Γράφει ο Ηλίας Τσέχος
“Στο Ακρωτήρι της Κρυφής Ελπίδας” Ελευθέριος Ξάνθος, 2023 Αρμός, β΄ έκδοση 2026, καλόστρατη, είναι η Πέμπτη συλλογή του ποιητή, διανθιζόμενη με πολλές φωτογραφίες φύσης και αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, του ιδίου φωτογραφίζοντας.
Έχουμε τη χαρά, εδώ, να ανταμώσουμε και το έργο του και τον δημιουργό Ελευθέριο Τζιόλα, όπως αποκαλύπτεται από τους φίλους του. Το καλαίσθητο βιβλίο, στο τέλος, περιλαμβάνει και δύο ‘’ δοκιμιακούς λόγους ‘’, Λόγος 1ος ‘’Υπέρ του πρώτου και αναντικατάστατου στοιχείου ταυτότητας της Γλώσσας των Ελλήνων΄΄, Λόγος 2ος ‘’ Περί της αναγκαίας διάκρισης ‘’Λαϊκού’’, ‘’Λαϊκίστικου’’, ‘’Εθνικού’’, ‘’Εθνικιστικού’’ και μία ΄΄Συζήτηση με την Βάσω Παππά’’.
Μας λέει ο ποιητής:
Πάντα θα μένει ένας / Ένας / Μπορεί και τελευταίος / Που θα κρατάει το μήνυμα και το όνειρο
***
Εξασκώ και ασκούμαι / Να γίνει το πάθος μου σκέψη / Και ο πόθος μου λόγος / Και ανακαλύπτω τις ψηφίδες του Άλλου
***
Ο ποιητής / Ζει στο χρόνο / Και θρέφει τα αγέννητα
***
Ό,τι είχες εξορίσει, ζούσε / Ό,τι είχες απομονώσει, κυκλοφορούσε
***
Πόλεμος λένε / Ποιος πόλεμος / Δεν είναι έτσι ο πόλεμος / Στο σπίτι σου με τηλεοπτικές σειρές / Μην εθιστείς σ΄ αυτά / Σε τέτοια και παρόμοια
Ο ποιητής εξορμά σε έννοιες κα μαχαιρώνει τις λέξεις, να δει αν στάζουν χώμα, αίμα κι ουρανό, διασχίζει την ελευθερία αναβατός στη σέλα του κόσμου, αλαφρωμένος ή πολύβουος βοριάς, τρέχει σαν σκονισμένα ιδρωμένα κύματα για των νησιών τη χάρη, την εύρεση ορίων πατρίδας, χώρας, ποίησης, φιλοσοφίας, φωτογραφίας, πολιτικής κρυφίως, πώς κοιτούν οι οφθαλμοί την καρδιά, πώς λογιάζεται το ελάχιστο του χρόνου και της ασυνεννοησίας με αυτόν, πεζογραφεί την ποίησή του ο Ξάνθος και δικαιώνεται στο αποτέλεσμα, λες και ένα ποίημα 20 στίχων τεμαχίζεται σε οχτώ ή δέκα επιγράμματα.
Η ποίησή του δεν αναζητά αναγνώστες, τυχερή ή άτυχη δεν θα αναδυθεί ποτέ η αλήθεια, η χαρακιά της γραφής βαθαίνει το φως των εκφράσεων ως σκότος χαράματα κι απλώνεται στη μέρα ακολουθούμενη ζωή, που άλλα πράττει, άλλα διεκδικεί , άλλα εισπράττει στον λογαριασμό, με μια καθ΄ όλα στέρεη θεμελίωση του χθες παρά του αύριο, που όμως τόσο τιμά και του δίνεται.
Είναι δύσκολη η ποίηση του Ελευθέριου Ξάνθου, όχι τόσο στη γραφή της, όσο στην ανάγνωσή της. Δεν αποκλίνει διόλου από την σταθερά της, με όποιες αμυντικές επελάσεις κι αν έχει, η τελεία της μία ζωγραφιά, η παύλα ένα ποτισμένο κανάλι, συγκομιδές οι αρχές των ποιημάτων του, κίτρινα φρέσκα φύλλα φθινοπώρου οι επίλογοι, οι λυγμοί ακούγονται, οι θρήνοι κρύβονται με επιμέλεια, να πάει στο διάβολο ή στον παράδεισο ο άνθρωπος, είναι το ίδιο αν δεν αλλάζει η κοινωνία.
Δύσκολος ποιητής είναι ο καλός ποιητής και δύσκολοι είναι οι καιροί, μα βρίσκουν οι επιτήδειοι τρόπους να νανουρίζουν τις φέτες καρπουζιών. Ρίχνει η ποίηση δυο γροθιές, τρώει τέσσερις και δεν είναι το τραύμα της συνήθειας που σε πληγώνει, όσο ο καημός που το τραύμα δεν επουλώνεται και χαίρεται αδιόρθωτα.
Ένα ταξίδι σε χαμένες ελπίδες η αρετή, η μνήμη, η ιστορία, η πολιτική κουφάλα, η γη των ερώτων, η διαιώνιση του είδους να εκατονταπλασιά τα λάθη μας, μελετημένα… Έτσι διακυβεύεται η ποίηση ‘’Στο Ακρωτήρι της Κρυφής Ελπίδας ‘’, Ελευθέριος Ξάνθος 2023, μίας ιδιαίτερης γραφής, χωρίς μουσικούς ρυθμούς, με δυναμίτες όμως στη σκέψη, στο αγκάλιασμα του χάους, στις ασυμφωνίες χαρακτήρων, λες και στις συμφωνίες κάτι αλλάζει, όχι, δεν συμβαίνει ούτε κι εκεί αλλαγή…
Ένα δοκίμιο τελικά η ποίηση του Ξάνθου, έγινα δοκίμιος να ανταπεξέλθω, δεν νομίζω πως τα κατάφερα και ευτυχώς, γιατί οι τελειότητες τσακίζονται με ήττες, δεν υπάρχουν νίκες έτσι κι αλλιώς, τις έφαγε το τρένο των Τεμπών, οι υποκλοπές ψυχών, οι ΟΠΕΚΕΠΕ και να πεθαίνουν οι ελπίδες, όχι τα ακρωτήρια, είναι, ναι, το νέο φιλοσοφημένο διάταγμα, να σβήσει από τον χάρτη η ελπίδα, να καθαρίσει η ματιά από τσίμπλες και βρώμα επιτέλους και συνήθεια, να διορθώνεται το πεπρωμένο αν προλαβαίνει χαμόγελα στον Πόλεμο, στο ρεζίλι των σκυλιών, στη μαύρη αγορά της ύλης, που γνωρίζει καλά το τέλος της, τόσο καλά!
Πόσο δούλευε, δουλεύει, θα δουλεύει το ρολόι αντίστροφα, ας εμπεδωθεί.
Ελευθέριε Ξάνθο… Δύο στίχους μου λάβε αντίδωρο:
Η Ποίηση πάντα να κερνά ένα χαστούκι
Και να σε αφήνει να κερνάς δύο























