Πριν από τις μάχες στα βουνά της Πίνδου, πριν από τις ηρωικές αφηγήσεις του μετώπου, χιλιάδες στρατιώτες επιβιβάζονταν στα τρένα που θα τους οδηγούσαν όσο πιο κοντά γινόταν στην πρώτη γραμμή. Πίσω τους έμεναν σταθμοί που δεν …κοιμούνταν, μηχανοδηγοί που συνέχιζαν να οδηγούν μέσα στην απειλή των βομβαρδισμών, βαγόνια που μετατρέπονταν σε χειρουργεία και σιδηροδρομικοί που έπρεπε να κρατήσουν ζωντανή μια ολόκληρη γραμμή ανεφοδιασμού, ενώ ο πόλεμος άλλαζε την πορεία της χώρας.
Αυτή την άγνωστη, ανθρώπινη πλευρά του Έπους του ’40 φέρνει στο φως η έκθεση «Στην Πρώτη Γραμμή: Ο σιδηρόδρομος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-1941», όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο μηχανολόγος μηχανικός και υπεύθυνος μουσειακού υλικού στον ΟΣΕ, Ιάσων Ζώρζος.
Η έκθεση, που διοργανώνουν οι Σιδηρόδρομοι Ελλάδος με αφορμή την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, θα φιλοξενηθεί στον εκθεσιακό χώρο του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, με ώρες λειτουργίας 10:00-18:00. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιήσει ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, Στέλιος Σακαρέτσιος, ενώ οι ξεναγήσεις θα πραγματοποιούνται από μέλη του Συλλόγου Φίλων του Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης.
Μέσα από αυθεντικά έγγραφα, σπάνιες φωτογραφίες και ιστορικά αντικείμενα, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό, ο επισκέπτης καλείται να ακολουθήσει τις ράγες της ιστορίας, από την προετοιμασία της επιστράτευσης έως τη γερμανική εισβολή και τις δραματικές στιγμές της υποχώρησης. Στο διάστημα από τις 23 έως τις 31 Οκτωβρίου, στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, τα αρχειακά τεκμήρια ξαναδίνουν φωνή στους αφανείς πρωταγωνιστές ενός πολέμου που δεν δόθηκε μόνο στα βουνά, αλλά και πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Από τον Πειραιά στη Φλώρινα: Η επιστράτευση πάνω στις ράγες
Η ιστορία αρχίζει πριν από την 28η Οκτωβρίου 1940. Στις 4 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, μήνες πριν από την ιταλική επίθεση, μια υπηρεσιακή διαταγή προέβλεπε τη διεξαγωγή δοκιμαστικής στρατιωτικής αμαξοστοιχίας από τον Πειραιά έως τη Φλώρινα, με συγκεκριμένες οδηγίες για τις ατμάμαξες και το προσωπικό. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά τεκμήρια της έκθεσης, καθώς αποκαλύπτει ότι η προετοιμασία των σιδηροδρομικών μεταφορών είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών.
«Η επιτυχία των στρατιωτικών μεταφορών δεν ήταν αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού, αλλά συστηματικής προετοιμασίας και συνεργασίας στρατού και σιδηροδρομικών υπηρεσιών», επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Ζώρζος.
Με την έναρξη του πολέμου, ο σιδηρόδρομος μετατράπηκε σε βασικό μέσο μεταφοράς στρατιωτών, πολεμικού υλικού και εφοδίων. Δημιουργήθηκαν δύο βασικά κέντρα συντονισμού, στη Λάρισα και στο Αμύνταιο, ενώ οι στρατιώτες μεταφέρονταν σιδηροδρομικώς έως τη Φλώρινα, το Αμύνταιο, την Καλαμπάκα και το Αγρίνιο. Από εκεί συνέχιζαν πεζή προς το μέτωπο, καθώς δεν υπήρχε σιδηροδρομική σύνδεση με την Αλβανία.
Το μέγεθος της κινητοποίησης αποτυπώνεται στον αριθμό των μεταφορών: σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο κ. Ζώρζος, έως τις αρχές Απριλίου 1941 είχαν μεταφερθεί περίπου 500.000 στρατιώτες.
Η επιχείρηση απαιτούσε ακριβή συντονισμό, διαθεσιμότητα αμαξοστοιχιών και συνεχή λειτουργία των υποδομών. Οι περιορισμένες δυνατότητες του δικτύου και ο τεράστιος όγκος των μεταφορών αποτελούσαν σημαντικές επιχειρησιακές δυσκολίες. Παράλληλα, η απειλή των αεροπορικών επιδρομών επέβαλλε διαρκή επαγρύπνηση και προσαρμογή των μέτρων προστασίας.
Βαγόνια που έγιναν χειρουργεία
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πτυχή της έκθεσης αφορά την αξιοποίηση του διαθέσιμου τροχαίου υλικού για τις αυξημένες ανάγκες του πολέμου. Βαγόνια-ψυγεία εντάχθηκαν σε νοσοκομειακές αμαξοστοιχίες για τη μεταφορά τραυματιών, ενώ σκευοφόροι του Simplon-Orient Express μετατράπηκαν σε κινητά χειρουργεία. Παράλληλα, διαμορφώθηκαν αντιαεροπορικές φορτάμαξες.
Τα τεκμήρια αποτυπώνουν τον τρόπο, με τον οποίο οι σιδηροδρομικές υπηρεσίες επιχείρησαν να αξιοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο, προσαρμόζοντας τον εξοπλισμό τους στις ανάγκες της πολεμικής περιόδου. Ο σιδηρόδρομος δεν εξυπηρετούσε πλέον μόνο τη μετακίνηση στρατευμάτων και εφοδίων, αλλά συνέβαλλε και στη μεταφορά τραυματιών και στην υποστήριξη των υγειονομικών αναγκών.
Στο ιστορικό αρχείο διασώζονται, επίσης, εμπιστευτικά έγγραφα με οδηγίες για την προστασία των αμαξοστοιχιών από αεροπορικές επιθέσεις. Οι οδηγίες προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τη χρήση σηράγγων ως καταφυγίων, καθώς και τη διασπορά και παραλλαγή των ατμαμαξών, προκειμένου να περιορίζεται ο κίνδυνος καταστροφής τους από βομβαρδισμούς.
Οι άνθρωποι που κράτησαν τα τρένα σε κίνηση
Πίσω από τις στρατιωτικές αμαξοστοιχίες βρίσκονταν οι μηχανοδηγοί, οι σταθμάρχες, οι τεχνίτες, οι εργαζόμενοι στα μηχανοστάσια και το υπόλοιπο προσωπικό που κλήθηκε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της επιστράτευσης. Η συμβολή τους δεν περιοριζόταν στην εκτέλεση των δρομολογίων, αλλά περιλάμβανε τη συντήρηση των ατμαμαξών, την επισκευή του εξοπλισμού και τη διατήρηση της λειτουργίας του δικτύου υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Η έκθεση επιχειρεί να αναδείξει ακριβώς αυτή την πλευρά της ιστορίας: την εργασία ανθρώπων που, μακριά από το πεδίο των μαχών, συμμετείχαν καθημερινά στην πολεμική προσπάθεια, συχνά υπό την απειλή βομβαρδισμών και με αυξημένες ευθύνες.
«Θέλουμε να φωτίσουμε όχι μόνο τον ρόλο των τρένων στη μεταφορά στρατιωτών και εφοδίων, αλλά κυρίως την προσφορά των ανθρώπων που εργάστηκαν με αυταπάρνηση κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες», αναφέρει ο κ. Ζώρζος, υπογραμμίζοντας ότι η συμβολή των σιδηροδρομικών αποτελεί μια λιγότερο γνωστή πτυχή της ιστορίας του πολέμου.
Η γερμανική εισβολή και η δραματική αποχώρηση από τη Θεσσαλονίκη
Τον Απρίλιο του 1941, η γερμανική επίθεση ανέτρεψε τα δεδομένα. Οι βομβαρδισμοί και οι ανατινάξεις γεφυρών και σηράγγων από τις ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις, με στόχο την καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης, προκάλεσαν σοβαρές διακοπές στη σιδηροδρομική κυκλοφορία. Ανάμεσα στις υποδομές που καταστράφηκαν ήταν οι γέφυρες του Αξιού και του Αλιάκμονα.
Καθώς η γερμανική προέλαση πλησίαζε στη Θεσσαλονίκη, οι σιδηροδρομικές υπηρεσίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια νέα, επείγουσα αποστολή: την προστασία του προσωπικού και την απομάκρυνση εργαζομένων και υλικού από περιοχές που απειλούνταν άμεσα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση του Εμμανουήλ Βεκρή, διευθυντή της Β΄ Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, την οποία δώρισε η οικογένειά του στο Ιστορικό Αρχείο των Σιδηροδρόμων Ελλάδος. Σε αυτήν καταγράφονται οι ενέργειες για την αποχώρηση και τη φυγάδευση του προσωπικού έλξης από την πόλη, λίγο πριν από τη γερμανική κατάληψη.
Το έγγραφο αποτυπώνει μια κρίσιμη στιγμή, όταν η λειτουργία του σιδηροδρόμου δεν αφορούσε πλέον μόνο τη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων, αλλά και τη διάσωση ανθρώπων και την προσπάθεια διαφύλαξης πολύτιμου υλικού ενόψει της επικείμενης κατοχής.
Με την επικράτηση των δυνάμεων κατοχής, οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι πέρασαν υπό τον έλεγχο των γερμανικών, ιταλικών και βουλγαρικών αρχών, ανάλογα με την περιοχή. Οι υποδομές και το τροχαίο υλικό υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές, ενώ οι εργαζόμενοι συνέχισαν να εργάζονται υπό τις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής.
Η δραιζίνα του 1937 και η ιστορία που διασώθηκε
Ένα από τα εκθέματα που αναμένεται να τραβήξουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών είναι μια γερμανικής κατασκευής δραιζίνα επιθεώρησης του 1937, η οποία αποκαταστάθηκε το 2025 από τους Σιδηροδρόμους Ελλάδος.
Κατασκευασμένη στο εργοστάσιο Draisinenbau Hamburg, τύπου Modell 33E, χρησιμοποιούνταν για την επιθεώρηση των σιδηροδρομικών γραμμών και των έργων από υψηλόβαθμα στελέχη. Το αμάξωμά της διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αρχική του μορφή, παρά τις δεκαετίες λειτουργίας και τις περιορισμένες τροποποιήσεις.
Η ιστορία της συνδέεται και με την περίοδο της Κατοχής. Η παλαιότερη φωτογραφία στην οποία έχει εντοπιστεί απεικονίζεται σε άλμπουμ της συλλογής του Ανδρέα Ασσαέλ, το οποίο αφορά τα καταναγκαστικά έργα που εκτελούσαν Εβραίοι και άλλοι αιχμάλωτοι στον σταθμό της Καρυάς το 1943. Το σχετικό υλικό έχει παρουσιαστεί σε έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη.
Περίπου τρεις δεκαετίες μετά την απόσυρσή της, η δραιζίνα εντοπίστηκε σκονισμένη στις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησαν η ταυτοποίηση και η τεκμηρίωση της ιστορίας της, ενώ το όχημα μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στη Στρατιωτική Στάση, όπου παρέμεινε έως την αποκατάστασή του.
«Κάθε εργασία αποκατάστασης παλαιών οχημάτων είναι μια μεγάλη πρόκληση», σημειώνει ο κ. Ζώρζος, εξηγώντας ότι η αφαίρεση των παλαιών στρώσεων μπογιάς και στόκου αποκάλυψε την κατάσταση του μεταλλικού αμαξώματος και επέτρεψε την επισκευή των φθαρμένων λαμαρινών.
Η καλή ποιότητα των υλικών κατασκευής και η μακροχρόνια παραμονή του οχήματος σε στεγασμένο χώρο συνέβαλαν καθοριστικά στη διάσωσή του. Μετά τις επισκευές, εφαρμόστηκαν αντισκωριακά και αντιδιαβρωτικά υλικά στο μεταλλικό αμάξωμα και στην ξύλινη στέγη.
Η δραιζίνα θα εκτίθεται στον περιβάλλοντα χώρο του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, υποδεχόμενη τους επισκέπτες πριν από την είσοδό τους στην έκθεση.
Από τα αρχεία στη συλλογική μνήμη
Το υλικό της έκθεσης προέρχεται κυρίως από το αρχείο του Μηχανοστασίου Αγίου Ιωάννου Ρέντη, καθώς και από άλλες συλλογές του Ιστορικού Αρχείου των Σιδηροδρόμων Ελλάδος. Περιλαμβάνει πρωτότυπα υπηρεσιακά έγγραφα, διαταγές, σχέδια, χάρτες και σπάνιες φωτογραφίες, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό.
Η έρευνα και η επιλογή των τεκμηρίων, όπως εξηγεί ο κ. Ζώρζος, ήταν απαιτητικές, καθώς η ιστορία των ελληνικών σιδηροδρόμων εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά στην τεκμηρίωση. Καθοριστική υπήρξε η συνεργασία με τον ερευνητή Γιώργο Χανδρινό, ο οποίος έχει μελετήσει σε βάθος τον ρόλο των σιδηροδρόμων κατά τον πόλεμο και την Κατοχή.
Η ιστορική διαδρομή οργανώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες: την κατάσταση του δικτύου πριν από τον πόλεμο, την προετοιμασία και την οργάνωση, τη λειτουργία των τρένων στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας και, τέλος, τη γερμανική επίθεση του 1941 και την υποχώρηση. Τα αρχειακά τεκμήρια πλαισιώνονται από αυθεντικά αντικείμενα της συλλογής του Σιδηροδρομικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Για τον κ. Ζώρζο, η ανάδειξη αυτού του υλικού δεν αποτελεί μόνο μια ευκαιρία γνωριμίας με το παρελθόν, αλλά και ένα βήμα προς τη συστηματική διάσωση, καταγραφή και ψηφιοποίηση του ιστορικού αρχείου. Η προοπτική παρουσίασης αντίστοιχων εκθέσεων και σε άλλες πόλεις παραμένει ανοιχτή, χωρίς να υπάρχει προς το παρόν συγκεκριμένος προγραμματισμός.
Η έκθεση «Στην Πρώτη Γραμμή» φιλοδοξεί να μεταφέρει τον επισκέπτη σε μια εποχή κατά την οποία κάθε δρομολόγιο, κάθε επισκευή και κάθε απόφαση μπορούσε να αποκτήσει ξεχωριστή σημασία. Γιατί πίσω από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις μεγάλες αφηγήσεις του πολέμου υπήρχαν άνθρωποι που εργάζονταν στις ράγες, στους σταθμούς και στα μηχανοστάσια, συμβάλλοντας με τη δική τους προσπάθεια στην εθνική κινητοποίηση.
Ελ. Αλεξιάδου *Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο κ. Ζώρζος. ΑΠΕ-ΜΠΕ




















