Αρχική Πολιτιστικά Μαρία Ρεζάν: Η γυναίκα που δεν έμαθε ποτέ να μιλά χαμηλόφωνα –...

Μαρία Ρεζάν: Η γυναίκα που δεν έμαθε ποτέ να μιλά χαμηλόφωνα – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Συνεχίζοντας τα κυριακάτικα αφιερώματα του «Έμβολου» σε σημαντικά πρόσωπα της δημοσιογραφίας, παίρνει σκυτάλη σήμερα η Μαρία Ρεζάν. Η γυναίκα που μιλούσε πάντα φωναχτά, με το θάρρος της γνώμης της, χωρίς σκοπιμότητες. Ήξερε πολύ καλά, ότι η ελευθερία του δημοσιογράφου δεν χαρίζεται. Κατακτιέται!

Νίκος Σακελλαρόπουλος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Έτσι χωρίς πρόγραμμα…

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που όταν φύγουν από τη δουλειά που τους έμαθε ο κόσμος ή κι όταν φεύγουν από τη ζωή, δεν αφήνουν πίσω τους απλώς μια άδεια θέση. Αφήνουν σιωπή. Μια σιωπή που μοιάζει παράξενη, σχεδόν αφύσικη, γιατί έχουμε συνηθίσει να τους ακούμε, να τους διαβάζουμε, να τους αισθανόμαστε παρόντες, ακόμη κι όταν δεν βρίσκονται μπροστά μας.

Κάπως έτσι συμβαίνει και με την απουσία της Μαρίας Ρεζάν. Όποιος

την άκουσε κάποτε να μιλά στο ραδιόφωνο, ξέρει ότι τέτοιες φωνές δεν ξεχνιούνται εύκολα. Μένουν μέσα σου.

αρνικ σα 3 4

Η Ρεζάν δεν έκανε απλώς εκπομπές. Έκανε δημοσιογραφία.

Από εκείνη την παλιά αίθουσα της ΕΡΤ, όπου η εκπομπή της «Έτσι, χωρίς πρόγραμμα», στο Πρώτο πρόγραμμα, απέκτησε τη δική της ζωή, μέχρι τις σελίδες των εφημερίδων, υπήρχε πάντα κάτι που την ξεχώριζε: δεν φοβόταν να ρωτήσει. Δεν ενδιαφερόταν να χαϊδέψει αυτιά. Δεν την απασχολούσε αν ο άνθρωπος που είχε απέναντί της θα έφευγε ευχαριστημένος. Την ένοιαζε η αλήθεια.

Κι ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο πράγμα στη δημοσιογραφία.

Οι δύσκολες ερωτήσεις

Η φωνή της είχε μια παράξενη οικειότητα. Σαν να μιλούσε σε έναν άνθρωπο και όχι σε ένα απρόσωπο ακροατήριο. Κι όμως, πίσω από αυτή τη ζεστασιά υπήρχε μια δημοσιογράφος, αμείλικτη όταν χρειαζόταν. Έκανε τις δύσκολες ερωτήσεις ακόμη και στους ανθρώπους που όλοι οι άλλοι αντιμετώπιζαν με δέος. Βλέπετε, η δημοσιογραφία για εκείνη δεν ήταν ποτέ δημόσιες σχέσεις, ήταν ζωή!

Στο βιβλίο της «Χωρίς Πρόγραμμα», που γεννήθηκε από εκείνες τις ραδιοφωνικές συνομιλίες, υπάρχει μια αφιέρωση που ίσως λέει περισσότερα για τη Ρεζάν από οποιοδήποτε βιογραφικό: Μιλά για τον δάσκαλό της και για τον τρόπο με τον οποίο εκείνος της έμαθε, ότι στη δημοσιογραφία δεν χωράει το συμφέρον μιας συμβατικής σχέσης. Χωράει μόνο ο έρωτας. Κι η ίδια υπήρξε ερωτευμένη με τη δουλειά της μέχρι το τέλος.

Όχι έναν εύκολο έρωτα. Μιλάμε για έναν δύσκολο, απαιτητικό έρωτα, από εκείνους που σε αναγκάζουν να υπερασπίζεσαι κάθε μέρα αυτό που πιστεύεις, ακόμη κι όταν απέναντί σου στέκεται η εξουσία.

Η Ρεζάν το γνώριζε καλά. Ήξερε πως η ελευθερία του δημοσιογράφου δεν χαρίζεται. Κατακτιέται! Κι αφού κατακτηθεί ξεκινά νέα προσπάθεια για …ξανά κατακτηθεί, με την ερώτηση που κάποιος άλλος φοβάται ή αποφεύγει να κάνει. Με το «όχι» που μπορεί να κοστίσει. Με την επιμονή να μη μετατρέπεται η δημοσιογραφία σε χειροκρότημα. Κι αυτός ήταν, ίσως, ο δικός της κώδικας. Να παραμένει δημοσιογράφος ακόμη κι όταν θα ήταν πολύ ευκολότερο να γίνει απλώς αρεστή.

Γι’ αυτό και η απουσία της δεν αφορά μόνο όσους τη γνώρισαν προσωπικά. Αφορά έναν ολόκληρο τρόπο δημοσιογραφίας που σήμερα μοιάζει όλο και πιο σπάνιος.

Σταθμός Χατζηδάκι

Τη θυμάμαι νοερά μπροστά σε ένα μικρόφωνο. Τα χαρτιά μπροστά της, η φωνή έτοιμη να περάσει στον αέρα και απέναντί της ένας άνθρωπος γνωστός, σπουδαίος, ίσως και τρομακτικός για πολλούς. Η Ρεζάν όμως δεν εντυπωσιαζόταν από τα ονόματα. Ρωτούσε. Κι άκουγε. Και ξαναρωτούσε.

Ίσως γι’ αυτό η συνομιλία της με τον Μάνο Χατζιδάκι να μοιάζει σήμερα τόσο πολύτιμη. Εκείνος, ένας άνθρωπος που είχε ήδη δημιουργήσει τον δικό του μύθο, απέναντί της δεν ήταν απλώς ο μεγάλος συνθέτης. Ήταν ένας συνομιλητής. Κάποια στιγμή η Ρεζάν τολμά να του ζητήσει να μεταδώσει ένα τραγούδι από τον καινούργιο του δίσκο, παρότι ο ίδιος είχε απαγορεύσει τη μετάδοση της μουσικής του. Κι εκείνος της απαντά με τον τρόπο που μόνο ένας Χατζιδάκις θα μπορούσε: Της δίνει την άδεια όχι μόνο επειδή είναι η Μαρία Ρεζάν, αλλά επειδή την αγαπά!

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι. Η μεγάλη δημοσιογραφία δεν είναι μόνο οι ερωτήσεις. Είναι και η σχέση εμπιστοσύνης που χτίζεται ανάμεσα στον δημοσιογράφο και στον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του.

Αυστηρή μα όχι σκληρή

Η Ρεζάν μπορούσε να είναι αυστηρή χωρίς να γίνεται σκληρή. Διεισδυτική χωρίς να γίνεται προσβλητική. Ελεύθερη χωρίς να γίνεται επιδεικτική. Κι ίσως γι’ αυτό την αγάπησαν τόσο πολύ οι άνθρωποι.

Η αρρώστια, από κάποια στιγμή και μετά,  μπορεί να την κράτησε μακριά από το μικρόφωνο και από το κοινό της. Δεν κατάφερε όμως να σβήσει αυτό που είχε ήδη αφήσει πίσω της.

Σήμερα η φωνή της ακούγεται υπέροχα, μέσα από το διαδίκτυο που κρατά ζωντανές τις μνήμες. Ακούγεται ακόμη. Στις παλιές εκπομπές.

Στις σελίδες των βιβλίων της. Στις ερωτήσεις που κάποτε έκανε και στις απαντήσεις που κατάφερε να αποσπάσει.

Κυρίως, όμως, ακούγεται μέσα σε εκείνους που πιστεύουν ακόμη πως η δημοσιογραφία δεν είναι επάγγελμα για να το κάνεις απλώς σωστά, είναι υπόθεση ψυχής.

Γιατί, αυτό ήταν τελικά η Μαρία Ρεζάν.

Μια γυναίκα που δεν έκανε απλώς δημοσιογραφία. Την αγάπησε με εκείνον τον σπάνιο, σχεδόν παράλογο φανατισμό που έχουν οι άνθρωποι όταν συναντούν στη ζωή τους κάτι που αισθάνονται πως τους ανήκει και του ανήκουν.

Και ίσως γι’ αυτό η τελευταία λέξη να μην είναι ο θάνατος.

Να είναι η μνήμη. Να είναι η φωνή. Να είναι εκείνο το μικρόφωνο που, ακόμη κι όταν όλα γύρω του σιωπούν, μοιάζει να κρατά μέσα του μια τελευταία ερώτηση.

Κι εκείνη που περιμένει απάντηση για να ξαναρωτήσει

Στην Ελλάδα της ταραχής

Η Ρεζάν δεν υπήρξε δημοσιογράφος σε ήρεμες εποχές. Έζησε την Κατοχή, τον Εμφύλιο από την άλλη πλευρά της ιστορίας, τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τις πολιτικές ανατροπές, τη δικτατορία. Στη δημοσιογραφική της διαδρομή συνάντησε γεγονότα και ανθρώπους που σήμερα μοιάζουν σχεδόν μυθικοί. Μεταξύ πολλών τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Μακάριο, την Αμαλία Φλέμινγκ, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Μάνο Χατζιδάκι. Θα μιλήσει με τον Μακάριο και τον Ραούφ Ντενκτάς. Θα καθίσει απέναντι από ανθρώπους της πολιτικής, της τέχνης και της πνευματικής ζωής και θα τους κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: ερωτήσεις.

Δεν τους αντιμετώπισε όλους σαν «μεγάλους άνδρες». Αυτό είναι ίσως ένα από τα μυστικά της, είχε την σπάνια ικανότητα να κάνει τον σημαντικό άνθρωπο να μοιάζει άνθρωπος — και τον απλό άνθρωπο να μοιάζει σημαντικός.

Η άλλη Ρεζάν

Υπήρχε όμως και η άλλη Ρεζάν. Η μητέρα τεσσάρων παιδιών. Η γυναίκα που έζησε χωρισμό, επαγγελματικές ανατροπές, εξορία, οικονομικές δυσκολίες, απομάκρυνση από την Ελλάδα και τους δικούς της ανθρώπους. Η ζωή της δεν υπήρξε εύκολη. Η ίδια το γνώριζε καλύτερα από όλους.

Στην αυτοβιογραφία της, «Με νοσταλγία… για μια ζωή έτσι, χωρίς πρόγραμμα», που κυκλοφόρησε το 1999, δεν επιχείρησε να κατασκευάσει έναν εαυτό χωρίς ρωγμές. Αντίθετα, άφησε μέσα στην αφήγηση τις ήττες, τις αποφάσεις, τις παραιτήσεις, τις αρνήσεις, τις ελευθερίες της.

αρνικ σα 2 3

Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο της έχει εκείνη τη σπάνια αίσθηση μιας ζωής που δεν ζητά συγχώρεση. «Ρόδινα δε μου ήρθαν τα πράγματα» Η φράση της είναι σχεδόν ένα μικρό μάθημα βιογραφίας. Κι όμως, δεν ακούγεται σαν παράπονο. Ακούγεται σαν διαπίστωση.

Αν η Μαρία Ρεζάν αξίζει σήμερα τούτη την αγιογραφία, δεν είναι επειδή υπήρξε αλάνθαστη.

Είναι επειδή δεν χρειάστηκε να είναι. Η ζωή της είχε αντιφάσεις. Είχε αλλαγές ονόματος και ταυτότητας, έρωτες και χωρισμούς, μητρότητα και επαγγελματική ανεξαρτησία, πατρίδα και εξορία, επιτυχίες και αποτυχίες. Είχε πολιτική, τέχνη, δημοσιογραφία, ραδιόφωνο, νοσταλγία. Κι είχε, πάνω απ’ όλα, ελευθερία. Πολύ ελευθερία.

Εν κατακλείδι: Η Ρεζάν δεν υπηρέτησε τη δημοσιογραφία επειδή όλα της ήρθαν εύκολα. Την υπηρέτησε επειδή έμαθε να μην κάνει πίσω. Από την «Ελευθερία», στο «Βήμα» και στην «Καθημερινή».

Από την Αθήνα στο Παρίσι. Από την εξορία στην επιστροφή. Από το χαρτί στο μικρόφωνο. Από τους πολιτικούς στους ποιητές, από τους καλλιτέχνες στους ανθρώπους της καθημερινότητας. Και τελικά, από τη δημοσιογραφία στη μνήμη.

Η Μαρία Ρεζάν έζησε «χωρίς πρόγραμμα». Αλλά όχι χωρίς πυξίδα.

Κι ίσως αυτή να είναι η πιο όμορφη ειρωνεία της ζωής της: η γυναίκα που ονόμασε την εκπομπή της «χωρίς πρόγραμμα», έζησε με έναν πολύ καθαρό κανόνα — να μη χαρίσει ποτέ την ελευθερία της…

Προηγούμενο άρθροΠρωτοσέλιδοι βασικοί τίτλοι εφημερίδων της Κυριακής 23 Αυγούστου 2026
Επόμενο άρθροΣτραβωμένοι με Νίστρουπ – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος