

Θα ξεκινήσουμε σήμερα την καθημερινή επικοινωνία μας με παραπολιτικές πληροφορίες αναφορικά με το δεύτερο γύρο της περιβόητης ιστορίας με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Στη δικογραφία – την ώρα που γράφονται αυτές οι σκέψεις δεν είχε φτάσει στη Βουλή- υπάρχουν συνομιλίες βουλευτών που ζητούν ρουσφέτια για τους…πελάτες τους. Κάποιες μπορεί να μην έχουν καν ενδιαφέρον. Όμως, υπάρχουν και συνομιλίες που εκθέτουν σοβαρά τον νυν υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστα Τσιάρα, που …μεσολαβεί προκειμένου να τελειώσει υπόθεση που αφορά συγγενικό πρόσωπο κορυφαίου στελέχους της ΟΝΝΕΔ Καρδίτσας.
Επιπλέον, οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι υπάρχει συνομιλία του νυν γραμματέα της ΝΔ, Κώστα Σκρέκα, που τότε -2021- ζητούσε από υπάλληλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να διευθετηθεί ρουσφέτι ψηφοφόρου του, παρ’ ότι ο υπάλληλος τον ενημερώνει ότι είναι παράνομο!
Το ερώτημα που δεν μπορεί να αποφευχθεί
Αμέσως λοιπόν προκύπτει το ερώτημα: Τι περιμένουν οι συγκεκριμένοι για να παραιτηθούν; Γιατί δεν κάνουν ότι έκαναν άλλοι συνάδελφοί τους και μάλιστα με αστείες κατηγορίες, στο πρώτο κύμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως ο Μάκης Βορίδης Τάσος Χατζηβασιλείου, Χρήστος Μπουκώρος (πάλι εμπλεκόμενος) και Διονύσης Σταμενίτης;
Μα είναι κι άλλοι. Οι βουλευτές που εμπλέκονται είναι:
Κώστας Καραμανλής, Σέρρες.
Γιάννης Κεφαλογιάννης, Ρέθυμνο.
Κατερίνα Παπακώστα, Τρίκαλα.
Δημήτρης Βαρτζόπουλος, Β΄Θεσσαλονίκης
Μάξιμος Σενετάκης, Ηράκλειο Κρήτης
Βασίλης Βασιλειάδης, Πέλλα.
Χρήστος Μπουκώρος, Μαγνησία.
Θεόφιλος Λεονταρίδης, Σέρρες.
Υπενθυμίζεται ότι την περίοδο εκείνη (2021) στο τιμόνι του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης βρισκόταν ο Σπήλιος Λιβανός (Αιτωλοακαρνανία) με υφυπουργό τη Φωτεινή Αραμπατζή (Σέρρες).
Διαβαθμίσεις ευθύνης, αλλά κοινό πρόβλημα
Προσέξτε: Από τα στοιχεία που έχουν διαρρεύσει υπάρχει σαφής διαβάθμιση πολιτικής αλλά, κυρίως, ποινικής ευθύνης. Δυο πρώην υπουργοί, επί παραδείγματι, φέρονται να έχουν άμεση εμπλοκή, ασκώντας πιέσεις για τα κονδύλια του ΟΠΕΚΕΠΕ, άλλοι αρκούνται σε «ρουσφετολογικού» χαρακτήρα προσεγγίσεις και παραινέσεις και άλλοι έχουν εντελώς έμμεση εμπλοκή, με επίκληση του ονόματός τους από τρίτους. Αναλυτικά, απ’ ότι έχει γίνει γνωστό στα δημοσιογραφικά γραφεία, μόνο δύο ελέγχονται για την εμπλοκή τους στις παράνομες επιδοτήσεις σε βαθμό κακουργήματος. Πρόκειται για τον βουλευτή Σερρών Κώστα Αχ. Καραμανλή και τη βουλευτή Τρικάλων Κατερίνα Παπακώστα. Συμφώνως με τις ίδιες πληροφορίες, οι υπόλοιποι εννέα ελέγχονται για υποθέσεις σε βαθμό πλημμελήματος. Ωστόσο, ο γραμματέας της ΝΔ, Κώστας Σκρέκας, ελέγχεται για βαριά πλημμελήματα.
Όλοι αυτοί αναμφισβήτητα διαθέτουν το τεκμήριο της αθωότητας. άλλωστε άρση ασυλίας δεν σημαίνει απαραιτήτως και ενοχή.
Γιατί η παραίτηση είναι μονόδρομος
Όμως, μέχρι αυτό να τεκμηριωθεί στα δικαστήρια, αποτελούν βαρίδια για το κόμμα τους και την κυβέρνηση. Άρα, επειδή η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά πρέπει να το δείχνει κιόλας, οφείλουν να παραιτηθούν, να παραδώσουν τις έδρες τους. Κι αφού λύσουν τα ζητήματά τους, να επανέλθουν με δόξα και τιμή. Εκτός, αν θέλουν να κρατήσουν τις έδρες τους και να ρίξουν την κυβέρνηση.
Θεσμικό ζήτημα, όχι απλώς ποινικό
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν υπάρχουν ποινικές ευθύνες. Είναι βαθιά θεσμικό. Όταν πρόσωπα όπως ο Κώστας Σκρέκας, που κατέχει κομβικό ρόλο στον κομματικό μηχανισμό, εμφανίζεται –έστω και σε επίπεδο καταγγελιών– να ζητά διευθετήσεις εκτός νομιμότητας, τότε ακυρώνεται στην πράξη κάθε αφήγημα περί «εκσυγχρονισμού» και «αξιοκρατίας». Πώς να πείσεις ότι το κόμμα λειτουργεί με κανόνες, όταν ο ίδιος ο γραμματέας του φέρεται να τους παρακάμπτει; Τα ίδια και με τον Κώστα Τσιάρα.
Η παραμονή ως πολιτικό δηλητήριο
Εδώ λοιπόν, προκύπτει το κρίσιμο: η παραίτηση δεν είναι ομολογία ενοχής. Είναι πράξη προστασίας των θεσμών. Είναι η ελάχιστη κίνηση για να διαχωριστεί η προσωπική υπόθεση από τη λειτουργία της κυβέρνησης.
Αντιθέτως, η παραμονή δημιουργεί ένα διαρκές δηλητήριο:
Α. Υπονομεύει την αξιοπιστία κάθε κυβερνητικής απόφασης.
Β. Δίνει την εικόνα ανοχής σε πρακτικές «παλαιοκομματισμού».
Γ. Μετατρέπει την πολιτική ευθύνη σε καθαρά νομικό παιχνίδι καθυστερήσεων.
Πώς θα σταθούν πολιτικά;
Επιπλέον, υπάρχουν και τα καθαρά πολιτικά ερωτήματα:
α. Πώς μπορεί ένα κόμμα να πάει σε συνέδριο με γραμματέα τον Σκρέκα;
β. Πώς θα πάει σε εκλογές με βαρίδια;
γ. Πώς θα σταθεί δημόσια ο λόγος περί «νέας πολιτικής κουλτούρας», όταν επιβιώνουν ακόμη οι ίδιες πρακτικές που ταυτίστηκαν με τον «Μαυρογιαλουρισμό»;
Ο όρος δεν είναι τυχαίος, παραπέμπει σε μια ολόκληρη εποχή πολιτικής συναλλαγής που θεωρητικά έχει τελειώσει.
Το ρουσφέτι ως στρέβλωση της δημοκρατίας
Ακόμη κι αν δεν υπάρχουν ποινικά επιβαρυντικά στοιχεία, υπάρχει πολιτική ουσία: το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια «εξυπηρέτηση». Είναι στρέβλωση της δημοκρατίας. Επειδή ευνοεί τον «ημέτερο» εις βάρος του άγνωστου πολίτη, αλλοιώνει την ισότητα απέναντι στο κράτος, μετατρέπει τον βουλευτή από νομοθέτη σε μεσάζοντα.
Το τελικό δίλημμα
Τελικά, ας ειπωθεί καθαρά: όποιος πολιτικός επιβιώνει μέσω τέτοιων πρακτικών, δεν εκπροσωπεί την κοινωνία — εκπροσωπεί το πελατειακό του δίκτυο. Δηλαδή τον εαυτό του.
Άρα το δίλημμα είναι απλό και δεν χωρά υπεκφυγές: ή αποχωρούν προσωρινά για να προστατεύσουν το κύρος της πολιτικής και της κυβέρνησης ή παραμένουν και επιβεβαιώνουν ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει.











