Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την ενεργειακή ρήτρα
* Η ενεργειακή ρήτρα δεν είναι νέο ευρωπαϊκό ταμείο και δεν σημαίνει αυτόματα χαμηλότερους λογαριασμούς. Παρέχει ευελιξία για πρόσθετες δαπάνες, οι οποίες επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό και το δημόσιο χρέος.
* Η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην αποθήκευση ενέργειας, με εγκατεστημένη ισχύ μπαταριών μόλις στο 2% της ισχύος των ΑΠΕ. Έτσι, φθηνή πράσινη ενέργεια χάνεται αντί να φτάνει στους καταναλωτές.
* Απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια απαιτείται σύγκρουση με τα ολιγοπώλια ενέργειας. Με δημόσιο έλεγχο σε ΔΕΗ και ΕΛΠΕ, φορολόγηση των υπερκερδών και ουσιαστική ρύθμιση της αγοράς, ώστε το όφελος να επιστρέφει στην κοινωνία.
Οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για την ενεργειακή ρήτρα διαφυγής δεν μπορούν να σβήσουν επτά χρόνια ενεργειακής ακρίβειας. Η κυβέρνηση άφησε πίσω κρίσιμες επενδύσεις στα δίκτυα και στην αποθήκευση και επέτρεψε στα ολιγοπώλια της ενέργειας να αποκομίζουν υπερκέρδη, την ώρα που νοικοκυριά και επιχειρήσεις πληρώνουν πανάκριβο ρεύμα και καύσιμα.
Η ρήτρα από μόνη της δεν μειώνει ούτε ένα ευρώ τον λογαριασμό του ρεύματος. Το κρίσιμο είναι πού θα κατευθυνθεί η πρόσθετη δημοσιονομική δυνατότητα και ποιον τελικά θα ωφελήσει. Οι πόροι πρέπει να χρηματοδοτήσουν αποθήκευση, δίκτυα, ενεργειακή αναβάθμιση και υποδομές που θα επιτρέψουν στη φθηνή ενέργεια των ΑΠΕ να φτάσει επιτέλους στον καταναλωτή.
Ο ΣΥΡΙΖΑ–Π.Σ. έχει καταθέσει συγκεκριμένο σχέδιο: ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου στη ΔΕΗ, ώστε να αποτελέσει εργαλείο μείωσης των τιμών και αποδόμησης του καρτέλ ενέργειας, και διαφύλαξη και αποκατάσταση του δημόσιου ελέγχου στα ΕΛΠΕ, με στρατηγικό αναπροσανατολισμό τους προς την ενεργειακή μετάβαση.
Ταυτόχρονα, απαιτείται πραγματική παρέμβαση απέναντι στα ενεργειακά ολιγοπώλια: φορολόγηση των υπερκερδών τους, ανώτατο περιθώριο κέρδους στη διύλιση, μηχανισμός αποτροπής και επιστροφής υπερκερδών στην ηλεκτρική ενέργεια και μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.
Υπάρχει και η δημοσιονομική δυνατότητα. Το πρωτογενές υπερπλεόνασμα του 2025 ξεπέρασε τα 6 δισ. ευρώ, ενώ πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος μπορεί να δημιουργηθεί με τη φορολόγηση των υπερκερδών σε τράπεζες, διυλιστήρια και ολιγοπώλια ενέργειας.
Η κυβέρνηση, αντί για πανηγυρισμούς, οφείλει να απαντήσει: ποια έργα θα χρηματοδοτήσει, πότε θα ολοκληρωθούν και πόσο συγκεκριμένα θα μειώσουν το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να είναι μετάβαση σε νέα υπερκέρδη για τα ολιγοπώλια. Χρειάζεται δημόσιο έλεγχο, ρύθμιση της αγοράς και το όφελος της φθηνής ενέργειας να επιστρέφει στην κοινωνία.












