Περί εθνικών ομάδων – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Να πούμε μερικά πράγματα για τις εθνικές μας ομάδες στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ και μάλιστα έξω από τα δόντια.

Να τα πάρουμε με τη σειρά.

Σακελλαρόπουλος Γ. Νίκος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Στο ποδόσφαιρο η εθνική μας ομάδα προσπαθεί εδώ και πολλά χρόνια να βρει τον βηματισμό της.

Μα δύσκολα θα τον βρει, ειδικά όταν πρέπει να παίξει και να παράξει ποδόσφαιρο.

Ας μη γελιόμαστε. Το ελληνικό ποδόσφαιρο εδώ και δεκαετίες «ειδικεύεται» στην παραγωγή της … καταστροφής. Δηλαδή, παράγει μόνο αμυντικούς ή αμυντικογενείς  ποδοσφαιριστές. Οτιδήποτε άλλο ενσκήψει αποτελεί «θαύμα» και δημιούργημα ατομικού ταλέντου κι όχι συνολικής προσπάθειας από τις παιδικές ηλικίες. Ακόμη και στις  ομάδες εκμάθησης ποδοσφαίρου, πρώτα διδάσκεται η άμυνα και μετά η επίθεση. Πρώτα να μη δεχθούμε γκολ και να καταστρέψουμε το παιγνίδι του αντιπάλου και μετά να βάλουμε.

Άρα, εξ ορισμού, σε παιγνίδια που οι αντίπαλοι κλείνονται στην άμυνά τους (όπως πρόσφατα η Εσθονία) κι εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε από τη μέση κι εμπρός, δύσκολα μπορούμε να τα καταφέρουμε. Εκτός αν επιτύχουμε γκολ νωρίς κι αναγκαστικά ανοίξει ο τρόπος παιγνιδιού των αντιπάλων. Αν οι αντίπαλοί μας κατέβουν στο γήπεδο να παίξουν επιθετικά, εμείς με το ταμπούρι στα ¾ του γηπέδου και κάποια αντεπίθεση, μπορούμε να ελπίζουμε σε αποτέλεσμα.

Κάπως έτσι δεν πήραμε κοτζάμ Euro, το 2004;

Να το δούμε κι αλλιώς;

Ποιοι είναι οι Έλληνες δημιουργικοί και παραγωγικοί παίκτες στις κατά τεκμήριο μεγάλες ελληνικές ομάδες; Ούτε καν στα δάκτυλα του ενός χεριού μετριούνται. Ένας στον Ολυμπιακό (Φορτούνης), ενάμισης στην ΑΕΚ (Χριστοδουλόπουλος και λίγο Μάνταλος), κανένας στο Παναθηναϊκό, κανένας στον ΠΑΟΚ!

Άρα; Άρα, πού πας ρε Καραμήτρο;

Συνεπώς, ας μη μας ξενίζει που βλέπουμε στην εθνική παίκτες που πρέπει να πληρώνουν κιόλας για να παίζουν και να φορούν το εθνόσημο. Αυτό είναι το ποδόσφαιρό μας, αυτή είναι η κατάσταση, αφού δεν καταφέραμε να κεφαλαιοποιήσουμε την τυχαία –πλην τεράστια- επιτυχία του 2004. Αυτό είναι το πρωτάθλημά μας, ένα πρωτάθλημα από τα πλέον αδύναμα της Ευρώπης και πλήρες αναξιοπιστίας που παίζεται σε άδεια γήπεδο και  συντηρεί το ενδιαφέρον του πιο πολύ από τους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων και τη μιζέρια της ψωροκώσταινας. Μια ματιά σε ένα οποιαδήποτε παιγνίδι των ξένων πρωταθλημάτων που μεταδίδουν τα συνδρομητικά κανάλια θα σας κάνει να δείτε την τεράστια διαφορά. Κι αν δεν μπορούμε να συναγωνιστούμε Άγγλους, Ισπανούς, Γερμανούς, τότε γιατί δεν μπορούμε να παραδειγματιστούμε από τους Πορτογάλους ή τους Ολλανδούς ή τους Βέλγους;

Όλο το ζήτημα είναι περισσότερο σύνθετο απ’ όσο φαίνεται.

Πολύ περισσότερο όταν η ηγεσία του ελληνικού ποδοσφαίρου έχει δώσει τα κλειδιά της εθνικής σ’ αυτό το γερμανικό ανέκδοτο το οποίο πορεύεται με αγκυλώσεις  και «κολλήματα».

Είναι δυνατόν να είναι αυτός ο άνθρωπος, ο Σκίμπε,  προπονητής της εθνικής και να κάνει συνεχώς –κι ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων που προκύπτουν από ατομικές ενέργειες- λανθασμένες εκτιμήσεις και κακή διαχείριση;

Είναι δυνατόν –για να μιλάμε για τα φρέσκα- να χρησιμοποιεί με την Εσθονία παίκτες που δεν έχουν παίξει ούτε καν φιλικό με τις ομάδες τους, αφού δεν υπολογίζονται;  Ο Καρνέζης (που τελικά πήρε μεταγραφή στην Αγγλία), ο Τζιώλης, ο Βέλλιος,  κι ο Δώνης δεν παίζουν καν.

Ο Διαμαντάκος που ήταν στην επιλογή και μπήκε αλλαγή, όπως κι ο Σταφυλίδης,  δεν έχουν παίξει εδώ και μήνες. Ο Ταχτσίδης που ήταν αλλά δεν έπαιξε, το ίδιο. Ο Μανιάτης στην τουρκική Αλάνια είναι ανύπαρκτος, ο Τζαβέλλας σέρνεται. Ο Μπακασέτας είναι αμφίβολο αν προπονείται καν στην ΑΕΚ. Του κτυπάει ο Τοροσίδης, αλλά δεν καλεί τον Μπακάκη. Αποτέλεσμα να παίξει με τον Ρέτσο! Που ναι μεν είναι φιλότιμο παιδί, αλλά δεν είναι δεξί μπακ και δεν μπορεί να βοηθήσει επιθετικά με πλαγιοκοπήσεις.

Αφήστε το άλλο. Που καλεί τους ανύπαρκτους και δεν καλεί τον κατά τεκμήριο πιο φορμαρισμένο Έλληνα, τον Χριστοδουλόπουλο. Ή ακόμη και τον διεισδυτικό Φετφατζίδη.

Το δε Μάνταλο, τον έθαψε βάζοντάς τον στο δεξί άκρο της επίθεσης!

Απίστευτα πράγματα. Τα έκανε κι ο Ρεχάγκελ, αλλά αυτός τουλάχιστον ήταν τυχερός κι είχε και παίκτες με προσωπικότητα…

Είναι αδιανόητο να παίζεις με την Εσθονία στο γήπεδό σου και να χρησιμοποιείς 4 αμυντικούς κι όχι τρεις στόπερ (Μανωλάς, Ρέτσος, Τζαβέλας), έναν αμυντικό χαφ (Ζέκα), τέσσερις μεσοεπιθετικούς ( Φορτούνης, Μάνταλος, Γιαννιώτης, Σταφυλίδης) και δυο φορ (Βέλλιος – Δώνης).

Την ενδεκάδα αυτή την έβγαζε με κλειστά μάτια κι ο προπονητής του «ΑΟ Νύχτα»…

Όταν μια ομάδα ψάχνει γκολ και νίκη απέναντι σε μια άλλη που παίζει κλειστά, δεν μπορεί παρά να παίξει από τα πλάγια για να διασπάσει την άμυνα.

Με τον Ρέτσο και τον Μάνταλο περίμενε να το κάνει το γερμανικό ανέκδοτο;

Όταν μια ομάδα ψάχνει γκολ και νίκη απέναντι σε μια άλλη που παίζει κλειστά, δεν μπορεί παρά να παίξει (εκτός από τα πλάγια) και με κατά μέτωπο επιθέσεις.

Με τον Τζιώλη θα το έκανε αυτό; Ή με τον Ζέκα;

Να πούμε και την πιο μεγάλη κουταμάρα του γερμανικού ανέκδοτου;

Ενώ η ώρα περνούσε και δεν είχαμε το γκολ, μοιραία θα άρχιζαν τα γιουρούσια στην περιοχή των Εσθονών. Κι εκείνος πήγε κι έβγαλε τους ψηλούς του παίκτες!!!  Κι έβαλε τους ανύπαρκτους και κοντούς Μπακασέτα και Διαμαντάκο!

Γι αυτό μιλώ για αγκυλώσεις. Γι αυτό μιλώ για γερμανικό ανέκδοτο.

Είναι αγκύλωση, είναι κουταμάρα, να παίζεις με τους Εσθονούς με τον Τζιόλη (αν είναι δυνατόν) στο «οκτώ» και τον Ζέκα καρφωμένο να φυλάει τους δυο στόπερ!

Είναι τεράστια βλακεία να μη δοκιμάζεις 3-5-2 ή και 4-4-2 απέναντι στους Εσθονούς που παίζουν ταμπούρι και με 3 στόπερ!

Ε, αυτές τις αγκυλώσεις θα τις πληρώσουμε… Και μόνο με θαύμα δεν θα δούμε το Μουντιάλ της Ρωσίας από τον καναπέ μας…

Αν τα είχε κάνει όλα αυτά και αυτές τις επιλογές Έλληνας προπονητής θα ήταν ήδη στα μανταλάκια…

 

Μπάσκετ

Δεν τίθεται θέμα ότι η εθνική ομάδα του μπάσκετ είναι η μεγάλη και επίσημη αγαπημένη.

Για μισό λεπτό, όμως. Από πότε έχει να διακριθεί αυτή η ομάδα σε πανευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο; Μη ψάχνετε, είναι πολλά τα χρόνια.

Κι είναι αδιανόητο πια να διοικείται το ελληνικό μπάσκετ από τον ηλικιωμένο –ιδεοληπτικό και πλήρη γεροντικών εμμονών Γιώργο Βασιλακόπουλο.

Από εκεί ξεκινούν και τελειώνουν τα πάντα στο ελληνικό μπάσκετ. Έλεος πια!

Λες και δεν υπάρχει ένας Γκάλης, ένας Φασούλας, ένας Γιαννάκης ν’ αναλάβουν τα ηνία.

Έβλεπα τους Φινλανδούς και σκεφτόμουν πόσο μεγάλη πρόοδο έχουν σημειώσει μέσα σε δέκα χρόνια. Έβλεπα τους Πολωνούς ή τους Γερμανούς ή τους Σλοβένους και σκεφτόμουν το ίδιο. Ξέρετε όμως τι έχουν κάνει οι Φινλανδοί; Έχουν προσλάβει Αμερικανούς προπονητές κι έχουν ανοίξει διαύλους των σχολείων και των ομάδων τους με τα αμερικάνικα High school το NCAA. Τα αποτελέσματα είναι ορατά… Εμείς έχουμε σπουδαίους προπονητές και εξάγουμε κιόλας, μα έχουμε και … τον αγκυλωμένο γέροντα. Εμείς, με τόση παραγωγή ταλέντων, ούτε που το έχουμε σκεφθεί να συνδέσουμε τα σχολεία ή τις ακαδημίες μας με τα αμερικάνικα σχολεία…

Από την άλλη πλευρά –είπαμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους- μπορεί η ευθύνη του υπερήλικου ηγέτη του ελληνικού μπάσκετ να είναι τεράστια (δεν του έκανε ο Γιαννάκης προπονητής γι αυτή την ομάδα) αλλά πρέπει να θεωρήσουμε όλοι που ασχολούμαστε με το μπάσκετ ότι η χώρα μας ΔΕΝ είναι ο ευρωπαϊκός ομφαλός  του αθλήματος. Να βγούμε από τον μικρόκοσμό μας. Και να ζητήσουμε ευθέως τις ευθύνες τους από τους αστέρες της ομάδας. Δεδομένου ότι ΟΛΟΙ παίζουν σε πολύ υψηλό επίπεδο, είτε στο ΝΒΑ είτε στην Ευρωλίγκα.

Δεν μπορεί, λοιπόν, να παίζουν μπουνιές μεταξύ τους στο Βελιγράδι (Παπανικολάου – Αγραβάνης) ή στην τραπεζαρία του Κάραβελ (Παππάς – Μπορούσης). Δεν μπορεί να είναι ομάδα σκορποχώρι. Δεν μπορεί να μην είναι συγκεντρωμένοι στον στόχο τους και να γίνονται πανευρωπαϊκά ανέκδοτα, όπως έκαναν προ πολλών ετών οι Σέρβοι που πλακωνόντουσαν μεταξύ τους.

Το έχουμε πει και γράψει αμέτρητες φορές. Στα ομαδικά αθλήματα οι ομάδες είναι ομάδες πρώτα στ’ αποδυτήρια και μετά στο γήπεδο. Στα ομαδικά αθλήματα επιτυχημένοι είναι εκείνοι που υποτάσσουν το «εγώ» τους στο «εμείς».

Το έχουμε πει και γράψει, επίσης, αμέτρητες φορές: Το πιο σημαντικό ταλέντο είναι η αυτογνωσία. Κι αυτή μας λείπει.

Ξέρετε για ποιον λόγο θεωρούσα και θεωρώ ότι ο Παναγιώτης Γιαννάκης έπρεπε να είναι ισόβιος προπονητής σ’ αυτή την εθνική; Επειδή είναι ο μόνος που σέβονται όλοι μα όλοι οι παίκτες. Επειδή ουδείς θα τολμούσε –για λόγους ηθικής τάξης – να κάνει τα δικά του παρόντος του Παναγιώτη. Δυστυχώς δεν τον σέβεται ο υπερήλικας Βασιλακόπουλος που θεωρεί ότι το ελληνικό μπάσκετ του ανήκει…

Θέλω να πω και κάτι ακόμη:

Δεν κατάλαβα αυτή τη δήλωση του Μίσσα μετά την ήττα από τη Σλοβενία. Ότι δηλαδή, «μόλις τελειώσει αυτή η ιστορία θα πω πράγματα που δεν έχει λογική να πω τώρα»!!!

Τι λες ρε Κώστα; Ανοίγεις ως προπονητής αυτής της ομάδας τον ασκό του Αιόλου και εξυφαίνεις την ανάπτυξη θεωριών συνωμοσίας; Αυτό, δηλαδή, είναι λογικό; Είναι υπεύθυνο;

Μεσούσης μια επώδυνης διαδικασίας και με την ομάδα να δείχνει σε τόσο κακή κατάσταση να βγαίνει ο προπονητής και να λέει ότι θα τα πούμε στο τέλος;

Ή τα βγάζεις όλα στη φόρα και ο Θεός να βάλει το χέρι του ή το βουλώνεις! Και δεν αρχίζεις τα κουτσομπολιά κι υποδαυλίζεις το ήδη κακό κλίμα της ομάδας…

Δεν είμαι εξ εκείνων που πιστεύουν ότι αυτή η ομάδα θα φτάσει ψηλά. Αλλά δεν τη διαγράφω. Διαθέτει τεράστιο ταλέντο και παίκτες με εγωισμό.

Αν δεν είναι λανθάνων, μπορούν να αναστρέψουν το κλίμα.

Σήμερα κι αύριο θα φανεί πόσο θα τραβήξει κι αυτή η περιπέτεια.

Όπως, όμως και να εξελιχθεί, ακόμη κι αν κατακτήσουμε το πρωτάθλημα Ευρώπης, δεν μπορεί να πάει άλλο αυτή η κατάσταση στα ενδότερα της ομάδας και στην ομοσπονδία…

Προηγούμενο άρθροΓερμανία: Η αλυσίδα Lidl αφαίρεσε τους σταυρούς εκκλησιών της Σαντορίνης από συκευασίες προϊόντων
Επόμενο άρθροΟι φόροι τορπιλίζουν τις πωλήσεις – Γράφει ο Δημήτρης Χριστούλιας
*Ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας («Hellas Special Άφιλτρο», «Ο Γέρος του Βοριά» που αποτελεί τη λαϊκή βιογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, «Οι Μύθοι και το Παραμύθι»). Θεωρείται εκ των πρωτεργατών της «ελεύθερης ραδιοφωνίας» και επί χρόνια ασχολήθηκε με την πολιτική αρθρογραφία και ανάλυση σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοπτικούς σταθμούς. Για πολλά χρόνια συνδύασε την εργασία με τα χόμπι του (αθλητισμός) , με την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της εφημερίδας «Sportime» και της «Αθλητικής Ηχούς», ενώ έχει γράψει στίχους σε τραγούδια σημαντικών Ελλήνων δημιουργών και τραγουδιστών.