Σενάρια λύσης λιβυκού προβλήματος και οι επιδιώξεις της Τουρκίας – Του αντιστρ.ε.α. Λάζαρου Σκυλάκη

Η επίλυση του λιβυκού παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες, όχι μόνο λόγω των αγεφύρωτων αντιθέσεων μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης, αλλά κυρίως λόγω των πολλών εμπλεκομένων τρίτων δυνάμεων που υποστηρίζουν τους αντιμαχομένους και επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα[1].

Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Σκυλάκης

Όμως, κατά γενική ομολογία τρία είναι τα πιθανά σενάρια μελλοντικής διευθέτησης του ζητήματος. Πρώτο η ύπαρξη μιας ενιαίας Λιβύης με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, στην οποία οι διάφορες φατρίες θα μοιραστούν την εξουσία (υπουργεία κλπ). Δεύτερο, η δημιουργία μια χαλαρής ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας δύο ημιαυτόνομων περιοχών/τμημάτων, με περιορισμένες εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης (κατά το πρότυπο του σχεδίου Ανάν) και τρίτο σενάριο η δημιουργία δύο ξεχωριστών ανεξαρτήτων κρατών, όπως συνέβη στο Σουδάν (Διχοτόμηση). Για την Άγκυρα ευκταίο σενάριο είναι το πρώτο ή στην χειρότερη περίπτωση το δεύτερο, λαμβανομένου υπόψη της διατήρησης της τουρκολιβυκής συμφωνίας για την ΑΟΖ. Η τρίτη περίπτωση είναι απορριπτέα, παρά το ότι δεν είναι βέβαιο εάν μια υποτιθέμενη μελλοντική κυβέρνηση στην Κυρηναϊκή θα ακύρωνε την επίμαχη συμφωνία.

    Η εμπλοκή της Τουρκίας στη Λιβύη αποσκοπεί στην εκπλήρωση μιας δέσμης επιδιώξεων, η εκπλήρωση των οποίων θα την αναβαθμίσει από μια τοπική περιφερειακή δύναμη σε μια οντότητα που θα επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις στην Ευρασία. Η εκπλήρωση των μαξιμαλιστικών της θέσεων προϋποθέτει την υλοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», ήτοι την κυριαρχία της στην Ανατολική Μεσόγειο και την συνδιαχείριση ή το μοίρασμα του Αιγαίου[2]. Προς επίτευξη του μεγαλοϊδεατισμού της μια αναγκαία προϋπόθεση είναι η επιβιωσιμότητα της παράνομης τουρκολιβυκής συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από την επιτυχημένη παρουσία της στην Τρίπολη.

Η Τουρκία επιχειρεί μέσω Λιβύης να μπει «σφήνα» στις ενεργειακές εξελίξεις της Μεσογείου, τορπιλίζοντας έτσι τα σχέδια της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου, σχέδια τα οποία αποτυπώνονται και στην πορεία του προτεινόμενου αγωγού EastMed. Παράλληλα, με το να επεκτείνει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της έως και τα νερά της Λιβύης, δυτικότερα δηλαδή της Ρόδου, Καρπάθου και του 28ου μεσημβρινού, η Τουρκία θεωρεί ότι ενισχύει και τη διαπραγματευτική της θέση έναντι της Ελλάδας για την υφαλοκρηπίδα, εγγράφοντας έτσι υποθήκες για μεγαλύτερα μελλοντικά οφέλη.

Εκτός όμως από την επίτευξη των γεωπολιτικών της στόχων που αποβλέπουν στην συρρίκνωση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος, σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, και την πλήρη φινλανδοποίηση της, η Άγκυρα προσδοκά να αποτελέσει την χώρα πυλώνα σε μια συμμαχία μουσουλμανικών χωρών που θα διαδραματίσει σημαίνοντα ή ακόμα και κυρίαρχο ρόλο στον ισλαμικό-σουνιτικό κόσμο. Η συμμαχία της με το Κατάρ, το Πακιστάν, την Μαλαισία, τον Σάρατζ και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου γεωπολιτικού άξονα που θα κυριαρχήσει στο συντηρητικό σουνιτικό Ισλάμ. Αντίπαλός του ο αραβικός σουνιτικός άξονας της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΑΕ και της Αιγύπτου.  Στη Λιβύη διεξάγεται ένας αγώνας επικράτησης των δύο «μουσουλμανικών στρατοπέδων», με έπαθλο την πρωτοκαθεδρία στον ισλαμικό κόσμο.  Η βαρύτητα και η επίδραση τρίτων χωρών, όπως το Ισραήλ, η Ρωσία, η χριστιανική Δύση, ακόμα και η Ινδία, ίσως επηρεάσουν την τελική έκβαση. Επιπρόσθετα, η Τουρκία επιδιώκει με κάθε τρόπο να πλήξει τον ονομζόμενο από την ίδια «άξονα του κακού» την Γαλλία, Αίγυπτο, ΗΑΕ, Ελλάδα και Κύπρο[3].

Ο Ερντογάν θεωρεί την λιβυκή επιχείρηση ως ευκαιρία προβολής ισχύος της χώρας του, μέσω της οποίας θα εδραιωθεί στην ευρύτερη περιοχή στρατιωτικά και διπλωματικά. Ταυτόχρονα πραγματοποιεί την περικύκλωση της Ελλάδος, της χώρας που αντιστέκεται αποτελώντας εμπόδιο στους σχεδιασμούς του και σε βάρος της οποίας επιθυμεί να επιβάλει τους μεγαλοϊδεατισμούς του. Στην πιθανότερη περίπτωση που η Τουρκία εγκαταστήσει αεροναυτικές βάσεις στις ακτές της βορειοαφρικανικής χώρας, τότε η απειλή για την Αθήνα δεν θα είναι μόνο από ανατολικά, αλλά και από νότια και δυτικά. Η όλη περικύκλωση και απομόνωση της χώρας μας ολοκληρώνεται και από την τουρκική ναυτική βάση στην Αλβανία, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνονται σημαντικά οι σχέσεις της Άγκυρας με Βουλγαρία και Σερβία.

Ένας ακόμα στόχος της γείτονος είναι η εκμετάλλευση των χρυσοφόρων πετρελαίων της Λιβύης και η ενίσχυση των ισχυρών εμπορικών σχέσεων των δύο χωρών. Τα τουρκικά συμβόλαια που εκκρεμούν σήμερα στη Λιβύη (στους τομείς των υποδομών και των κατασκευών, των υπηρεσιών κ.ά.) ξεπερνούν σε αξία τα 18 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, η Τουρκία εξάγει κάθε χρόνο στη Λιβύη και εμπορικά προϊόντα η αξία των οποίων φέρεται να ξεπερνάει το 1 δισεκατομμύριο δολάρια. Ποιο θα είναι το μέλλον, όλων αυτών των συμφωνιών εάν στη χώρα επικρατήσει τελικώς ο «αντιτούρκος» στρατάρχης Χαφτάρ;

Επιπλέον, μέσα από τη στρατιωτικής της εμπλοκή στη Λιβύη, όπως στη Συρία και στο βόρειο Ιράκ, η Τουρκία προωθεί και διαφημίζει τα προϊόντα της δικής της «made in Turkey» αμυντικής βιομηχανίας (τα drones επί παραδείγματι) για τα οποία άλλωστε αναζητεί και πελάτες εκτός των συνόρων. Το σύνολο των στοχεύσεων της Άγκυρας ολοκληρώνεται από την αδήριτη ανάγκη υπεράσπισης των αδελφών της στη Λιβύη. Αυτοί αποτελούν το πρόσχημα της επέμβασής της, καθώς η υπεράσπισή τους αποτελεί υποχρέωση της μητέρας πατρίδος. Η μουσουλμανική μειονότητα στην ελληνική Θράκη θα πρέπει να μας προβληματίζει ακόμα περισσότερο.

Η επέμβαση στην Τριπολίτιδα είναι συνδεδεμένη και με τις προσωπικές φιλοδοξίες του ίδιου του Ερντογάν, την υστεροφημία του και τη συνέχιση παραμονής του στην εξουσία. Η αυταρχικότητα και οι εμμονές του θα επηρεάσουν ως ένα βαθμό τις εξελίξεις. Ταυτόχρονα η επιδίωξη της τουρκικής ελίτ να αναγεννηθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέσω του νέο-οθωμανικού οράματος, αποτέλεσε έναν από τους σκοπούς του λιβυκού εγχειρήματος.

            Η Τουρκία «πήγε στη Λιβύη για να μείνει», αλλά από την άλλη πλευρά έχει εμπλακεί σε μια περιπέτεια υψηλού ρίσκου με ισχυρούς περιφερειακούς και διεθνείς δρώντες. Το εγχείρημά της θα έχει τεράστιο οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος, που ίσως υπερβαίνει κατά πολύ τις πραγματικές δυνατότητές της. Οι αντοχές της τουρκικής ηγεσίας, κοινωνίας και οικονομίας θα προσδιορίσουν το τελικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τις επιδιώξεις των ισχυρών «γεωπολιτικών παικτών». Όμως, η παράταση της σύγκρουσης και η απομάκρυνση μιας πολιτικής λύσης αυξάνει το τίμημα, που μπορεί να προσλάβει μη ελεγχόμενες διαστάσεις. Η ρευστότητα και αβεβαιότητα δημιουργεί εκνευρισμό και θέτει σε κίνδυνο το όλο εγχείρημα.


[1] Εκτός από την Τουρκία, το Κατάρ υποστηρίζει την Τρίπολη, ενώ η Ρωσία, Γαλλία, ΗΑΕ, Αίγυπτος, Ιορδανία, Ελλάδα και Κύπρος την Βεγγάζη. Το Ισραήλ κλίνει προς τον Χαφτάρ, όπως και η Σαουδική Αραβία, ενώ αντίθετα η Αλγερία μάλλον προς τον Σάρατζ.  Θολή είναι η θέση της Ιταλίας και της Γερμανίας. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει οι ΗΠΑ, οι οποίες όμως επιθυμούν τον εγκλωβισμό της Ρωσίας στον «Βάλτο της Λιβύης».
[2] Πάγια θέση της Άγκυρας είναι ο έλεγχος του Αιγαίου μέχρι τον 25 Μεσημβρινό. Όλως τυχαίως ο εν  λόγω μεσημβρινός αποτελεί το σύνορο μεταξύ Λιβύης και Αιγύπτου, καθώς και Λιβύης με το Σουδάν.
[3] Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ Τουρκίας (mfa.gov.tr) σε ανακοίνωσή του στις 11 Μαΐου 2020, χαρακτηρίζει ως άξονα του κακού (axis of malice) τις συγκεκριμένες χώρες, οι οποίες επιδιώκουν το χάος και την αστάθεια στην Αν. Μεσόγειο. Η ανακοίνωση αποτέλεσε απάντηση σε κοινή διακήρυξη που εξέδωσαν τα εν λόγω κράτη για την Μεσόγειο και τη Λιβύη. Το Ισραήλ για τους δικούς του λόγους δεν συμμετείχε στην υπόψη διακήρυξη. Η Τουρκία διαθέτει βάσεις στο Κατάρ, στην Σομαλία και στο Σουδάν, που αποτελούν απειλή για την Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο.

Προηγούμενο άρθροΠρωτοσέλιδοι βασικοί τίτλοι εφημερίδων της Τετάρτης 03 Ιουνίου 2020
Επόμενο άρθροΗΠΑ: Οι διαδηλώσεις συνεχίζονται, παρά τις απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ
O αντιστράτηγος Λάζαρος Σκυλάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 1961. Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Ευελπίδων (1979-1983) ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού και συνέχισε την εκπαίδευσή του στη Σχολή Πυροβολικού. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις του όπλου του, μεταξύ των οποίων διετέλεσε διοικητής υπομονάδων και μονάδων πυροβολικού μάχης και αντιαεροπορικού πυροβολικού, αξιωματικός τακτικού ελέγχου, επιχειρήσεων και πληροφοριών. Επίσης τοποθετήθηκε σε θέσεις επιτελείων σχηματισμών, διευθυντής στρατιωτικής εκπαίδευσης στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, καθώς και στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Υπηρέτησε στο ΓΕΕΦ (Κύπρο), στο Αφγανιστάν, ως αξιωματικός μελλοντικών επιχειρήσεων, και Ακόλουθος Άμυνας στην Κίνα. Αποστρατεύτηκε το 2016, ως διοικητής του Πεδίου Βολής Κρήτης. Έχει αποφοιτήσει από όλα τα προβλεπόμενα σχολεία του όπλου του, την ΑΔΙΣΠΟ και την ΣΕΘΑ. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, του τμήματος Ιστορίας Χωρών Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας, καθώς και μεταπτυχιακού τίτλου στις Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος του Γαλλικού Πανεπιστημίου στην Αθήνα, Pari 2.