Αρχική Απόψεις Εκεί που κτυπούν οι καμπάνες της Παναγιάς – Γράφει ο Χρόνης Ακριτίδης

Εκεί που κτυπούν οι καμπάνες της Παναγιάς – Γράφει ο Χρόνης Ακριτίδης

Υπάρχουν γιορτές που δεν τις θυμάσαι επειδή τις γράφει το ημερολόγιο. Τις καταλαβαίνεις από την ατμόσφαιρα. Από την καμπάνα που ακούγεται νωρίς, πρωί- πρωί. Από τους βασιλικούς που ευωδιάζουν παντού.  Από τα σπίτια που ανοίγουν, ύστερα από μήνες σιωπής. Από τα τραπέζια που στήνονται στις πλατείες και από τους ανθρώπους που, όπου κι αν τους πήγε η ζωή, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής.

Χρόνης Ακριτίδης
Γράφει ο Χρόνης Ακριτίδης

Τέτοια γιορτή είναι ο Δεκαπενταύγουστος. Η γιορτή της Παναγίας δεν είναι μόνο μια μεγάλη ημέρα της Ορθοδοξίας. Είναι και μια βαθιά ριζωμένη συνήθεια του ελληνικού καλοκαιριού, μια στιγμή όπου η πίστη συναντά τη μνήμη, το πανηγύρι την παράδοση και ο άνθρωπος τον τόπο του.

Γι’ αυτό, κάθε Αύγουστο, η Ελλάδα μοιάζει να γυρίζει για λίγο πίσω.

Στα χωριά που ξαναγεμίζουν φωνές. Στα νησιά όπου οι λευκές εκκλησιές κοιτούν το πέλαγος κι οι γαλάζιοι τρούλοι κάνουν τον σταυρό τους. Στα ορεινά ξωκλήσια, που ο ήχος της καμπάνας ταξιδεύει πιο ψηλά απ’ τις βουνοκορφές. Στις παλιές εικόνες που στολίζονται με λουλούδια και στα τάματα ανθρώπων που έμαθαν από τους παππούδες τους πως κάποια πράγματα δεν χρειάζεται να εξηγούνται, μόνο να τα κρατάς.

Και ανάμεσα σε όλα αυτά, η Παναγία. Άλλοτε πάνω σε έναν βράχο του Αιγαίου, με το βλέμμα στραμμένο στη θάλασσα. Άλλοτε σε μια μικρή εκκλησία ενός μακεδονίτικου χωριού, ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια και βουνά. Άλλοτε σε ένα μοναστήρι όπου ο δρόμος προς την εικόνα είναι μέρος της ίδιας της γιορτής.

Εκατοντάδες Παναγίες σε ολόκληρη την Ελλάδα. Καθεμιά με το δικό της όνομα, τη δική της ιστορία, τα δικά της τάματα και το δικό της πανηγύρι.

Και όλες μαζί, σαν ένα αόρατο νήμα, ενώνουν τη θάλασσα με το βουνό, τον νησιώτη με τον χωριανό, τον ξενιτεμένο με το σπίτι του και το σήμερα με μια Ελλάδα που επιμένει να θυμάται.

Τη μυρωδιά του βασιλικού που μένει στα προαύλια των εκκλησιών, το θυμίαμα που ανεβαίνει αργά προς τον αυγουστιάτικο ουρανό, το κτύπημα μιας καμπάνας που ακούγεται από μακριά και για λίγα δευτερόλεπτα κάνει τον χρόνο να μοιάζει ίδιο με τότε.

Με τον ίδιο τρόπο που ήταν τότε. Όταν οι άνθρωποι γύριζαν στα χωριά τους για να γιορτάσουν. Όταν οι ξενιτεμένοι περίμεναν τον Αύγουστο για να ξαναδούν το σπίτι τους. Όταν η γιαγιά άνοιγε το μπαούλο και έβγαζε το καλό φόρεμα, ο παππούς καθάριζε την αυλή, οι γυναίκες ζύμωναν και οι άντρες έπιαναν κουβέντα από νωρίς για το πανηγύρι. Στον Δεκαπενταύγουστο η Ελλάδα μοιάζει να έχει ένα πρόσωπο. Κι είναι το πρόσωπο μιας μάνας. Της Παναγίας!

Της θάλασσας

Στο Αιγαίο η Παναγία έχει το χρώμα της θάλασσας. Λευκά ξωκλήσια πάνω από το πέλαγος. Μικρά καμπαναριά που τα χτυπά ο άνεμος. Σκαλοπάτια ασβεστωμένα. Πανηγύρια που αρχίζουν με το «Χαίρε» και τελειώνουν όταν έχει πια χαράξει.

Στην Τήνο, στην Πάρο, στη Νάξο, στην Άνδρο, στη Λέσβο, στη Σάμο, στη Χίο, στην Κρήτη, σε κάθε νησί υπάρχει μια Παναγία που δεν είναι απλώς ένας ναός. Είναι ένας τόπος μνήμης.

Κι αν ρωτήσεις έναν νησιώτη για την Παναγία του τόπου του, δεν θα σου μιλήσει μόνο για την εικόνα. Θα σου μιλήσει για τον πατέρα του.

Για ένα καΐκι που δεν γύριζε. Για μια μάνα που ξενυχτούσε. Για ένα παιδί που ψηνόταν στον πυρετό και σώθηκε. Για έναν ναυτικό που ταξίδευε μακριά κι ήθελε την προστασία Της.  Για ένα τάμα που κρεμάστηκε στη εικόνα Της..

Της πέτρας

Κι η άλλη Ελλάδα, η άλλη Παναγιά.

Η Ελλάδα της πέτρας. Των βουνών. Των χωριών που τον χειμώνα σιωπούν και το καλοκαίρι ξαναζωντανεύουν.

Η Ελλάδα της Κοζάνης. Εδώ η Παναγία δεν έχει μπροστά της πέλαγος.

Έχει βουνά. Έχει πλαγιές, καστανιές, παλιά καλντερίμια, πέτρινα σπίτια, αυλές και καμπαναριά. Και έχει ανθρώπους που κράτησαν τις γιορτές τους σαν να κρατούσαν ένα κομμάτι από τη ζωή των παλιών.

Στην Κοζάνη και στα χωριά της, οι εκκλησίες δεν είναι μόνο χώροι λατρείας. Είναι κομμάτια της ιστορίας του τόπου. Η ίδια η αρχιτεκτονική τους, οι τοιχογραφίες, τα ξυλόγλυπτα τέμπλα και η πέτρα αφηγούνται την ιστορία κοινοτήτων που έζησαν, πάλεψαν, δημιούργησαν και κράτησαν την παράδοσή τους μέσα στους αιώνες.

Κι ανάμεσα σ’ αυτές τις μνήμες, η Παναγία έχει τη δική της θέση.

Στην Αιανή, η Κοίμηση της Θεοτόκου. Και πιο πέρα, προς τη Σιάτιστα, το Μικρόκαστρο. Εκεί η Μονή της Παναγίας Μικροκάστρου, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Εκεί που κάθε Δεκαπενταύγουστο δεν είναι μόνο οι πέτρες που μιλούν. Μιλούν και τα άλογα με τους καβαλάρηδες. Ένα έθιμο που μοιάζει να έρχεται από μια Ελλάδα πολύ μακρινή και ταυτόχρονα πολύ κοντινή. Άντρες καβαλάρηδες, άλογα στολισμένα, άνθρωποι που συγκεντρώνονται και μια ολόκληρη κοινότητα που ξαναβρίσκει, για λίγο, τον παλιό της εαυτό.

Η παράδοση των Καβαλάρηδων συνδέεται με τον εορτασμό της Παναγίας και έχει ρίζες που η τοπική παράδοση τοποθετεί στην εποχή της Τουρκοκρατίας.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως όλη η ομορφιά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου. Στο ότι η πίστη συναντά τη μνήμη. Η εκκλησία συναντά το πανηγύρι. Το κερί συναντά το τραγούδι. Και το άλογο καλπάζει δίπλα στην εικόνα.

Δεν χρειάζεται να είσαι βαθιά θρησκευόμενος για να συγκινηθείς.

Αρκεί να έχεις καταλάβει κάποτε, τι σημαίνει «τόπος».

Ναι λοιπόν. Δεκαπενταύγουστος σημαίνει η Ελλάδα που προσεύχεται.

Η Ελλάδα που θυμάται. Η Ελλάδα που γιορτάζει. Η Ελλάδα που υπάρχει. Η Ελλάδα που έχει το παιδικό μας χαμόγελο στην αυλή της εκκλησίας. Η Ελλάδα στην οποία κτυπούν καμπάνες γιορτής! Η Ελλάδα που, όσο υπάρχει ένα κερί αναμμένο στο μικρό εκκλησάκι του χωριού μας, θα κτυπούν οι καμπάνες της ζωής.

Χρόνια πολλά στην Ελλάδα του Δεκαπενταύγουστου.

Στις Παναγίες του Αιγαίου. Στις Παναγίες των βουνών.

Και σε εκείνη τη μικρή, αθέατη Παναγία που ο καθένας κουβαλά μέσα του — εκεί όπου η πίστη, η μνήμη και η πατρίδα μιλούν ακόμη την ίδια γλώσσα.

Ο Χρόνης Ακριτίδης
είναι τοπογράφος/Μηχανικός & Συγκοινωνιολόγος.  
Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας
«Ανάπλαση Δημοσίων Χώρων ΑΕ»
Προηγούμενο άρθρο… Άι σαπέρ, άι σαπέρ, δεν χωράμε στο τρακτέρ… – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος
Επόμενο άρθροΆκης Σκέρτσος: Το Antinero συμβάλλει σημαντικά στον περιορισμό της ζημίας όταν προκύψει μια πυρκαγιά