη κα.
Αν μη τι άλλο μια αξιέπαινη προσπάθεια του Γιώργου Γεωργόπουλου να γυρίσει μια ταινία είδους, όπως είναι το αθλητικό δράμα και όχι ακόμη ένα φιλμ που να κυνηγά τις φεστιβαλικές διακρίσεις ή να δανείζεται με τόκο, όπως συμβαίνει συνήθως, κινηματογραφικές φόρμες και διαδεδομένα καλλιτεχνικά ρεύματα από το εξωτερικό.
Ο Γεωργόπουλος της προ 6ετίας αξιοπρόσεκτης μαύρης κωμωδίας «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος, Αλλά Πρέπει να Μιλήσουµε για Κάτι Πολύ Σοβαρό», ξεφεύγει από την προσωπική ιστορία μίας νεαρής αθλήτριας του τζούντο ή τη μάχη ενός αουτσάιντερ, για να διευρύνει την προβληματική του στον χώρο του αθλητισμού και των ανταγωνισμών μεταξύ προπονητών, αλλά και να αναδείξει θέματα ταυτότητας και νεανικών ανησυχιών στον δύσκολο δρόμο προς την ενηλικίωση.
Η Δάφνη ή Πάττυ, όπως τη φωνάζουν, μία 18χρονη αθλήτρια του τζούντο από ένα ακριτικό νησί, αποφασίζει να ανοίξει τα φτερά της ακολουθώντας τον Γιούρι στην Αθήνα, έναν προπονητή, που ήταν κάποτε πρώτης γραμμής, αλλά για αδιευκρίνιστους λόγους είχε εξαφανιστεί για χρόνια από το προσκήνιο. Η Πάττυ θα κυνηγήσει το όνειρό της, ακόμη και σε μια συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες, με αρκετές μάχες στο ταπί, ενώ θα έρθει αντιμέτωπη με την ερωτική επιθυμία, την προδοσία και κάποιες οδυνηρές αλήθειες των ενηλίκων, που θα την κάνουν δυνατότερη.
Αθλητικό δράμα, πολυεπίπεδη ταινία ενηλικίωσης, το φιλμ, με τον σαρκαστικό τίτλο, αντιπαράθεση της φαινομενικής παιδικότητας του ονόματος με τη σκληρότητα των βιωμάτων της ηρωίδας, θα φωτίσει τους ανταγωνισμούς σε επίπεδο πρωταθλητισμού και την επιρροή που έχουν αυτοί στους νεαρούς αθλητές. Ταυτόχρονα, όμως και μια ταινία αφύπνισης για την ηρωίδα, που αναδεικνύει την ψυχολογική της ανάγκη για αποδοχή, τα ερωτικά της σκιρτήματα προς μία πρωταθλήτρια, καθιστώντας την ευάλωτη στην ερωτική επιθυμία και στην ενδεχόμενη προδοσία.
Ωστόσο, όσο το φιλμ του Γεωργόπουλου προχωράει τόσο φανερώνει τις αδυναμίες του, κυρίως λόγω του σεναρίου, που αναπτύσσει πολλές υποπλοκές, κάποιες όχι και τόσο απαραίτητες, ενώ ήθελε περισσότερη εμβάθυνση ο κεντρικός χαρακτήρας. Το αθλητικό δράμα δεν δένει επαρκώς με το νεανικό ρομάντζο και ο απαραίτητος ρεαλισμός υποχωρεί μπροστά σε δραματουργικές ευκολίες και ορισμένα αχρείαστα κλισέ.
Πάντως, το φιλμ έχει το ενδιαφέρον του, παρότι οι αστοχίες του το εμποδίζουν να γίνει μία καλή αρχή που σπάει τα «καλλιτεχνικά» στερεότυπα ή τις φεστιβαλικές επιδιώξεις, κάτι που έχει ανάγκη το ελληνικό σινεμά, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι η φυσιογνωμία και ο ρόλος του Μουρίκη (ο προπονητής της ηρωίδας) είναι αυτός που ξεχωρίζει και έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Δάφνη, μια νεαρή αθλήτρια του Τζούντο από την Ικαρία, είναι έτοιμη να απλώσει τα φτερά της και να ακολουθήσει τον δάσκαλο Γιούρι στη μεγάλη πόλη και να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων.
EPiC: Elvis Presley σε μια Μοναδική Συναυλία
(«EPiC: Elvis Presley in Concert») Μουσικό ντοκιμαντέρ, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Μπαζ Λούρμαν.
Παθιασμένος λάτρης του Έλβις Πρίσλεϊ, ο Μπαζ Λούρμαν επιστρέφει, έπειτα από το προ τριετίας βιογραφικό ή καλύτερα αγιογραφικό «Elvis», με ένα ντοκιμαντέρ για τον «Βασιλιά του ροκ εν ρολ» και με αφορμή τις επανεμφανίσεις του θρυλικού ερμηνευτή στο Λας Βέγκας το 1969.
Ο πάντα φαντεζί και σκηνοθετικά υπερφίαλος Λούρμαν («Moulin Rouge, «Ο Υπέροχος Γκάτσμπι»), αυτή τη φορά επιχειρεί να μεταφέρει την εικόνα του Πρίσλεϊ, αξιοποιώντας σπάνιο υλικό και αποκαλύπτοντας πτυχές της ζωής του, από την οπτική του ποπ ειδώλου, αλλά και να δώσει στο κοινό σχεδόν μονοδιάστατα τον άγνωστο άνθρωπο πίσω από τον μύθο και τους λόγους που υπήρξε διαχρονικά επιδραστικός στην παγκόσμια μουσική σκηνή.
Έχοντας πρόσβαση σε ένα αρχειακό υλικό 59 ωρών, κυρίως από την Warner Bros, ο Αυστραλός σκηνοθέτης, μετά από μία μακρά και απαιτητική διαδικασία, που κράτησε δυο χρόνια, θα συνδυάσει τις εικόνες από τη συναυλία στο Λας Βέγκας με την ιστορία του Πρίσλεϊ, ενώ αυτός βρίσκεται στο απόγειο της φήμης του.
Ο Λούρμαν, που κινείται μεταξύ μίας συναυλιακής ταινίας, ενός ντοκιμαντέρ και ενός οπτικού επιφανειακού δοκιμίου, θα στήσει ένα ονειρώδες φιλμ, έναν ύμνο πάνω στον ποπ μύθο, απευθυνόμενος εμφανώς στους φανατικούς οπαδούς του Έλβις, που δεν θέλουν να ακούσουν για τη σκοτεινή πλευρά του μουσικού φαινομένου. Για την επιρροή των εταιρειών, τις παραβατικές συμπεριφορές, τα χρόνια της περίεργης στρατιωτικής του θητείας, την κακοποιητική του συμπεριφορά προς την Πρίσιλα, η οποία στο φιλμ περιορίζεται σε δυο δευτερόλεπτα από αρχειακό φιλμάκι και άλλα πολλά όχι και τόσο κολακευτικά, για τον Πρίσλεϊ ούτε λόγος.
Εν κατακλείδι, ο Λούρμαν θα κρύψει βολικά κάτω από το χαλί όλα αυτά που συνθέτουν την προσωπικότητα του Πρίσλεϊ, παραδίδοντας έναν στιλάτο, καλογιαλισμένο ύμνο για το είδωλό του ικανοποιώντας τους ακραιφνείς οπαδούς του Βασιλιά, τον εαυτό του και φυσικά τα μεγάλα στούντιο στο Χόλιγουντ.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Scream 7
(«Scream 7») Το πολυαναμενόμενο φραντσάιζ για τους λάτρεις του τρόμου επιστρέφει και μαζί του η Νεβ Κάμπελ, στον εμβληματικό ρόλο της Σίντνεϊ Πρέσκοτ. Μαζί της επιστρέφουν, όμως και οι Κόρτνεϊ Κοξ και Ντέιβιντ Άρκετ, ενώ τη σκηνοθεσία υπογράφει ο δημιουργός του τρομο-φρανσαίζ Κέβιν Γουίλιαμσον.
Ορισμένες ανατριχιαστικές σκηνές τρόμου και ατάκες που θα διασκεδάσουν τους μυημένους, συνθέτουν ακόμη μία – πιθανότατα – εμπορική επιτυχία, που ακόμη και τα κλισέ της δημιουργούν αλαλαγμούς ενθουσιασμού στο νεανικό κοινό της.
Όταν ένας νέος μασκοφόρος δολοφόνος εμφανίζεται στην ήσυχη πόλη όπου η Σίντνεϊ Πρέσκοτ έχει χτίσει μια νέα ζωή, οι πιο σκοτεινοί της φόβοι γίνονται πραγματικότητα, καθώς η κόρη της γίνεται ο επόμενος στόχος του. Αποφασισμένη να προστατεύσει την οικογένειά της, η Σίντνεϊ πρέπει να αντιμετωπίσει τους τρόμους του παρελθόντος της για να βάλει τέλος στην αιματοχυσία.
Παίζουν και οι Μάθιου Λίλαρντ, ΜακΚένα Γκρέις, Ιζαμπέλ Μέι, Μέισον Γκούτινγκ και Άσα Γκέρμαν.
Μπιτσκόμπερ
Ελληνικό ψυχολογικό δράμα (2025), που διακρίνεται για τις πανέμορφες τοποθεσίες των γυρισμάτων και δυνατές σκηνές, συμπαθητικές ερμηνείες και ορισμένες καλές ιδέες, που εξαντλούνται γρήγορα λόγω του αδύναμου σεναρίου – ένας άνδρας καλείται να αναμετρηθεί με τη βαριά κληρονομιά του ναυτικού πατέρα του. Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Αριστοτέλης Μαραγκός, που εμπνέεται από επιστολές του Νίκου Καββαδία, πιθανότατα θα είχε κερδίσει το στοίχημα αν είχε παραμείνει σε μία μεσαίου μήκους ταινία, όπως πριν τέσσερα χρόνια με το ελπιδοφόρο του «Timekeepers of Eternity». Στην ταινία, που κέρδισε τον Αργυρό Αλέξανδρο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, παίζουν οι Χρήστος Πασσαλής, Αλίκη Ανδρειωμένου, Στάθης Κόκκορης, Σωτήρης Μπέλσης κα.
Όλοι οι Ρεμπέτες του Ντουνιά
Ελληνικό ντοκιμαντέρ του Λευτέρη Τράγγαλου για το ρεμπέτικο, που εκτιμάται όλο και περισσότερο από σημαντική μερίδα της νεολαίας. Μέσα από την πορεία της ορχήστρας «The Famous SOAS Rebetiko Band», που έχει έδρα το Λονδίνο, ο Τράγγαλος μεταφέρει το πάθος όσων αγαπούν το ρεμπέτικο τραγούδι. Καταγράφοντας συναυλίες, από το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη μέχρι τον Πειραιά και την Ύδρα, ο σκηνοθέτης, ανεπιτήδευτα αλλά και προχειροφτιαγμένα, φωτίζει τη δύναμη της λαϊκής μουσικής, που ενώνει ανθρώπους από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς.
Τσάρλι ο Σούπερ Σκύλος
(«Charlie the Wonderdog») Συμπαθητικό καναδικό ψηφιακό animation από τον Σέι Γουέιγκμαν, που απευθύνεται στο νηπιακό κοινό, με ήρωα έναν σούπερ ήρωα σκύλο, τον Τσάρλι, που αγαπά όλος ο κόσμος, αλλά όχι και ο γάτος της διπλανής πόρτας, που μαζί με τη γατοσυμμορία του θέλουν να τον εκθρονίσουν και να υποτάξουν τον κόσμο. Προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά.
ΑΠΕ-ΜΠΕ/Χάρης Αναγνωστάκης











