
Τις τελευταίες ημέρες ζούμε στους ρυθμούς μιας ανασκόπησης όσων συνέβησαν στην τραυματική περίοδο που καλύπτει χρονικά όσα συνέβησαν από την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά- Βενιζέλου, μέχρι εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 2015. Όλα ξεκίνησαν εσχάτως, όταν ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε ότι θέλει να …ξανασώσει την Ελλάδα, υπερασπιζόμενος τις επιλογές του, αλλά και το οιονεί εμφυλιοπολεμικό κλίμα που ουσιαστικά καθιέρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Όλα εξακολουθούν να συνεχίζονται, ειδικά μετά την μετάδοση του πρώτου μέρους του ντοκιμαντέρ των Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, που βασίστηκε στο σπουδαίο βιβλίο τους «Η τελευταία μπλόφα». Σ’ αυτά, συνετέλεσε κι η προχθεσινή επέτειος ψήφισης του πρώτου μνημονίου, το 2010, αλλά και της ανεξιχνίαστης δολοφονίας των τριών εργαζομένων της Marfin, Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, Επαμεινώνδα Τσάκαλη και Παρασκευής Ζούλια.
Σαν να κουβαλά ακόμη η πόλη εκείνη τη μυρωδιά του καμένου φόβου και της σιωπής που έμεινε πίσω στα πεζοδρόμια.
Συνεχίζοντας λοιπόν τις «μαύρες» αναδρομές, θα θυμηθούμε σήμερα την ψήφιση του 1ου μνημονίου. Τότε, είχε συμβεί κάτι: Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, υπουργός Εθνικής Άμυνας, στην κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου – μέσα στις κατάρες και τους οδυρμούς του λαϊκισμού και μεγάλου μέρους της κοινωνίας που έχανε κεκτημένα των λεφτόδεντρων- ζήτησε το 1ο μνημόνιο να ψηφιστεί με πλειοψηφία 180 βουλευτών κι όχι μόνο από την πλειοψηφία του ΠαΣοΚ. Ο Γιώργος Παπανδρέου, αιφνιδιάστηκε και το περιβάλλον του τον έπεισε να αρνηθεί κάτι τέτοιο, αφού αν τυχόν δεν ψηφιζόταν το μνημόνιο με πλειοψηφία 180 βουλευτών, η χώρα θα κατέρρεε. Ο πανικός επικράτησε πέριξ του Γιώργου Παπανδρέου. Κι η απόφαση που ελήφθη δεν ήταν διόλου διαχειρίσιμη κι έμελλε να είναι η αρχή του τέλους του ΠαΣοΚ, που έφτασε τελικά σε ποσοστά πολιτικής καχεξίας.
Ο Παπανδρέου δεν διέθετε την τόλμη και το ειδικό βάρος να θέσει τα άλλα κόμματα προ των ευθυνών τους και να τα αναγκάσει να κρατήσουν υπεύθυνη στάση, χωρίς λαϊκισμούς και πολιτικούς βερμπαλισμούς. Ο Βενιζέλος δεν εισακούστηκε κι όλα όσα ακολούθησαν είναι πια ιστορία. Η Ελλάδα, παραδόθηκε στις δυνάμεις του πεζοδρομίου, του αντισυστημισμού και της οχλαγωγίας, συμπεριλαμβανομένης της ΝΔ του Σαμαρά, που καλλιεργούσε τον «λαϊκισμό» του αντιμνημονίου, με τα φαιδρά… Ζάππεια κι αντιστεκόταν στην απαιτούμενη συναίνεση. Μάλιστα, τότε ο Σαμαράς διέγραψε την Ντόρα Μπακογιάννη, που ήταν αντίθετη στην καταψήφιση του 1ου μνημονίου και τελικά το υπερψήφισε. Ήταν η αρχή του τέλους και για τη ΝΔ, που επί Σαμαρά έφτασε σε ιστορικό χαμηλό ποσοστό, 18,8%!
Κι έτσι η πολιτική έγινε μια θάλασσα φουρτουνιασμένη, όπου οι πιο ψύχραιμες φωνές χάνονταν μέσα στον άνεμο της δημαγωγίας.
Παρ’ ότι η ιστορία δεν γράφεται με τα «αν», παρ’ ότι δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα είχε συμβεί αν ο Παπανδρέου αποδεχόταν την πρόταση Βενιζέλου για πλειοψηφία 180 βουλευτών, η απορία παραμένει:
Τι θα είχε αλλάξει στη χώρα, αν το 1ο Μνημόνιο ψηφιζόταν με ευρεία πλειοψηφία, όπως πρότεινε ο Ευάγγελος Βενιζέλος; Τι θα είχε αλλάξει στη χώρα, αν ο Σαμαράς δεν έμπαινε πρώτος στον χορό του λαϊκισμού, με τα Ζάππεια και μεγάλα τμήματα της Λαϊκής Δεξιάς; Τι θα είχε συμβεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, που ουσιαστικά εκτοξεύθηκε με κοινωνικά ρεύματα προερχόμενα από το ΠαΣοΚ αλλά και τη ΝΔ; Θα είχε υπάρξει η τερατογέννεση της Χρυσής Αυγής αλλά κι η …κυβερνητική αναβάθμιση της Ακροδεξιάς τάσης της ΝΔ, που τελικά συνεργάστηκε αργότερα με την Αριστερά του Τσίπρα;
Ερωτήματα που μοιάζουν με σκιές πάνω σε παλιές φωτογραφίες μιας χώρας που πάλευε ν’ αναπνεύσει.
Κανείς δεν γνωρίζει, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Άλλωστε, οι υποθέσεις δεν χωράνε στην πολιτική, ούτε οι ερωτήσεις του τύπου… «τι θα γινόταν αν…». Όπως δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα είχε συμβεί αν ο Γιώργος Παπανδρέου δεν βιαζόταν να ρίξει τον Κώστα Καραμανλή (με την καταψήφιση του Κάρολου Παπούλια, που υπερψήφισε όταν νίκησε στις εκλογές του 2009) ή αν ο Τσίπρας δεν βιαζόταν να ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου, με την καταψήφιση του Σταύρου Δήμα, που οδήγησε στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 και όσα ακολούθησαν…με τις εσωτερικές εξεγέρσεις και τα σπριντ προς την …καλοκαιρινή άβυσσο…
Κανείς δεν γνωρίζει λοιπόν, τι θα γινόταν. Άλλωστε η Ιστορία δεν επιστρέφει ποτέ για να διορθώσει τα βήματά της, αφήνει μόνο σημάδια και ανθρώπους να τα ερμηνεύουν χρόνια μετά. Και κάπως έτσι, μια ολόκληρη εποχή έμεινε να αιωρείται πάνω από τη χώρα σαν βαρύ σύννεφο, υπενθυμίζοντας πόσο ακριβό μπορεί να γίνει το τίμημα των ψευδαισθήσεων.
Το βέβαιο είναι ότι δεν θα μαθαίναμε ποτέ πόσο ανίκανη να κυβερνήσει είναι η Αριστερά των ουτοπιών, των παραμυθένιων οραμάτων και των αυταπατών… Με ή χωρίς νταούλια…











