Το τελευταίο χρονικό διάστημα, παρακολουθούμε να εξελίσσεται μία αποχώρηση μελών και βουλευτών από το κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς-Προοδευτική Συμμαχία. Μετά την αποχώρηση μελών και βουλευτών του κόμματος που πρόσκεινται στην λεγόμενη ‘Ομάδα Αχτσιόγλου,’ ακολούθησε η αποχώρηση και πολλών μελών της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ.[1]

Σταχυολογούμε ενδεικτικά, κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία από την διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ‘Πρώτο Θέμα’: «Ολοκληρώθηκε το βράδυ τoυ Σαββάτου (σ.σ: Το Σάββατο 25 Νοεμβρίου) η συνεδρίαση του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ και όπως αναμενόταν αποχωρεί από το κόμμα η συντριπτική πλειοψηφία των νεολαίων.
Συγκεκριμένα, αποχωρεί το 62% των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου και το 70% των οργανώσεων σε όλη την Ελλάδα!
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης υπέβαλλαν την παραίτηση τους από το όργανο 37 μέλη σε σύνολο 51 μελών . Από τους 37 που παραιτήθηκαν μόνο 5 μέλη παραμένουν μέλη του κόμματος».[2] Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως ο αριθμός όντως καθίσταται πολύ μεγάλος. Εάν όντως επαληθευθεί πως αποχωρεί από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης το ‘70% των οργανώσεων’ ανά την επικράτεια, τότε εν τοις πράγμασι τίθεται εν κινδύνω η παρουσία του συγκεκριμένου λαϊκιστικού φορέα μέσα σε κοινωνικούς χώρους στους οποίους συνήθως δραστηριοποιείται η νεολαία. Εμβαθύνοντας περισσότερο και επιχειρώντας μία κατά βάση κοινωνιο-γλωσσική ανάλυση, θα τονίσουμε πως η έκπληξη (και όχι η ικανοποίηση και ο θαυμασμός) των δημιουργών του δημοσιεύματος για την ως άνω περιγραφόμενη εξέλιξη, διαφαίνεται από την χρήση ενός και μόνο σημείου στίξης.
Ήτοι, του θαυμαστικού μετά το τέλος της πρότασης ‘Συγκεκριμένα, αποχωρεί το 62% των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου και το 70% των οργανώσεων σε όλη την Ελλάδα’, πράγμα που φανερώνει εκτός από έκπληξη για το πολύ υψηλό ποσοστό, απορία[3] και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, μία ελαφριά έως πολύ ελαφριά δυσπιστία για την ικανότητα Κασσελάκη να κρατήσει, υπό αυτές τις συνθήκες, ενωμένο το κόμμα του οποίου ηγείται.
Εφόσον στην ανάλυση μας εστιάζουμε στα της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο, θα υπογραμμίσουμε πως στην νεανική, γλωσσική ‘ιδιόλεκτο’ αυτή η απορία που εν προκειμένω διανθίζεται από έκπληξη πρώτου μεγέθους, εκφράζεται μέσω της χρήσης του όρου ‘Απίστευτο’ με ή χωρίς θαυμαστικό και κατά κύριο λόγο χωρίς.
Γιατί όμως πως η λέξη χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο δίχως να συνοδεύεται από την χρήση θαυμαστικού; Γιατί, συνήθως, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται από διάφορους γλωσσικούς χρήστες, αρκεί για να καταστήσει περιττό οποιοδήποτε σημείο στίξης και κυρίως το θαυμαστικό.
Ο αντίκτυπος που προσλαμβάνει η λέξη από μόνη της, αντίκτυπος άμεσα αντιληπτός από τον συν-ομιλητή που δεν έχει επενδύσει σε αυτή, αντίκτυπος που έχει την δυνατότητα να μεταβάλλει απόψεις και εδραιωμένες πεποιθήσεις, είναι τέτοιος που αποτρέπει την χρήση του θαυμαστικού (έχουμε κατά νου την γραπτή μορφή της γλώσσας): ‘Αφού κάποιος μπορεί να διαπιστώσει πως απορώ, πως εκπλήσσομαι, πως τρομάζω, πως ενθουσιάζομαι, τι να το κάνω το θαυμαστικό;’ Όλες τις πιο πάνω εκδοχές τις καλύπτει ο όρος ‘απίστευτο’.
Τώρα, επιστρέφοντας στα του ΣΥΡΙΖΑ και της αποχώρησης από το κόμμα μεγάλου μέρους της νεολαίας του, θα πούμε πως δεν πρέπει να συγχέεται το πολύ ικανοποιητικό ποσοστό που έλαβε το κόμμα στην ηλικιακή κατηγορία 17-34 ετών στις διπλές βουλευτικές εκλογές του Μαϊου και του Ιουνίου (23 % & 20% σύμφωνα με την ανάλυση του Παναγιώτη Κουστένη),[4] με την αποχώρηση οργανώσεων νεολαίων και μελών τους από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η εκλογική συμπεριφορά δεν σχετίζεται και δεν πρέπει να σχετίζεται με την απόφαση φυγής, καθότι, ο συντριπτικά μεγαλύτερος αριθμός των ατόμων ηλικίας 17-34 ετών που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές εκλογές του Μαϊου και του Ιουνίου, δεν είναι και δεν έχουν την πρόθεση να γίνουν, μέλη του.
Και σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία[5] ανήκουν και τελειόφοιτοι λυκείου, και φοιτητές, και εργαζόμενοι που εξακολουθούν να σπουδάζουν (μεταπτυχιακές σπουδές), και άτομα που γενικώς ‘πειραματίζονται’. Τι μας δείχνει όμως μία τέτοια εξέλιξη;
Πρώτον, το ότι τα μέλη της νεολαίας που αποχώρησαν, και μεταξύ αυτών και ηγέτες αυτής, δεν ήσαν και δεν είναι διατεθειμένα να υπερασπιστούν την πολιτική κληρονομιά της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, όπως επίσης και τον παραδοσιακά ισχυρό ρόλο που έπαιζε αυτή εντός ΣΥΡΙΖΑ.
Άλλωστε, από τις τάξεις της προέρχονταν και ο πρώην πρόεδρος του κόμματος Αλέξης Τσίπρας και ο πρώην γραμματέας του, Νάσος Ηλιόπουλος.
Δεύτερον, πως εν αντιθέσει με το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής και την νεολαία του (μέχρι στιγμής, δεν παρατηρούνται φυγόκεντρες τάσεις και εντός των συνδικάτων τα οποία πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ), οι πολιτικοϊδεολογικοί και συναισθηματικοί δεσμοί με το κόμμα-‘μήτρα’ δεν ήσαν τόσο ισχυροί όπως ίσως ανέμεναν κάποιοι.
Οι πολλαπλές κρίσεις που βιώνει ένα μαζικό, υπό την έννοια ότι έχει παρουσία σε κοινωνικούς χώρους, πολιτικό κόμμα, δεν μπορούν να αφήσουν ανεπηρέαστη την νεολαία της.
Όμως, τέτοια μαζική αποχώρηση μελών συμβαίνει ίσως για πρώτη φορά στην περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης και μπορεί να συγκριθεί με τις πολλές αποχωρήσεις μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδος (ΚΝΕ), στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990.
Τρίτον, μας δείχνει πως η σχετικά μικρή ηλικία του Στέφανου Κασσελάκη δεν αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει την εκδήλωση ενός μαζικού ‘κύματος’ φυγής. Πολύ λίγοι, και σίγουρα όχι οι νεολαίοι, έχουν δώσει σημασία σε αυτό τον παράγοντα. Εάν το έπρατταν, θα μπορούσαν και να παραμείνουν στο κόμμα δηλώνοντας ‘εμείς πάμε με τον νέο’.
Τέταρτον, ότι προτιμούν,[6] σε πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο, την σύμπλευση με άλλες οργανώσεις της Αριστεράς (ανοίγει ο δρόμος για μία συνεργασία με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Όχι, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε κάτι τέτοιο), παρά με τον ‘Κασσελακικό’ ΣΥΡΙΖΑ.


















