
Μια μεγάλη οικονομική απώλεια στις χρηματαγορές, το επαγγελματικό αδιέξοδο και ένας δίσκος με ραπανάκια, άλλαξαν ριζικά τη ζωή του. Ο Θανάσης Καλλιντέρης με 100 ευρώ στην τσέπη, αποφάσισε να ξεκινήσει από το μηδέν και να κυνηγήσει το όνειρο του. Γράφει τη δική του επιτυχημένη ιστορία με επιμονή, ρίσκο και πίστη, σε ένα διαφορετικό και καινοτόμο μοντέλο καλλιέργειας παραγωγής μικρολαχανικών (microgreens).
Όπως εξηγεί ο Θανάσης Καλλιντέρης μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «η ιδέα για τη συγκεκριμένη επιχείρηση ήρθε μετά από μια πολύ μεγάλη και σοκαριστική απώλεια χρημάτων που είχα στις χρηματαγορές, όπου τότε έκανα trading επαγγελματικά, με σκοπό να μπορέσω να πετύχω την οικονομική μου ανεξαρτησία και έπειτα να αγοράσω μια φάρμα και να ζήσω πιο κοντά στη φύση», αναφέρει και τονίζει πως αυτή η συνειδητοποίηση άλλαξε την οπτική του. «Συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσα να πετύχω έναν στόχο μέσα από μια τελείως διαφορετική διαδρομή. Και αυτό, τόσο για εμένα όσο και γενικά, θεωρώ ότι δεν λειτουργεί. Η δουλειά που επιλέγει κάποιος στη ζωή του δεν μπορεί να αποτελεί μόνο μέσο οικονομικής αποκατάστασης. Αυτό με το οποίο ασχολούμαστε πρέπει να γεμίζει, εκτός από την τσέπη μας, και τις ψυχικές μας αποθήκες. Αλλιώς κάποια στιγμή αδειάζεις».
Η αρχή έγινε με έναν δίσκο με ραπανάκια
Μπορεί οι συνθήκες να μην ήταν ιδανικές όπως εκμυστηρεύεται, ωστόσο, «παραδέχτηκα στον εαυτό μου κάτι πολύ απλό, αφού ο τελικός στόχος είναι να φτιάξουμε μια ωραία φάρμα και να ζήσουμε έτσι, ας ξεκινήσουμε να φτιάχνουμε αυτή τη φάρμα τώρα», σημειώνει χαρακτηριστικά και εξηγεί πως, «εκείνη τη στιγμή ήμουν στο Περιστέρι, φιλοξενούμενος από έναν φίλο μου, χωρίς καθόλου χρήματα. Είχα τη δυνατότητα να μαζέψω ίσως 100-150 ευρώ από κάποια μεροκάματα που έκανα. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω πώς μπορώ να ξεκινήσω να καλλιεργώ χωρίς να μου ανήκει γη και ανακάλυψα ότι υπάρχει η δυνατότητα να καλλιεργήσεις microgreens ακόμα και μέσα στο σπίτι σου, πάνω σε ραφιέρες με φώτα, και να μπορείς να τα θερίσεις μέσα σε περίπου μία εβδομάδα».
«Παρήγγειλα κατευθείαν μερικούς δίσκους και μερικά σποράκια, το δοκίμασα και όντως βγήκαν.Θυμάμαι ακόμα την πρώτη συγκομιδή. Ήταν στις 20 Απριλίου του 2023 και ήταν ένας δίσκος με ραπανάκι. Αυτός ο ένας δίσκος ήταν η αρχή για να δημιουργήσω τη «φάρμα»’ μου, η οποία σήμερα είναι από τις πιο γνωστές εταιρείες παραγωγής microgreens στην Ελλάδα και, κατά κοινή ομολογία πολλών από τους σεφ με τους οποίους συνεργαζόμαστε, από τις καλύτερες ποιοτικά», αναφέρει.
«Έκανα κυριολεκτικά all in»
Η έλλειψη κεφαλαίου αποτέλεσε, όπως τονίζει, τη μεγαλύτερη δυσκολία των πρώτων μηνών. Όταν δεν υπάρχει οικονομικό απόθεμα, κάθε αγορά γίνεται ρίσκο και κάθε παραγωγή πρέπει σχεδόν αμέσως να μετατραπεί σε πώληση. «Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν σαφώς η έλλειψη κεφαλαίου. Ειδικά στην αρχή, ξέμενα συνεχώς από χρήματα. Επειδή αγόραζα τα πάντα λιανική, για να μπορέσω να πουλήσω κάτι σε μια τιμή που να έχει νόημα να το αγοράσει ο εστιάτορας, σήμαινε ότι εγώ δεν θα είχα σχεδόν καθόλου κέρδος.Το να αγοράσεις κάτι, να το καλλιεργήσεις και μετά, μόνο εάν πουληθεί, να ξαναπάρεις χρήματα, είναι πολύ ρισκαδόρικο όταν δεν έχεις κεφάλαιο. Εγώ στην αρχή έκανα κυριολεκτικά all in. Μπορεί να είχα όλα μου τα χρήματα, 100 ευρώ, και να πήγαινα να αγοράσω 80 ευρώ χώμα και 20 ευρώ σπόρους. Υπόλοιπο μηδέν. Οπότε αν δεν κατάφερνα μετά να πουλήσω αρκετά microgreens, θα έμενα στον άσσο».
Η καθημερινότητα ήταν ένας διαρκής αγώνας μεταξύ παραγωγής και επιβίωσης. Όπως περιγράφει ο ίδιος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, δεν υπήρχε η πολυτέλεια να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην επιχείρηση από την πρώτη ημέρα και σημειώνει πως, «έτρεχα από το πρωί μέχρι το βράδυ και για να καλλιεργήσω και για να κάνω κάποιο μεροκάματο, οποιαδήποτε δουλειά μπορούσα να κάνω. Από μεσιτείες και ενοικιάσεις ακινήτων, μέχρι αγοραπωλησίες επιχειρήσεων, όπου αφιέρωνα χρόνο για να συνδέσω αγοραστές με πωλητές με την ελπίδα ότι μπορεί να πληρωθώ από κάποια συναλλαγή. Δούλεψα σερβιτόρος, έκανα διανομή πετρελαίου, δούλεψα σε γεωπονικά καταστήματα. Έχω κάνει πάρα πολλές δουλειές, παράλληλα την ίδια στιγμή, έπρεπε να κερδίσω την εμπιστοσύνη ανθρώπων που είχαν ήδη σταθερές συνεργασίες. Και εκεί, η ποιότητα έγινε το σημαντικότερο όπλο μου».
«Και την ίδια στιγμή έπρεπε να πηγαίνω με ένα χαμόγελο και ένα πάρα πολύ καλό προϊόν μπροστά σε πολύ αυστηρούς, πολύ γνωστούς και πολύ καλούς σεφ και να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους.Οι άνθρωποι αυτοί μέχρι τότε συνεργάζονταν με μεγάλες εταιρείες, με ανθρώπους που ήταν χρόνια στον χώρο. Και δεν είναι ότι εκείνοι έκαναν άσχημα τη δουλειά τους. Απλώς, εγώ την έκανα εμμονικά καλά και αυτό ήταν το βασικό», τονίζει.
«Κάνοντας τη δουλειά μου εμμονικά καλά, κατάφερα να ξεπεράσω και την έλλειψη κεφαλαίου, γιατί σχεδόν πάντα κατάφερνα να ξεπουλάω και ακόμα και τις φορές που δεν πουλούσα κάτι, πήγαινα και το έδινα δωρεάν ως δείγμα σε ανθρώπους που ήξερα ότι θα μπορούσαν να το εκτιμήσουν. Οπότε ακόμα και κάτι που διαφορετικά θα ήταν χασούρα, μπορούσε να γίνει η αρχή μιας συνεργασίας», σημειώνει.
Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα
Μιλώντας για το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα, ο Καλλιντέρης δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα. Αντίθετα, μιλά με ιδιαίτερη ευθύτητα για τις δυσκολίες αλλά και τις ευκαιρίες που βλέπει. «Για εμένα σημαίνει μια πράξη που ακόμα δεν ξέρω αν είναι ηρωισμός ή ηλιθιότητα», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως «από τη μία πλευρά υπάρχουν κλάδοι στους οποίους ένας νέος επαγγελματίας μπορεί να ξεχωρίσει σχετικά γρήγορα. Γιατί το επιχειρηματικό περιβάλλον της Ελλάδας από τη μία, είναι σχετικά εύκολο, με την έννοια ότι σε πολλούς κλάδους υπάρχει χαμηλός ανταγωνισμός και χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών και πολλές φορές αυτό συμβαίνει γιατί οι επαγγελματίες οι ίδιοι είναι εξουθενωμένοι. Λένε “αφού δεν βγαίνει, αφού δεν πληρώνομαι καλά, γιατί να κάνω το κάτι παραπάνω;”. Οπότε ένας άνθρωπος που θα μπει και θα αποφασίσει να κάνει εμμονικά καλή δουλειά μπορεί να ξεχωρίσει αρκετά γρήγορα».
Η δύναμη του μικρού παραγωγού
«Το βασικό στοιχείο μας είναι ότι λειτουργούμε με πρωτόκολλα μεγάλων εταιρειών, αλλά έχουμε την ευελιξία ενός πολύ μικρού τοπικού παραγωγού», εξηγεί και προσθέτει πως, «η επιχείρηση έχει συγκεκριμένες διαδικασίες και ποιοτικούς ελέγχους, χωρίς όμως να χάνει την προσωπική επαφή με τον πελάτη. Έχουμε πρωτοκολλημένες διαδικασίες, ποιοτικούς ελέγχους και μια λογική παραγωγής που θα περίμενες από μια εταιρεία με δεκαπλάσια δυναμική από εμάς. Ταυτόχρονα όμως, οι πελάτες μπορούν να μιλήσουν κατευθείαν μαζί μου. Και έχουμε τρομερή ευελιξία. Καταφέρνουμε να συνδυάζουμε τη σταθερότητα, τις διαδικασίες και τις ανταγωνιστικές τιμές μιας μεγάλης εταιρείας με την ευελιξία και το μεράκι ενός μικρού παραγωγού. Και νομίζω ότι εκεί είναι όλη η διαφορά».
Από τα εστιατόρια στην αστική παραγωγή
Το όραμα του Θανάση Καλλιντέρη δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη της επιχείρησής του, αφορά σ’ έναν διαφορετικό τρόπο παραγωγής και διανομής τροφής, με την καλλιέργεια να βρίσκεται πιο κοντά στις πόλεις και στον τελικό καταναλωτή. «Τα επόμενα χρόνια βλέπω την επιχείρηση σε πολύ περισσότερες πόλεις, τόσο ευρωπαϊκές όσο και αμερικανικές, στόχος είναι τα microgreens να περάσουν από την κουζίνα των εστιατορίων και στο καθημερινό τραπέζι. Θέλω να φέρουμε τα ποιοτικά και φρέσκα microgreens που καλλιεργούμε όχι μόνο στα εστιατόρια που ήδη τα χρησιμοποιούν και τα αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο για να αναδείξουν τις γεύσεις και τα χρώματά τους, αλλά και στον καθημερινό καταναλωτή. Μέσω λιανικής, μέσω σούπερ μάρκετ ή ακόμα και μέσω δικής μας τροφοδοτικής αλυσίδας».
«Σήμερα παίρνουμε απλά φυλλώδη λαχανικά και τα ταξιδεύουμε εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στον καταναλωτή. Έχουμε μεταφορικά, εργατικά, αποθήκευση, απώλειες στη μεταφορά, απώλειες πάνω στο ράφι και στο τέλος πολλές φορές πετάμε και ένα μεγάλο ποσοστό από αυτό που αγοράσαμε», σημειώνει και διευκρινίζει, «Εμείς θέλουμε να καλλιεργούμε μέσα στα ίδια τα αστικά κέντρα ή πολύ κοντά σε αυτά. Αντί δηλαδή να έρχεται μια σαλάτα από τη Δράμα στην Αθήνα, να έρχεται μια σαλάτα microgreens από την Αθήνα στην Αθήνα. Έτσι γλιτώνουμε τεράστιο κομμάτι μεταφορικών και απωλειών και μπορούμε να έχουμε ένα προϊόν υπερφρέσκο, με πολύ μεγάλη θρεπτική αξία και σε ανταγωνιστική τιμή».
Το μάθημα που δίνει στα παιδιά
Ο Θανάσης Καλλιντέρης συμμετέχει σε δράσεις σε νηπιαγωγεία και δημοτικά και όπως σημειώνει, η εμπειρία είναι από τις πιο όμορφες που έχει ζήσει.«Η εμπειρία του να εκπαιδεύεις μικρά παιδιά, ειδικά γύρω από τη φύση, την καλλιέργεια και την επαφή με το χώμα, είναι από τις ομορφότερες εμπειρίες που έχω ζήσει στη ζωή μου. Το κάνω αρκετές φορές σε νηπιαγωγεία και δημοτικά και πραγματικά βλέπεις τα μάτια των παιδιών να λάμπουν. Τα βλέπεις να ανθίζουν μέσα από αυτές τις διαδικασίες. Γιατί έρχονται σε επαφή με αυτό που είμαστε, κατά τη γνώμη μου, πραγματικά σχεδιασμένοι να κάνουμε: να παίζουμε, να γελάμε, να μαθαίνουμε, να εξερευνούμε, να βάζουμε τα χέρια μας στο χώμα και να δημιουργούμε κάτι».
Η διαδικασία είναι απλή αλλά αποκαλυπτική. Τα παιδιά καλλιεργούν τα ίδια τα microgreens και στη συνέχεια τρώνε αυτό που δημιούργησαν. «Κάνουμε όλη τη διαδικασία μαζί. Φτιάχνουμε τα χώματα, σπέρνουμε, περιμένουμε, κόβουμε τα microgreens, φτιάχνουμε τη σαλάτα, τη χωρίζουμε στα πιατάκια μας και καθόμαστε όλοι μαζί να τη φάμε. Και τα παιδιά τρώνε τη σαλάτα τους με απίστευτη όρεξη», περιγράφει και όπως εξηγεί, το μυστικό δεν είναι να πείσεις ένα παιδί ότι κάτι είναι καλό για εκείνο, αλλά να το κάνεις μέρος της διαδικασίας.
«Πολλές φορές, οι δασκάλες με κοιτάνε με απορία και μου λένε, “Θανάση, δεν έχω ξαναδεί παιδί να τρώει σαλάτα με τόση όρεξη. Εμείς συνήθως, τσακωνόμαστε μαζί τους για να φάνε τη μισή σαλάτα που τους έχουν βάλει από το σπίτι. Πώς το έκανες;” Και η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή, τους έδωσα έναν σημαντικό ρόλο. Τα έκανα involved με το φαγητό τους. Δεν έκανα το φαγητό ένα task. Δεν το έκανα ένα “πρέπει”. Δεν τους είπα “πρέπει να φας τη σαλάτα σου γιατί κάνει καλό”. Δεν τους έβαλα πίεση στο πόσο πρέπει να φάνε. Τους έδωσα την ευκαιρία να ανακαλύψουν πώς ακριβώς δημιουργείται το φαγητό τους και επειδή επένδυσαν χρόνο και ενέργεια στη δημιουργία του, συνδέθηκαν με αυτό και έτσι το απόλαυσαν».
«Δεν χρειάζεται να είσαι ατρόμητος»
Αν υπάρχει ένα μήνυμα που διατρέχει ολόκληρη την πορεία του, αυτό είναι η σχέση με τον φόβο και το ρίσκο. Ο νεαρός παραγωγός δεν υποστηρίζει ότι η επιχειρηματικότητα είναι μια εύκολη υπόθεση ούτε ότι όλοι πρέπει να γίνουν επιχειρηματίες. Υποστηρίζει, όμως, ότι δεν πρέπει ο φόβος της αποτυχίας να γίνεται μόνιμη δικαιολογία. «Θα τον έβαζα πρώτα να σκεφτεί ποια είναι τα πράγματα που έχει μετανιώσει περισσότερο μέχρι σήμερα στη ζωή του. Και θα τον ρωτούσα, αν είναι πράγματα που έκανες ή πράγματα που δεν έκανες. Γιατί νομίζω ότι αν κάτσουμε όλοι και το σκεφτούμε σοβαρά, τα περισσότερα πράγματα που μετανιώνουμε είναι αυτά που δεν κάναμε. Οι προσπάθειες που δεν κάναμε. Οι συζητήσεις που δεν κάναμε. Τα ρίσκα που δεν πήραμε. Τα όνειρα που αφήσαμε στην άκρη επειδή φοβηθήκαμε μήπως δεν βγουν. Και κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβεις ότι ο χρόνος περνάει είτε επιχειρήσεις είτε όχι. Σε πέντε χρόνια θα είσαι πέντε χρόνια μεγαλύτερος έτσι κι αλλιώς. Η ερώτηση είναι αν τότε θα λες “το δοκίμασα και δεν βγήκε” ή “γαμώτο, ήθελα να το κάνω και δεν τόλμησα ποτέ”. Εγώ προτιμώ χίλιες φορές το πρώτο».
Ωστόσο, σπεύδει να διευκρινίσει ότι το ρίσκο δεν σημαίνει απερισκεψία, «θέλω να ξεκαθαρίσω ότι επιχειρηματικότητα δεν σημαίνει να κάνεις τον τρελό και να παίρνεις ρίσκα που μπορούν να καταστρέψουν όλη σου τη ζωή. Σημαίνει να μάθεις να παίρνεις ασύμμετρα ρίσκα. Δηλαδή να ρισκάρεις κάτι σχετικά μικρό για την πιθανότητα να κερδίσεις κάτι τεράστιο», αναφέρει, εξηγώντας ότι η ουσία βρίσκεται στο να περιορίζεις το πιθανό κόστος μιας αποτυχίας, χωρίς να περιορίζεις υπερβολικά την πιθανότητα μιας μεγάλης επιτυχίας.
Και καταλήγει σε μια φράση που συνοψίζει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη δική του φιλοσοφία, «Δεν χρειάζεται να είσαι ατρόμητος. Χρειάζεται να φοβάσαι και να το κάνεις έτσι κι αλλιώς, όταν έχει νόημα. Γιατί αν περιμένεις να έρθει η στιγμή που θα νιώθεις 100% έτοιμος, δεν θα ξεκινήσεις ποτέ. Να πιστεύεις στον εαυτό σου ακόμα και όταν οι συνθήκες δεν σου δείχνουν κανένα ιδιαίτερο δείγμα ότι θα έπρεπε. Ακόμα και όταν τα πράγματα δεν λειτουργούν. Ακόμα και όταν οι άνθρωποι γύρω σου, οι οποίοι υποτίθεται ότι “ξέρουν καλύτερα” επειδή είναι μεγαλύτεροι, πλουσιότεροι, πιο πετυχημένοι ή ακόμα και συγγενείς σου, σου λένε ότι δεν γίνεται. Εκεί, κάποιες φορές πρέπει απλώς να κλείνεις τα αυτιά σου».
ΑΠΕ-ΜΠΕ















