Πάνος Νιαβής: ”Η Τριγωνομετρία των Παθών”

Μαζί από απόσταση
Μαζί από απόσταση
Μαζί από απόσταση
Μαζί από απόσταση

Οι ποιητές, δεν το γνωρίζουν, διόλου δεν το επιδιώκουν, αν γράφουν για ποιητές, θρανία φοιτητών,

για έναν αναγνώστη ή πολλούς αναγνώστες, για τον λαό ή τον ατομικό πυρήνα ιδίων και στο άπειρο που κουβαλούν, με εξαιρέσεις. Και έστω, λέμε, πως το γνωρίζουν και το επιδιώκουν, πάλι επιβεβαιώνουν με όμοιους και παρόμοιους τρόπους, κυρίως λυρικούς, τη ζωή, το θάνατο, τη μάνα, τη γυναίκα, το έρωτα, τον τόπο, τον ξενότοπο, το διαρκές, το στιγμιαίο, την ειρήνη και τον πόλεμο, λειτουργώντας το Χαίρε ως Αντίο, μορφής – περιεχομένου!

Ο Πάνος Νιαβής στο 2ο βιβλίο του, ”Η Τριγωνομετρία των Παθών” 2019, Μελάνι, Ποιήματα, που ακολούθησε το πρώτο, ”Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι” 2015, μας έρχεται ως ο τολμών να μην εξυπηρετεί το ποίημα, την ποίηση, αναγνώστες, αιωνιότητες, φωτογραφίες γλώσσας, δόξας, τρέχοντας αίμα, στεγανά οργανικής γλώσσας, θρύψαλα ιδεών χορτάτα, προχωρά καθαρά και ευθέως στα μαθηματικά της τριγωνομετρίας, γεωμετρίας των Παθών, αγκαλιάζοντας την πνοή τετράγωνου κύκλου ή βουλιάζοντας στην ευγένεια του, μην προσβάλλει τον κόσμο, αυτόν τον ρεζίλι εις τους αιώνες των αιώνων!

Έχει οπλιστεί ο ποιητής να πολεμά η ψυχή του, να μην τη νικά, μιας μοναδικής μονομαχίας σε πορείες ασκήσεων , που λύνονται αν ασκηθείς, ανοίγει θεμέλια, τα στήνει και τα εγκαταλείπει, μαζεύει τους καρπούς αφού τον έχουν ήδη συσκευάσει, ένα εξωκλήσι μιας φοράς το χρόνο λειτουργία, θεωρώντας πλήθος το παρόν και το απόν, λες δεν υπάρχει αύριο ή αν ανατέλλει ήλιος και δεν αλλάζει η φιλοσοφία του και η νοοτροπία του, που η Κιβωτός να πλεύσει και γιατί…

Και πεζογραφική διάθεση γραφής τα ποιήματα του Νιαβή και θεατρικές αυλαίες και φιλοσοφική δηλωτή, κουβαλώντας ο ποιητής την πιο κρυφή, βαθιά στο κέντρο του τάφου της γης, μία και μοναδική λαχτάρα έλξης, να αγαπηθεί η ανάγνωση ζωής, αυστηρά ελάχιστης, ροής που δεν γοητεύει, δεν είναι γοητευτική ή που γοητεύει και είναι γοητευτική!

Η συλλογή φορτωμένη ποιήματα, 90, σε τρεις ενότητες μοιρασμένα, ζυγιασμένα, α΄ενότητα: ποιήματα ποιητικής , β΄ ενότητα: ερωτικά ποιήματα , γ΄ενότητα: μνήμες, χρόνος, πατρίδα, θάνατος.Τα 80 ποιήματα ολοσέλιδα, τα 9 δισέλιδα, 1 ποίημα τρισέλιδο, όλα ξετυλίγοντας ιερές εξομολογητικές εμμονές, ας τις αποκαλέσω έτσι, η μάνα να πρωταγωνιστεί να γράφει ποιήματα, έρχεται η γυναίκα, το ταίρι και τα μελοποιεί, να ο χωρισμός, η θρησκεία ανάβει κεριά μα δεν καλυτερεύει το σύμπαν, επικαλείται διαρκώς ποιητές να συνομιλήσει ή να αποδράσει επειγόντως ή να φιλήσει τη φυλακή του, αγκαλιάζοντας μια πλαγιά ανεμώνες, τραυματισμένους σπόρους κι έμορφους, να νοσταλγεί αθώος, να θεριεύει αμαρτωλός, απουσιάζουν μουσικές και χοροί άδικα , ενώ θριαμβεύει το δημοτικό τραγούδι στα στήθη της συλλογής, που την δυναμώνει ασύλληπτα, τα περισσότερα ποιήματα θα μπορούσαν να μακραίνουν και να εξελιχθούν στα πιο άρτια διηγήματα, ας το λάβει υπ΄όψιν του ο ποιητής, ωσάν ωκεανός χαιρετώντας σταγόνες του …

Αυτός ο γίγαντας άντρας, ο σκληρός, καπετάνιος άσκυφτος,, αδάκρυτος μπροστά στη μάνα, τόσο γονατιστός δακρυσμένα, να μας ραγίζει την καρδιά και υποχρεώνοντας μας να υποκλιθούμε στον εδώ ερχομό του και στην δύσκολη ποίηση του, ο Πάνος Νιαβής, τον ευχαριστούμε που είμαστε μαζί απόψε, στη Νάουσα, που καλά γνωρίζει…

Με δικούς του στίχους, αλιεύοντας τους αυθαίρετα και αποσπώντας τους με μαχαίρι και καρδιά, κατανοώντας τη δράση μου, στην εδώ παρουσία απόψε, κλείνω. Το μοντάζ των στίχων που ακολουθούν, είχε ενδιαφέρον ως πρόλογος, έτσι σχεδιαζόταν, έπραξα όμως αντίστροφα, διαλέγοντας να γίνει επίλογος, για να πεθάνω και να αναστηθώ, ωραίο θείο δράμα κι εγώ.

Πάνος Νιαβής: ”Κύριε, είμαστε τελεσίδικα θνητοί / Αφανίστηκα από τις διαιρέσεις μου / Πως να διηγηθώ το σκοτάδι μιας νύχτας / Μήνες και χρόνια πάλευα να κάνω το λύκο αρνάκι κι ένα πρωί ο λύκος άφησε ένα μήνυμα / Εγώ είμαι ζώο / Και ξαναπήρε τα βουνά για να πεθάνει ξέγνοιαστο / Κι οι άνθρωποι, μη νομίζεις, ετεροθαλείς υποθέσεις και ασυναίρετα συναισθήματα, μαραίνονται σε χρόνο Παρατατικό ή Αόριστο διαρκείας / Η μηλιά στον κήπο γέρασε κι αργοπεθαίνει, το χρώμα που διψάει για βροχή, η εύνοια του ήλιου που μικραίνει, ο καημός που γέρασε στα μάτια, οι ελπίδες που ζευγαρώνουν μες στον καθρέφτη των προσδοκιών κι ένα καράβι νύχτας φόβοι στις πλάτες φορτωμένοι, στις ξάστερες αποπλανήσεις του Αυγούστου, Δεν σώζουν τη μηλιά που αργοπεθαίνει / Ταυτίζομαι συχνά με τον ίσκιο μου / Μη με ρωτάς τι κάνω, παραμένω διαρκώς άμυαλος, προγραμματίζοντας να αλλάξω αυτόν τον κόσμο / Ή γράφω γράμματα σε αποθαμένους νεκρούς ή σε αποθαμένους ζωντανούς / Παραπονούμενοι άρρητα και σιωπηλά, Για την αμετάκλητα θνητή μας μοίρα /

Στην πόρτα του Άδη, μη μου μιλάς στον Ενικό / Στις ακαθόριστες πλαγιές των ονείρων / Ταξιδεύοντας στον κόσμο ή στις σιωπές μου / Η αλήθεια και το ψέμα παράλληλα πορεύονται / Αθωώνοντας τις αμαρτίες του κόσμου / Άλαλη η γλώσσα της Ποίησης / Χαράζει ανεπίγνωστα, Σύμβολα αποδημίας / Ή θριάμβους σιωπής / Αφού κάθε μέρα καλή μου, Μέρα ενός ακήρυχτου πολέμου είναι / Μιας και η Ποίηση υπερτερεί φλεγόμενη της στέρεας πραγματικότητας / Συγκλίνουν η επιθυμία και η έλξη / Αποκλίνουν ο Έρωτας και η Αγάπη / Τα κρύα απογεύματα των εορτών, οι καμινάδες των σπιτιών, καπνίζουν ίδια μ΄εκείνες των πλοίων φορτηγών, που ετοιμάζονται για να σαλπάρουν / Και θα κοιμηθείς χωρίς το βάρος του χρόνου απόψε / Τώρα που κατηγορώ τα φαντάσματα ή τη σχεδία των ονείρων μου / Όλα φεύγουν βιαστικά /// Ας αποκαλύψω ένα τυπογραφικό λάθος, σελίδα 78, στο ποίημα ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ, 12ο στίχο : Οι γριές κίνησαν τα ετοιμαστούν, μην και τις βρει ανέτοιμες ο χάρος / ενώ θα έπρεπε: Οι γριές κίνησαν να ετοιμαστούν, μην και τις βρει ανέτοιμες ο χάρος ” …

ΑΦΩΝΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΦΩΝΗ ΑΝΟΙΞΗ, ΧΑΙΡΕ ΝΙΑΒΗ!