Η κρίση του στρατιωτικού επαγγέλματος – Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Σκυλάκης

Οι στρατιωτικές σχολές και κατ΄ επέκταση το στρατιωτικό επάγγελμα τα τελευταία έτη αντιμετωπίζουν μια βαθειά κρίση που τείνει να ξεφύγει από τα στενά όρια της παροδικότητας και μετατρέπεται σε μονιμότητα με ανεξέλεγκτες και δυσμενέστατες επιπτώσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΔ) και στην επιχειρησιακή τους ικανότητα.

Λάζαρος Σκυλάκης
Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Σκυλάκης

     Ιστορικά η εισαγωγή σπουδαστών στις σχολές των ΕΔ και ιδιαιτέρως στις αντίστοιχες του Στρατού Ξηράς (ΣΞ), παρουσίασαν διάφορες διακυμάνσεις εξαρτώμενες από ποικίλους παράγοντες. Χαρακτηριστικά στη Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) μέχρι τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου φοιτούσαν οι γόνοι της ελληνικής ελίτ, αργότερα λόγω των αυξημένων αναγκών ο αριθμός αυξήθηκε κατακόρυφα  και η προέλευση μετατοπίστηκε στην μεσαία τάξη. Ουδέποτε όμως έφτασε στα σημερινά επίπεδα απαξίωσης, ποιοτικής και ποσοτικής.

            Διαχρονικά, τρείς είναι οι λόγοι που ένας νέος σε κάθε χώρα επιλέγει το στρατιωτικό επάγγελμα. Πρώτον ιδεολογικοί (η αγάπη προς την πατρίδα, τον στρατό, την στολή κλπ), δεύτερον κοινωνικοί (η θέση και η αίγλη των ΕΔ μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον) και τρίτον οικονομικοί μαζί με τις εργασιακές συνθήκες και απαιτήσεις (μισθολόγιο, εξέλιξη, οικογένεια, μεταθέσεις κλπ). Αυτοί οι τρεις παράγοντες όσο συνυπάρχουν και βρίσκονται σε υψηλό βαθμό, τόσο και το στρατιωτικό επάγγελμα γίνεται και ελκυστικότερο. Δυστυχώς, στην χώρα μας συστηματικά, οργανωμένα και μεθοδευμένα καταπολεμούνται οι δύο πρώτοι λόγοι. Από την δεκαετία του 1980 διαβρώνονται οι αξίες και οι έννοιες πάνω στις οποίες βασίστηκε διαχρονικά το ελληνικό κράτος. Τα αισθήματα που σήμερα κυοφορεί η ελληνική κοινωνία για τον στρατό, κυμαίνονται από την συμπάθεια και κατανόηση, μέχρι την αδιαφορία και την αντιπάθεια. Ελάχιστοι αισθάνονται υπερηφάνεια, όπως παλαιότερα.

Επομένως ο κυριότερος λόγος που απομένει σε ένα νέο για να επιλέξει τη στρατιωτική καριέρα είναι ο τρίτος, ο οποίος όμως είναι αποτελεσματικός σε δύο περιπτώσεις. Πρώτη, όταν η χώρα διανεύει περιόδους οικονομικής και κοινωνικής αβεβαιότητας, οπότε το στρατιωτικό επάγγελμα αποτελεί καταφύγιο με εγγυημένες προοπτικές. Τέτοια περίοδος ήταν η παρελθούσα δεκαετία της οικονομικής κρίσης, με την βάση εισαγωγής στα όπλα, το 2014 στην ΣΣΕ να φτάνει τα 16.890 μόρια και στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ) τα 15.674, επιδόσεις που θα ζήλευαν και οι καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές. Δεύτερη περίπτωση είναι όταν η χώρα βρίσκεται σε σταθερό ή βελτιούμενο οικονομικό περιβάλλον, όπως είναι η παρούσα χρονική περίοδος, οπότε η ηγεσία αντιλαμβανόμενη την διαφοροποίηση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών λαμβάνει σοβαρά μέτρα για να συνεχίσει το στρατιωτικό επάγγελμα να είναι ελκυστικό. Εδώ ακριβώς είναι η ουσία του ζητήματος, καθόσον η ηγεσία μας δεν αντιλήφθηκε ή δεν ήθελε να αντιληφθεί τις ραγδαίες αλλαγές με επακόλουθο να μην λάβει κανένα ουσιώδες μέτρο για να τις αντιμετωπίσει.

            Το πρόβλημα εμφανίζεται το 2021 και έκτοτε επιδεινώνεται συνεχώς, εστιάζεται δε στις μάχιμες θέσεις όλων των σχολών και κυρίως του ΣΞ και του Πολεμικού Ναυτικού (ΠΝ). Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος να αναφέρουμε ότι οι κενές θέσεις στα όπλα στην ΣΣΕ ανήλθαν το 2021 στο 39,92% (103 θέσεις), το 2022 στο 61,5% (139), το 2023 στο 28,3% (70), το 2024 στο 75% (230) και το 2025 στο 53,5% (131), χωρίς να υπολογίζονται οι παραιτήσεις.

Η κατάσταση στις Σχολές Υπαξιωματικών είναι ακόμα χειρότερη. Στη ΣΜΥ, το 2024 οι κενές θέσεις ανήλθαν στο 74% (148) και το 2025 «επετεύχθη» το μοναδικό ρεκόρ αποτυχίας που έφρασε στο 81% (μόνο 38 επιτυχόντες). Ακόμα ζοφερότερη είναι η ποιότητα και οι επιδόσεις των επιτυχόντων σε όλες τις σχολές, που δημιουργούν αισθήματα θλίψης και απογοήτευσης. Η βάση εισαγωγής στην ΣΣΕ το 2025 ήταν 10.865 μόρια και στην ΣΜΥ 9.170, ενώ στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών του Ναυτικού (ΣΜΥΝ) η βάση ήταν στα 8.940 μόρια.

Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι αρκετά. Ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν στην πλήρη απαξίωση των νέων προς τις ΕΔ; Υπάρχει θεραπεία και αντιστροφή της αρνητικής κατάστασης; Σε τι ενέργειες έχει προβεί η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία των ΕΔ για να αντιμετωπίσει το όλο φαινόμενο; Εάν εστιαστούμε στο τελευταίο ερώτημα θα διαπιστώσουμε ότι δυστυχώς η ηγεσία μας, ούτε είχε, ούτε έχει αντιληφθεί τις ταχύτατες αλλαγές και διαφοροποιήσεις που συντελούνται στην χώρα μας, οι δε αντιδράσεις της είναι σπασμωδικές και επιφανειακές, ενώ το ενδιαφέρον της για το προσωπικό προσχηματικό. Ενεργώντας με προχειρότητα προσπάθησε να επιλύσει το πρόβλημα με την συνεχή μείωση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), που εισήχθη στις πανελλαδικές εξετάσεις από το 2021, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.  Αρχικά η ΕΒΕ για τις Σχολές Αξιωματικών καθορίστηκε στο 1,2 και για τις Σχολές των Μονίμων  Υπαξιωματικών στο 1 και κατέβηκαν το 2025 στο 0,9 και στο 0,8 αντίστοιχα. Τώρα το δίλλημα είναι ότι δεν μπορούν να κατεβάσουν και άλλο την ΕΒΕ γιατί καμία σχολή στην ελληνική επικράτεια δεν έχει κάτω από το 0,8.

Πολλοί θεωρούν ότι το ζήτημα θα λυθεί με την εξαίρεση των σχολών μας από την ΕΒΕ ή τη διενέργεια ξεχωριστών εξετάσεων. Κατά την άποψη του γράφοντος και οι δύο επιλογές είναι απολύτως λανθασμένες, καθόσον θα περιθωριοποιήσουν τις ΕΔ και θα τις διαχωρίσουν από την υπόλοιπη κοινωνία. Επιπλέον θα υποβαθμιστεί το κύρος των Σχολών, θέτοντας σε αμφισβήτηση το αδιάβλητο των εξετάσεων, χωρίς να επιλύει κανένα πρόβλημα ποιότητας.

 Οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν στην ραγδαία απαξίωση του συγκεκριμένου επαγγέλματος είναι οι πενιχρές αποδοχές σε συνάρτηση με τις δύσκολες εργασιακές συνθήκες, τις συχνές μεταθέσεις, το υψηλό κόστος ενοικίου και ζωής, τις οικογενειακές ανάγκες κλπ. Μεγάλο μέρος των στελεχών για να επιβιώσει αναγκάζεται παρατύπως να εργάζεται ως σερβιτόροι, παρκαδόροι, ταχυμεταφορείς, σε εταιρείες κέτερινγκ, βαφείς, και αλλού. Κάθε σύγκριση με αντίστοιχα επαγγέλματα στον πολιτικό τομέα είναι ετεροβαρής. Όλα αυτά δημιουργούν γκρίνια, μιζέρια και κακομοιριά.

Σήμερα η πολιτεία προσπαθεί να περιορίσει την πλήρη απαξίωση του στρατιωτικού επαγγέλματος αναγγέλλοντας προγράμματα στέγασης ή εκπονώντας νόμους με βαρύγδουπους επικοινωνιακούς τίτλους, όπως ο «Χάρτης μετάβασης των ΕΔ στη Νέα Εποχή». Και τα δύο, εκτός του ότι είναι πολύ λίγα και πολύ αργά, είναι αμφιβόλου υλοποίησης και αποτελεσματικότητας. Επιπλέον, ο πρόσφατα ψηφισθείς νόμος θέτει και την ταφόπλακα των Μονίμων Υπαξιωματικών, οι οποίοι απαξιώνονται και για αυτό βρίσκονται σε αναβρασμό. Αποστερούνται κεκτημένων δικαιωμάτων και θα έχουν μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις στο εφάπαξ και στα μερίσματα που θα ελάμβαναν με την αποστρατεία τους, ενώ οι αυξήσεις που θα λάβουν οι εν ενεργεία υπαξιωματικοί κυμαίνονται σε επίπεδα φιλοδωρήματος. Δεν είναι υπερβολή να θεωρήσουμε ότι οι Σχολές Υπαξιωματικών θα εισέλθουν σε μια περίοδο πλήρους μαρασμού, παρακμής και απαξίωσης και όσοι ελάχιστοι θα φοιτούν σε αυτές θα είναι είτε παραπληροφορημένοι, είτε «δεν θα έχουν να κάνουν τίποτα καλύτερο στη ζωή τους».

Η επίλυση της κρίσης του στρατιωτικού επαγγέλματος μπορεί να επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό μόνο με την στέγαση όλων ανεξαιρέτως των στελεχών των ΕΔ, όταν μετατίθενται εκτός του τόπου συμφερόντων τους. Εν κατακλείδι, με ημίμετρα και πυροτεχνήματα δεν μπορεί να καταστεί το επάγγελμα του στρατιωτικού ελκυστικό. Γνωρίζουν οι ιθύνοντες ότι χωρίς σοβαρές παροχές δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα.

Προηγούμενο άρθροΥγεία: Σταθεροποίηση των ποσοστών θνησιμότητας των γυναικών στην Ευρώπη από καρκίνο του πνεύμονα
Επόμενο άρθροΨυχολογία: Δεν υπάρχουν άψογοι γονείς… Υπάρχουν γονείς που προσπαθούν! – Γράφει ο ψυχολόγος Γιάννης Ξηντάρας