Την ανάγκη η αναβάθμιση του Διεθνούς Αερολιμένα Καλαμάτας να συνοδευτεί από απόλυτη διαφάνεια, ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και ισχυρές εγγυήσεις προστασίας του δημοσίου συμφέροντος ανέδειξε η Βουλευτής Λασιθίου και Εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά την πρωτολογία της στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση του νομοσχεδίου για την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Καλαμάτας.
Η Βουλευτής ξεκαθάρισε εξαρχής ότι το ΠΑΣΟΚ δεν αμφισβητεί την ανάγκη εκσυγχρονισμού του αεροδρομίου, καθώς οι υποδομές του δεν ανταποκρίνονται πλέον στη διαρκώς αυξανόμενη επιβατική κίνηση και στις αναπτυξιακές προοπτικές της Μεσσηνίας και συνολικά της Πελοποννήσου. Τόνισε, όμως, ότι άλλο είναι η αναγκαιότητα ενός έργου και άλλο η αποδοχή κάθε συμβατικού και οικονομικού όρου που το συνοδεύει.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η αναγκαιότητα ενός έργου δεν καθιστά αυτομάτως συμφέροντες όλους τους όρους με τους οποίους αυτό εκτελείται. Άλλο πράγμα είναι να συμφωνούμε ότι η Καλαμάτα χρειάζεται ένα σύγχρονο διεθνές αεροδρόμιο και άλλο να θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε οικονομικός και συμβατικός όρος που μας φέρνετε είναι εκ προοιμίου ορθός. Γιατί σήμερα δεν ψηφίζουμε μία γενική πολιτική διακήρυξη υπέρ της ανάπτυξης. Κυρώνουμε μία συγκεκριμένη σύμβαση σαράντα ετών, με δυνατότητα να επεκταθεί για έως δέκα ακόμη χρόνια.»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση επέλεξε να εισαγάγει τη σύμβαση προς κύρωση, επισημαίνοντας ότι το Ελληνικό Κοινοβούλιο κλήθηκε να εξετάσει περίπου 1.500 σελίδες μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, παρότι η σύμβαση είχε ήδη υπογραφεί σχεδόν έναν μήνα νωρίτερα.
Όπως σημείωσε: «Μία σύμβαση περίπου 1.500 σελίδων παραδόθηκε στη Βουλή Παρασκευή βράδυ και η συζήτησή της ξεκίνησε τη Δευτέρα το πρωί. Μία σύμβαση που είχε ήδη υπογραφεί από τις 22 Ιουνίου. Υπήρχε, λοιπόν, χρόνος. Απλώς δεν επιλέξατε να τον δώσετε στη Βουλή. Και αυτό δεν αποτελεί μία δευτερεύουσα διαδικαστική αστοχία. Είναι πολιτική επιλογή.»
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ακόμη και οι εκπρόσωποι των αρμόδιων φορέων παραδέχθηκαν στην Επιτροπή πως δεν είχαν προλάβει να μελετήσουν το πλήρες κείμενο της σύμβασης, γεγονός που, όπως είπε, επιβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος όταν απουσιάζει ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας.
Στη συνέχεια η Κατερίνα Σπυριδάκη ανέδειξε τα σοβαρά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα ως προς την οικονομική αποτίμηση της παραχώρησης. Υπενθύμισε ότι ο διαγωνισμός κατέληξε σε μία μόνο δεσμευτική προσφορά και υπογράμμισε πως, ακριβώς γι’ αυτό, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η δημοσιοποίηση του πλήρους οικονομικού μοντέλου που οδήγησε στον καθορισμό του τιμήματος.
Όπως ανέφερε: «Πόσο αξίζει αυτό που παραχωρούμε; Όταν δεν υπάρχει σύγκριση περισσότερων οικονομικών προσφορών, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία η ανεξάρτητη αποτίμηση και το πλήρες οικονομικό μοντέλο. Ποιες προβλέψεις έγιναν για την επιβατική κίνηση; Ποια έσοδα υπολογίστηκαν; Ποιες λειτουργικές δαπάνες; Ποιο κόστος κεφαλαίου; Αυτά είναι τα στοιχεία που καθορίζουν εάν τα περίπου 45 εκατομμύρια ευρώ της αρχικής καταβολής αποτελούν δίκαιο τίμημα για μία παραχώρηση σαράντα ετών.»
Παράλληλα, επέκρινε την κυβερνητική επιχειρηματολογία γύρω από τις επενδύσεις των 125 εκατομμυρίων ευρώ, επισημαίνοντας ότι η ίδια η σύμβαση διακρίνει μεταξύ άμεσα υποχρεωτικών έργων και επενδύσεων που θα υλοποιηθούν μόνο εφόσον η επιβατική κίνηση υπερβεί συγκεκριμένα όρια.
«Άλλο είναι ένα δεσμευτικό επενδυτικό πρόγραμμα και άλλο μία εκτίμηση για έργα που μπορεί να ενεργοποιηθούν σταδιακά σε βάθος δεκαετιών. Άλλο είναι η εγγυημένη επένδυση και άλλο το αισιόδοξο σενάριο», υπογράμμισε, ζητώντας να αποσαφηνιστεί ποια έργα διαθέτουν εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, ποιες εγγυήσεις εκτέλεσης προβλέπονται και ποιες κυρώσεις θα επιβάλλονται σε περίπτωση καθυστερήσεων.
Η Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στάθηκε ακόμη στο πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα της σύμβασης για το Ελληνικό Δημόσιο, επισημαίνοντας ότι, πέρα από την παραχώρηση, το Δημόσιο εξακολουθεί να αναλαμβάνει σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις, όπως απαλλοτριώσεις, αρχαιολογικές εργασίες, έργα δημοσίου, καθώς και ενδεχόμενες αποζημιώσεις λόγω καθυστερήσεων.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια είναι τα αναμενόμενα οφέλη, αλλά και ποιος θα είναι ο πραγματικός λογαριασμός για το Δημόσιο και ποιος θα ελέγχει τις μελλοντικές οικονομικές επιβαρύνσεις που μπορεί να προκύψουν από την εφαρμογή της σύμβασης.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στο αναπτυξιακό μοντέλο που επιλέγεται για την περιοχή, τονίζοντας ότι η επιτυχία μιας μεγάλης υποδομής δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά από την αύξηση των αφίξεων, αλλά από το κατά πόσο τα οφέλη διαχέονται στην πραγματική οικονομία.
Όπως ανέφερε: «Ανάπτυξη δεν είναι απλώς να διπλασιαστούν οι αφίξεις. Ανάπτυξη είναι το όφελος να φτάσει στον μικρό ξενοδόχο, στην οικογενειακή επιχείρηση, στην τοπική εστίαση, στον παραγωγό, στον εργαζόμενο, στους νέους ανθρώπους της περιοχής. Αν οι αφίξεις αυξηθούν αλλά το οικονομικό όφελος συγκεντρωθεί σε λίγους, τότε δεν έχουμε την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη που διαφημίζετε.»
Απαντώντας στην προσπάθεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας να συνδέσει τη σημερινή σύμβαση με την παραχώρηση των δεκατεσσάρων περιφερειακών αεροδρομίων, η Κατερίνα Σπυριδάκη υπογράμμισε ότι το ΠΑΣΟΚ ουδέποτε υπήρξε κόμμα της άρνησης απέναντι στις συμβάσεις παραχώρησης ή στις συνεργασίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η θετική στάση του κόμματος σε προηγούμενες συμβάσεις δεν συνιστά λευκή εξουσιοδότηση προς οποιαδήποτε κυβέρνηση για κάθε μελλοντική παραχώρηση.
Όπως τόνισε: «Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ποτέ κόμμα της ακινησίας ή της ιδεολογικής άρνησης κάθε συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Αλλά η θετική ψήφος του ΠΑΣΟΚ σε μία σύμβαση το 2016 δεν αποτελεί μόνιμη και ανεξέλεγκτη εξουσιοδότηση προς τη Νέα Δημοκρατία να φέρνει οποιαδήποτε σύμβαση στο μέλλον και να απαιτεί αυτομάτως την ψήφο μας. Πολιτική συνέπεια σημαίνει να εφαρμόζεις κάθε φορά τα ίδια αυστηρά κριτήρια.»
Κλείνοντας την ομιλία της, η Βουλευτής Λασιθίου υπογράμμισε ότι η χώρα χρειάζεται σύγχρονες υποδομές, αλλά και συμβάσεις που να εμπνέουν εμπιστοσύνη μέσα από τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Εμείς θέλουμε ένα αεροδρόμιο αντάξιο της δυναμικής της Καλαμάτας. Αλλά θέλουμε και μία σύμβαση αντάξια της ευθύνης του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Μία σύμβαση που να μην απαιτεί εμπιστοσύνη εκεί όπου οφείλει να παρέχει αποδείξεις, που να διασφαλίζει όχι μόνο τη λειτουργία του αεροδρομίου, αλλά και τη λογοδοσία, τον δημόσιο έλεγχο και τη διάχυση του οφέλους στην τοπική κοινωνία.»
















