Πριν από λίγες ημέρες, ο πρόεδρος του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κίνημα Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης, παρουσίασε τους υποψήφιους ευρωβουλευτές του κόμματος του κατά την διάρκεια κομματικής εκδήλωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως οι περισσότερες συζητήσεις περιστράφηκαν γύρω την υποψηφιότητα του νυν ευρωβουλευτή με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας Θοδωρή Ζαγοράκη[1] (αρχηγός της εθνικής Ελλάδας που κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της Πορτογαλίας το 2004), με αποτέλεσμα να μην δοθεί όση έμφαση έπρεπε σε υποψηφίους ευρωβουλευτές που εν προκειμένω πληρούν τα κριτήρια που έχει θέσει η ηγεσία του κόμματος.
Και ποια είναι αυτά; Η ύπαρξη ισχυρού μορφωτικού-εκπαιδευτικού υπόβαθρου (το σημαντικότερο κριτήριο), η στράτευση με το κόμμα, η ικανότητα εμβάθυνσης σε ένα συγκεκριμένο θέμα, η πολύ καλή του τρόπου λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Καθώς και του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.[2] Υπό αυτό το πρίσμα, θα τονίσουμε πως η στράτευση του άλλοτε υπουργού Γιάννη Μανιάτη με το ΠΑΣΟΚ, δεν τέθηκε ποτέ εν αμφιβόλω, παρά τις αναφορές που έκαναν λόγο για το ενδεχόμενο μεταπήδησης του στη Νέα Δημοκρατία, στοιχείο που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο να επιλεγεί από την ηγεσία για την θέση του υποψήφιου ευρωβουλευτή του κόμματος. Σαφώς όμως, η παράμετρος αυτή δεν συνιστά τον βασικότερο λόγο για τον οποίο τελικά επελέγη ο Γιάννης Μανιάτης.
Η επιστημοσύνη του σε συνδυασμό με το ό,τι όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα κάθε άλλο παρά «αφανής»[3] υπήρξε, για να παραφράσουμε ελαφριά τον καθηγητή Νίκο Δεμερτζή, συνετέλεσαν στο να επιλεγεί ως υποψήφιος ευρωβουλευτής, με τον ίδιο ωσάν ‘έτοιμο από καιρό,’ να σπεύδει ήδη να αναφέρεται στις σημαντικότερες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει τα επόμενα χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση.[4] Θεωρούμε πως το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, επιθυμούσε σφόδρα να αποφύγει φαινόμενα τύπου Εύας Καϊλή. Για αυτόν τον λόγο, επέλεξε υποψηφίους οι οποίοι, ναι μεν έχουν τις δυνατότητες να εκπροσωπήσουν το κόμμα και την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από την άλλη όμως δε, δεν θα διεκδικούν με ζέση σημαντικές θέσεις εντός της ιεραρχίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όντας περισσότερο προσηλωμένοι στην με επάρκεια άσκηση των κοινοβουλευτικών τους καθηκόντων.
Ή επίσης υποψήφια ευρωβουλευτής του εν Ελλάδι Κεντροαριστερού φορέα Άννα Βερούλη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ‘στρατιώτης’ του κόμματος, αλλά, ως μία εκ των εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο Πασοκικό ευρωψηφοδέλτιο. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον άλλοτε δήμαρχο της πόλης του Ηρακλείου, Γιάννη Κουράκη.
Δεν θα διστάσουμε να κάνουμε χρήση της έννοιας του «κύκλου ζωής»[5] (life cycle effect), των Jagodzinski & Dobbelaere, λέγοντας πως η επιλογή των υποψήφιων ευρωβουλευτών σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με την ηλικία τους.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Η επιλογή των συγκεκριμένων υποψήφιων ευρωβουλευτών, αποδεικνύει πως για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, η πολιτική και ειδικότερα η διεκδίκηση αξιωμάτων και θέσεων συνιστά υπόθεση των ατόμων που είναι ηλικίας 30 ετών και άνω.
Ως εκ τούτου, έχει συγκροτηθεί μία άτυπη δια-γενεακή συμμαχία στην οποία συμπεριλαμβάνονται πρόσωπα πολύ νεαρής ηλικίας αλλά με πολύ καλό εκπαιδευτικό-ακαδημαϊκό background (βλέπε την περίπτωση του Λευτέρη Καρχιμάκη, εκπρόσωποι της γενιάς των ‘σαραντάρηδων’ η οποία διαδραματίζει πλέον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κομματικής στρατηγικής, πρόσωπα όπως ο Παναγιώτης Δημόπουλος[6] που έχουν ‘υπηρετήσει’ στο κόμμα επί διαφορετικών ηγεσιών και επίσης, στελέχη της γενιάς των ‘εξηντάρηδων’ όπως ο Ιωάννης Βαρδακαστάνης.
Ο Βαρδακαστάνης είναι αυτός που λειτουργεί ως ‘γέφυρα’ προκειμένου να έρθουν εγγύτερα η εξειδικευμένη, επιστημονική γνώση, με την κομματική-πολιτική εμπειρία, καλούμενος να συμβάλλει ώστε τα άτομα που συμμετέχουν σε ένα ευρωψηφοδέλτιο όπως αυτό και μπορεί να μην είχαν συνεργαστεί ξανά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, να καταστούν ‘ομάδα’ διάρκειας δύο μηνών.












