Την Τετάρτη 17 Απριλίου, πραγματοποιήθηκε πανελλαδική γενική απεργία την οποία προκήρυξαν η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), το Εργατικό Κέντρο Αθηνών (ΕΚΑ) και το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο (ΠΑΜΕ), συνδικαλιστική οργάνωση που πρόσκειται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως οι «βασικοί ιμάντες»[1] της απεργιακής κινητοποίησης ήσαν συνδικαλιστικές οργανώσεις, δευτεροβάθμιες (ΕΚΑ) και τριτοβάθμιες (ΓΣΕΕ), για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Rudig & Karyotis, πράγμα που σημαίνει πως όχι μόνο εξακολουθούν να υφίστανται οι τάσεις που παρατηρήθηκαν εν καιρώ πανδημικής κρίσης, όταν οι διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους (κυρίως όμως του δημόσιου τομέα), ήσαν αυτές που οργάνωναν κατά κύριο λόγο απεργιακές δράσεις, αλλά, ενισχύονται κιόλας.
Υπό αυτό το πρίσμα, θα στραφούμε στο σχήμα της «πολιτικής διαδικασίας που εστιάζει τόσο στις πολιτικές ευκαιρίες όσο και στις απειλές που παρέχει το πολιτικοθεσμικό πλαίσιο όσο και στα ρεπερτόρια δράσης»,[2] κατά την ανάλυση των Κατσούδα, Παπανικολόπουλου, Κόλλια & Δερμάνη, τονίζοντας πως η διεξαγωγή των επικείμενων ευρωεκλογών της 9ης Ιουνίου εξελήφθη ως ευκαιρία από τις ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων ώστε να οργανώσουν μία γενική απεργία δύο μήνες πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο, όχι στο να πείσουν ή αλλιώς, να ‘εξαναγκάσουν’ την κυβέρνηση να υπαναχωρήσει και να προχωρήσει για παράδειγμα, στην εκ νέου αύξηση του κατώτατου μισθού.
Αλλά, στο να καταφέρουν να πείσουν τις ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης (κυρίως Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και ΚΚΕ), να ενσωματώσουν στην προεκλογική τους ρητορική και συνθηματολογία, βασικά αιτήματα τους. Χρήζει βέβαια επισήμανσης το γεγονός πως ο τρέχων πολιτικός-εκλογικός κύκλος εμπεριέχει εντός του την έννοια της «δημοσιονομικής εξάντλησης»,[3] για να δανεισθούμε την ορολογία του Jack Goldstone.
Και τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως εντός αυτής της συγκυρίας, η κυβέρνηση δεν έχει την δυνατότητα (βλέπε και την στάση της απέναντι στους αγρότες που ήσαν διατεθειμένοι να κλιμακώσουν τις κινητοποιήσεις τους), να προβεί σε παροχές και σε αυξήσεις, κάτι που το γνωρίζουν καλά οι ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Το γεγονός αυτό τους επιτρέπει να επενδύσουν πόρους πάνω στο ‘χαρτί’ της διαμαρτυρίας και δη της ανέξοδης αντι-κυβερνητικής διαμαρτυρίας, δίχως όμως να έχουν την δυνατότητα να επηρεάσουν την εκλογική συμπεριφορά πολλών πολιτών και λόγω του χαμηλού βαθμού κοινωνικής νομιμοποίησης που διαθέτουν.
Ο κινηματικός και ο εκλογικός-πολιτικός κύκλος δεν τέμνονται ιδιαίτερα, ακριβώς διότι δεν υπάρχει αυτή την περίοδο, κάποιος κινηματικός ‘κύκλος’. Και γεγονότα όπως αυτά (απεργιακή δράση), όπως έχει αποδειχθεί στο πρόσφατο παρελθόν, δεν λειτουργούν ως έναυσμα για την διάνοιξη ενός νέου κινηματικού-συγκρουσιακού ‘κύκλου’. Μπορούμε να σταθούμε στο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών και στη διαχείριση του. Η δημιουργία μίας επιτροπής στην οποία πρωτοστατεί η γιατρός στο επάγγελμα Μαρία Καρυστιανού, και, σε ένα δεύτερο επίπεδο η θεσμική στροφή που αυτή η επιτροπή επιχειρεί, όπως την επιχειρεί, έχουν στερήσει την δυνατότητα από κινήματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις να ‘αξιοποιήσουν’ το δυστύχημα και να καλέσουν σε μαζικές πορείες διαμαρτυρίας κατά της κυβέρνησης, αφιερωμένες στη μνήμη των νεκρών.
Και αυτή την δυνατότητα την διέθεταν τις πρώτες ημέρες μετά το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα, όταν και είχαν λάβει χώρα κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας, οι οποίες όμως δεν διαδραμάτισαν κανέναν ρόλο στην μετέπειτα συγκρότηση της περιώνυμης επιτροπής της οποίας ηγείται η Μαρία Καρυστιανού.
Η έντονη δραστηριοποίηση της επιτροπής και της Μαρίας Καρυστιανού, θέτει εμπόδια και στην εκδήλωση αυτού που ο Almeida προσδιορίζει ως «κομματικό κινηματισμό».[4]
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης απλά ακολουθούν, μη έχοντας την δυνατότητα τα ίδια να καλέσουν σε κάποια κινητοποίηση διαμαρτυρίας για τα Τέμπη. Διαφορετικά ειπωμένο, δεν επιθυμούν να πράξουν κάτι τέτοιο προκειμένου να μην φανεί πως προσπαθούν να ‘καπελώσουν’ το έργο της επιτροπής και των μελών της.
Σε ‘κομματικό κινηματισμό’ εξακολουθεί να επιδίδεται ο ΣΥΡΙΖΑ και επί προεδρίας Στέφανου Κασσελάκη, με διακύβευμα την δημιουργία ενός κοινωνικού μετώπου κατά της κυβέρνησης.
Σε αυτού του τύπου τις πορείες διαμαρτυρίας, δεν παρατηρούμε την ύπαρξη του φαινομένου της ‘μετακίνησης’: Δηλαδή, ένας συμμετέχων στην απεργιακή συγκέντρωση της ΓΣΕΕ, δεν μπορεί να εγκαταλείψει το μπλοκ στο οποίο βρίσκεται και να σπεύσει να ενταχθεί σε αυτό του ΠΑΜΕ. Ουδείς επιθυμεί κάτι τέτοιο.
Και ακόμη και αν βρίσκονταν άτομα που το επιθυμούσαν, το οργανωμένο μπλοκ του ΠΑΜΕ δεν θα τους επέτρεπε να ενταχθούν στις τάξεις του. Οι συνδικαλιστικές ταυτότητες είναι παγιωμένες και δύσκολα μεταβάλλονται. Η απεργιακή δράση της 17ης Απριλίου, θα περάσει ως εάν να μην ‘συνέβη.’[5] Η συμμετοχή βουλευτών του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής στην απεργιακή συγκέντρωση της ΓΣΕΕ, αποδεικνύει πως η ηγεσία του κόμματος αποδίδει μεγάλη έμφαση στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του κόμματος με το συνδικαλιστικό κίνημα και με την ΓΣΕΕ (εκεί όπου η ΠΑΣΚΕ έχει την πλειοψηφία). Παράλληλα, η πρωτοβουλία αυτή επιβεβαιώνει πως η πρόσφατη ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού λόγου του κόμματος δεν συνιστά συγκυριακό φαινόμενο.

















